Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Οι Βυζαντινοί Δήμοι

             
 
 
 
          Από πολύ νωρίς στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης οι πολιτικές πεποιθήσεις του συγκεντρωμένου λαού στον Ιππόδρομο εκφράζονταν μέσα από τα αθλητικά σωματεία που σχετίζονταν με τις αρματοδρομίες.Τα σωματεία αυτά στην Κωνσταντινούπολη ονομάζονταν δήμοι και τα ισχυρότερα από αυτά ήταν οι Βένετοι («γαλάζιοι») και οι Πράσινοι, οι άλλες δύο παρατάξεις, που συχνά συνέπρατταν με τις προηγούμενες και τελικά φαίνεται ότι απορροφήθηκαν από αυτές, ήταν οι Ρούσιοι («κόκκινοι») και οι Λευκοί.
            Στις πηγές για τους δήμους και τα μέλη τους χρησιμοποιούνται οι όροι: δῆμοι, δημόται, δῆμος, μέρος. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία οι δήμοι αναφέρονται ως φατρίες του Ιπποδρόμου, αναφορά που υποβαθμίζει τη θέση τους στη ζωή της Κωνσταντινούπολης και των άλλων μεγάλων πόλεων της Αυτοκρατορίας και, ταυτόχρονα, αποτελεί υπεραπλούστευση. Η Κωνσταντινούπολη τους είχε κληρονομήσει απ' την αρχαία Ρώμη, όπου τον καιρό της δόξας της, μονομάχοι πάλευαν στο Κολοσσαίο και αρματηλάτες αγωνίζονταν φορώντας λευκές, πράσινες, κόκκινες και γαλάζιες στολές. Λέγεται πως τα χρώματα αντιπροσώπευαν τις εποχές: Λευκό για το χιόνι του Χειμώνα. Πράσινο για τη χλόη της Άνοιξης. Κόκκινο για τη ζέστη του καλοκαιριού και γαλάζιο ή βένετο για την καταχνιά του Φθινοπώρου. Κατά τον καιρό που βασίλευε ο Νέρωνας, οι Πράσινοι απορρόφησαν τους Κόκκινους και οι Βένετοι τους Λευκούς. Οι Πράσινοι αντιπροσώπευαν τα λαϊκά στρώματα ενώ οι Βένετοι την αριστοκρατική τάξη. Κάθε φατρία διατηρούσε ένα είδος λέσχης, είχε δικούς της στάβλους και αρματοδρόμους, δικό της τσίρκο με άγρια ζώα που ψυχαγωγούσαν το κοινό κατά τη διάρκεια των αγώνων. Οι επικεφαλείς των δήμων, οι δήμαρχοι πιθανώς να ορίζονταν απ ' τον αυτοκράτορα.
            Παρότι οι δήμοι αρχικά ήταν όντως σωματεία οπαδών, που έλαβαν τις ονομασίες τους από τα χρώματα του εξοπλισμού των ηνιόχων στις αρματοδρομίες, στην Κωνσταντινούπολη πολύ γρήγορα αναδείχτηκαν σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα, καθώς και ο χώρος δραστηριότητάς τους, ο Ιππόδρομος, είχε κεντρική θέση στη δημόσια ζωή της πρωτεύουσας. Παρόμοια εξέλιξη είχαν οι δήμοι και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ανατολής, όπου ο ρωμαϊκός αυτός αθλητικός θεσμός απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα υπό την επιρροή των φιλελεύθερων παραδόσεων των αρχαίων πόλεων.
            Αρχίζοντας από τα μέσα του 5ου αιώνα, οι σχέσεις μεταξύ των δήμων επηρεάζουν πολύ την πολιτική ζωή της Αυτοκρατορίας, και μάλιστα όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις, όπως είναι η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, η Απάμεια και η Αντιόχεια στη Συρία. Η αυτοκρατορική κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να υπολογίζει τους δήμους ως σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες και συχνά στηριζόταν στον ένα ή στον άλλο δήμο. Συνήθως μία παράταξη, οι Βένετοι ή οι Πράσινοι, έχαιρε της υποστήριξης της ανώτατης εξουσίας, ενώ η άλλη βρισκόταν, κατά κάποιον τρόπο, σε δυσμένεια. Ωστόσο, μερικές φορές οι παρατάξεις ενώνονταν σε κοινή εξέγερση κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας, αντιστεκόμενες στον απολυταρχισμό της και στις τάσεις σκληρού συγκεντρωτισμού. Στις διασωθείσες πηγές γίνεται αναφορά σε πολυάριθμες και πολύ συχνές ταραχές στον Ιππόδρομο κατά τον 5ο και τον 6ο αιώνα: τα έτη 491, 493, 498, 501, 507, 511, 512, 514, 515, 518, 520, 523, 532, 547, 549, 550, 553, 556, 559, 560, 561, 562, 563, 565. Μερικές χρονιές, όπως το 507, το 561 και το 562, συγκρούσεις και ταραχές σημειώθηκαν δύο φορές, ενώ υπήρξαν και περίοδοι κρίσης οι οποίες δεν μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια. Έχει υπολογιστεί ότι εκδηλώθηκαν πάνω από τριάντα συγκρούσεις σε περίοδο 74 ετών.
        Η πιο γνωστή λαϊκή εξέγερση υπήρξε η Στάση του Νίκα (532), που λίγο έλειψε να ανατρέψει τον Ιουστινιανό Α΄ (527-565). Η οικονομική εξαθλίωση, η καταπίεση και οι αδικίες μισητών αξιωματούχων εις βάρος του λαού προετοίμαζαν από καιρό το έδαφος της εξέγερσης, που επικράτησε για λίγες μέρες στην πρωτεύουσα κυρίως λόγω της ένωσης και της συμφιλίωσης των δήμων. Τελικά, ύστερα από διάφορες μηχανορραφίες της κυβέρνησης που σκοπό είχαν να διασπάσουν το λαό, οι στρατηγοί του Ιουστινιανού Βελισάριος, Ναρσής και Μούνδος εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στον Ιππόδρομο, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένος ο λαός για να στέψει αυτοκράτορα τον αριστοκράτη Υπάτιο, και έσφαξαν περίπου 35.000 ανθρώπους.

Οι  πολιτικο - θρησκευτικές τους πεποιθήσεις
            
         Παλαιότερα θεωρούνταν λανθασμένα ότι οι Βένετοι ήταν εκπρόσωποι των αριστοκρατικών ενώ οι Πράσινοι των λαϊκών στρωμάτων της βυζαντινής κοινωνίας. Φαίνεται όμως ότι η σύνθεση των δήμων ήταν πιο περίπλοκη και συνδύαζε περισσότερες τάσεις, πολιτικοκοινωνικές και θρησκευτικές. Το μεγαλύτερο μέρος και των δύο παρατάξεων αποτελούνταν από τα ευρύτερα στρώματα του αστικού πληθυσμού, όμως μέσα από τις παρατάξεις εξέφραζαν τα συμφέροντά τους άλλα, πολύ ισχυρά τμήματα της βυζαντινής κοινωνίας. Έτσι, οι ιθύνοντες των Βένετων εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα της παλιάς ελληνορωμαϊκής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και από θρησκευτικής άποψης υποστήριζαν την ορθοδοξία. Οι ιθύνοντες των Πράσινων, από την άλλη, εξέφραζαν τα συμφέροντα των αστών αξιωματούχων που αναδείχθηκαν στο παλάτι και στην κρατική διοίκηση, καθώς και τις επιδιώξεις των πλούσιων εμπόρων. Είχαν δεσμούς με την Ανατολή και έκλιναν προς το μονοφυσιτισμό και άλλες ανατολικές αιρέσεις. Ο μονοφυσιτισμός, αν και κηρύχθηκε αίρεση στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451, είχε ωστόσο ισχυρή βάση και πολλούς οπαδούς, ιδίως στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας 
                  Συνήθως σύμφωνα με τη θρησκεία στην οποία πίστευε ο αυτοκράτορας, ο αντίστοιχος δήμος είχε περισσότερα προνόμια και απολάμβανε την εύνοιά του. Ωστόσο, δεν ήταν πάντα αυτονόητο μονοφυσίτης αυτοκράτορας να υποστηρίζει τους Πράσινους, ούτε αντιστρόφως οι Πράσινοι να είναι πάντα υπέρ του μονοφυσίτη αυτοκράτορα. Για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α', ο οποίος είχε μονοφυσιτικές αντιλήψεις, παρουσιάζεται στα νεότερα ιστορικά έργα να υποστηρίζει τους Πράσινους, πράγμα που μάλλον δεν είναι σωστό, αφού σύμφωνα με μαρτυρίες χρονογράφων της εποχής, ο αυτοκράτορας ενδιαφερόταν για τη γαλήνη μέσα στο κράτος του και ήταν αμείλικτος σε κάθε απόπειρα ταραχής και διασάλευσης της τάξης απ ' όποιον κι αν προέρχονταν.
 
 Άλλα καθήκοντα που αναλάμβαναν οι δήμοι
 
             Επικεφαλής των παρατάξεων των Πράσινων και των Βένετων ήταν οι λεγόμενοι δήμαρχοι, τους οποίους τοποθετούσε η αυτοκρατορική κυβέρνηση. Εν καιρώ ειρήνης οι δήμοι συμμετείχαν σε δημόσια έργα, για παράδειγμα στην κατασκευή των τειχών της πόλης, ενώ σε έκτακτες περιστάσεις, όταν η Κωνσταντινούπολη απειλούνταν από κάποιον κίνδυνο, λειτουργούσαν ως πολιτοφυλακή. Θεωρείται ότι η μερίδα του πληθυσμού της πόλης που ήταν οργανωμένη στην πολιτοφυλακή αποτελούσε τον πυρήνα των δήμων. Γύρω από τον πυρήνα αυτόν συγκεντρώνονταν και στις δύο παρατάξεις τα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο αριθμός των ενεργών μελών των δήμων δεν ήταν μεγάλος. Έτσι, για παράδειγμα, σύμφωνα με το Θεοφύλακτο Σιμοκάττη, που βασιζόταν σε επίσημα στοιχεία, το 602 στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 1.500 Πράσινοι και 900 Βένετοι. Σύμφωνα με μεταγενέστερη πηγή, που πιθανότατα διογκώνει τους αριθμούς, οι δύο δήμοι την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄ (408-450) αριθμούσαν συνολικά 8.000 άτομα, που δεν ήταν ωστόσο παρά μόνο μικρό μέρος των κατοίκων της πρωτεύουσας. Τασσόμενος υπέρ των Βένετων ή υπέρ των Πράσινων, ο λαός συχνά έκανε πολιτική επιλογή. Ωστόσο οι δήμοι δεν μπορούν να θεωρηθούν πολιτικές παρατάξεις με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. 
 
 Το ενδιαφέρον του λαού για τους δήμους
 
            Ο πληθυσμός είχε υιοθετήσει τα χρώματα και αντιμάχονταν άγρια η μια με την άλλη μέσα και έξω απ ' τους αγώνες και τα θεάματα. Η εχθρότητα αυτή ήταν τόσο μεγάλη και έφτανε μέχρι τα πιο απόμακρα σημεία της αυτοκρατορίας. Χώριζε φίλους, ακόμα και οικογένειες, καταπατούσε τους νόμους, τρομοκρατούσε τους θρόνους κι ανακατευόταν στις άγριες θεολογικές διαμάχες της εποχής. Το μεγάλο ενδιαφέρον των λαϊκών στρωμάτων αποδεικνύουν αυτοσχέδια χαράγματα είτε σε μεμονωμένα αντικείμενα είτε σε μνημεία πολλών πόλεων της Ανατολής. Αυτά τα χαράγματα βρέθηκαν σε κίονες στοών, τοίχους αρχαίων θεάτρων, πύλες τείχων κ.α., στην Έφεσο, τα Δίδυμα, την Μίλητο, την Πριήνη, τα Ιερουσόλυμα, την Ηλιούπολη της Συρίας και σε πολλές ακόμη περιοχές.
 
Μερικά απ ' αυτά τα χαράγματα ήταν τα παρακάτω:

- Χριστιανών βασιλέων και Πρασίνων πολλά τα έτη
-Ορθοδόξων Πρασίνων + Χριστιανών βασιλέων
-Νικά η τύχη των Βενέτων
-Νικά η τύχη Ευτοκίου + Βενέτων + του γράψαντος
Πρόσφατα βρέθηκε για πρώτη φορά στην ηπειρωτική Ελλάδα μετά από ανασκαφή, πλίνθος με το χάραγμα:
-Νικά η τύχη Πρασίνων των ορθοδόξων
          Εκπληκτική μαρτυρία για το ενδιαφέρον των γυναικών προς τους δήμους αποτελεί χάραγμα πολυτελούς χτένας από ελεφαντοστό πάνω στην οποία είχε προστεθεί το εξής χάραγμα:
- Νικά η τύχη + Ελλαδίας και Βενέτων + αμήν
Η συγκεκριμένη χτένα βρέθηκε στην αιγυπτιακή πόλη Αντινόη και τώρα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.
 
 Λεξιλόγιο - φράσεις που χρησιμοποιούσαν για επικοινωνία με τον αυτοκράτορα
 
         Στον Ιππόδρομο, μετά τον θάνατο του Ζήνωνος (491), οι δήμοι περιμένοντας την εκλογή του νέου αυτοκράτορα εξέφραζαν αιτήματα και επιθυμίες:
<< πολλά τα έτη της αυγούστης  ορθόδοξον βασιλέα τη οικουμένη της φιλοχρίστου βασιλίδος πολλά τα έτη. Κύριε ελέησον βασιλεύ ουράνιε, δός ημίν επίγειον αφιλάργυρον βασιλέα τη οικουμένη...>>
          Οι δήμοι χαιρέτησαν τον Αναστάσιο Α' στον Ιππόδρομο με τα ακόλουθα συνθήματα:
<< άφθονα τη οικουμένη ως εζησας ούτως βασίλευσον  αγνούς άρχοντας τη οικουμένη... τους δηλάτορας (= τους καταδότες) έξω βάλε... το εξέρκιτον (= στράτευμα) συ έγειρον, τους δούλους σου ελέησον...>>
               Το παρακάτω απόσπασμα, αποτελεί διαξιφισμό μεταξύ των Πράσινων και του Ιουστινιανού πριν τη Στάση του Νίκα:
<<έτη πολλά , Ιουστινιανέ, αύγουστε, συ νικάς , αδικούμαι, μόνε αγαθέ, ου βαστάζω, οίδεν ο Θεός φοβούμαι ονομάσαι μη πλέον ευτυχήση και μέλλω κινδυνεύειν>>... << Ο πλεονεκτών με, τρισαύγουστε, εις τα τζαγγαρεία ευρίσκεται>>
             Με τα παραπάνω αποσπάσματα παρατηρούμε τη δομή των ομιλιών μεταξύ δήμων και αυτοκράτορα. Αρχικά οι δήμοι προσέφευγαν σε ευχές (έτη πολλά, συ νικάς) και τιμητικούς τίτλους (αύγουστε) ένω στη συνέχεια ανέφεραν τα αιτήματά τους και όλα όσα τους αποσχολούσαν.
               Μερικές απ ' τις λέξεις και τις φράσεις που χρησιμοποιούσαν ήταν οι παρακάτω: έτη πολλά, αύγουστε. τρισαύγουστε, συ νικάς κ.α.
            Ιστορικοί έμειναν οι χλευασμοί και τα σκωπτικά τραγούδια των Δήμων, όπως σώζονται από το Θεοφάνη. Για τον αυτοκράτορα Φωκά δε δίστασαν να του πουν καταπρόσωπο << πάλιν τον καύκον έπιες, πάλιν τον νουν απόλεσας;>>, ενώ για τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο που είχε έξι γιους και τρεις κόρες, περιπαίζοντας τον για την οικογενειακή του ζωή, την υπεροψία και τους περιορισμούς της ελευθερίας, του αφιέρωσαν το παρακάτω αιχμηρό τραγούδι, κατά την έξοδό του στο προάστιο των Βλαχερνών (601)
<< Βρήκε τη μικρή δαμαλίτσα (αγελάδα) τρυφερή και απαλή και, όπως το νεαρό κοκοράκι, αυτήν πεπήδηκεν και έκανε παιδιά ως τα ξυλοκούκουδα, και κανείς δεν τολμά να πει κουβέντα, αλλά όλους τους φίμωσε.
Άγιε, Άγιέ μου, φοβερέ και δυνατέ, δωσ΄ του μια στο κεφάλι για να μην ξιπάζεται κι εγώ θα σου αφιερώσω το μεγάλο βόδι>>.
                
            
 Οι δήμοι μετά τον 7ο αιώνα
 
            Σε μεταγενέστερες περιόδους οι Πράσινοι και οι Βένετοι, μαζί με τη Σύγκλητο, διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο όταν χήρευε ο θρόνος και ο προηγούμενος αυτοκράτορας δεν είχε ορίσει με οποιονδήποτε τρόπο τον διάδοχό του. Η αλήθεια είναι ότι αυτό δε συνέβαινε τόσο συχνά. Οι δήμοι είχαν επίσης σημαντικό ρόλο και στην ταραγμένη εποχή από το 695 έως το 717, ένα διάστημα δηλαδή είκοσι δύο ετών κατά το οποίο σημειώθηκαν επτά αλλαγές στο βυζαντινό θρόνο. Έτσι, για παράδειγμα, η παράταξη των Βένετων μετά την ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄ (685-695, 705-711) το 695, αναγόρευσε αυτοκράτορα το Λεόντιο (695-698), μέχρι τότε στρατηγό του νέου θέματος της Ελλάδας. Από την άλλη πλευρά, οι Πράσινοι ενίσχυσαν πολύ τον Τιβέριο Γ΄ Αψίμαρο (698-705) να ανεβεί στον αυτοκρατορικό θρόνο.

              Παλαιότερα λανθασμένα θεωρούνταν ότι οι δραστηριότητες των δήμων διακόπηκαν την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641). Ένα χωρίο στο χρονικογράφο Θεοφάνη σχετικά με μια κρίσιμη στιγμή το 811 –όταν στις συγκρούσεις με τους Βουλγάρους ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ σκοτώθηκε και ο βαριά τραυματισμένος γιος του Σταυράκιος, ο οποίος ήταν βέβαιο ότι δε θα επιζούσε, έπρεπε να επιλέξει τον διάδοχο– επιβεβαιώνει το ρόλο των δήμων μέχρι τις αρχές του 9ου αιώνα. Όμως, οι δήμοι όλο και περισσότερο προσλαμβάνουν «διακοσμητικό» χαρακτήρα, συμμετέχοντας απλώς στις μεγαλοπρεπείς τελετές του παλατιού, κάτι που μπορούμε να διαπιστώσουμε μέχρι και το 12ο αιώνα.
 
Ιστορία των Ελλήνων -- Δομή
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού
Βυζαντινή Ιστορία Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου
Θεοδώρα - Απ' τον βούρκο στον θρόνο Πωλ Γουέλμαν
Βελισάριος - Το σπαθί του Ιουστινιανού Ρόμπερτ Γκρεϊβς



Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός

 
 
 
 
 
 
 
Βιογραφία
           Διαπρεπέστατος θεολόγος και ποιητής του 8ου αιώνα μ.Χ. και Πατέρας  της Εκκλησίας. Γεννήθηκε στη Δαμασκό στα τέλη του 7ου αιώνα μ.Χ. και έτυχε επιμελημένης αγωγής από τον πατέρα του Σέργιο, που ήταν υπουργός οικονομικών του άραβα χαλίφη Αβδούλ Μελίκ του Α’. Δάσκαλός του ήταν κάποιος πολυμαθής και ευσεβέστατος μοναχός, που ονομαζόταν Κοσμάς και ήταν από τη Σικελία. Ο Σικελός μοναχός πράγματι, εκπαίδευσε τον Ιωάννη και τον θετό του αδελφό Κοσμά τον Μελωδό  άριστα σ' όλους τους κλάδους της γνώσης.
                Όταν πέθανε ο Σέργιος, ο γιός του Ιωάννης διορίστηκε, χωρίς να το θέλει, πρωτοσύμβουλος του χαλίφη Βελιδά (705 - 715 μ.Χ.). Αργότερα, όταν ο χαλίφης Ομάρ ο Β' εξήγειρε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Ιωάννης μαζί με τον θετό του αδελφό Κοσμά (τον έπειτα επίσκοπο Μαϊουμά), έφυγαν από τη Δαμασκό και πήγαν στην Ιερουσαλήμ. Εκεί ο Ιωάννης έγινε μοναχός στην περίφημη Μονή του αγίου Σάββα, όπου έμεινε σ' όλη του τη ζωή, μελετώντας και συγγράφοντας.
             Στο διωγμό κατά των αγίων εικόνων, επί Λέοντος του Ισαύρου (726 μ.Χ.), πήρε ενεργό μέρος και συνέγραψε τους τρεις γνωστούς λόγους υπέρ των αγίων εικόνων, πράγμα που θορύβησε τον Λέοντα. Αναφέρεται ότι ο Λέων διέταξε να μιμηθούν την γραφή του Δαμασκηνού και να στείλουν στο Χαλίφη πλαστή επιστολή του, με την οποία να φαίνεται ότι αυτός προσέφερε τη Δαμασκό στους Βυζαντινούς. Ο Χαλίφης πείστηκε και του έκοψε το δεξί χέρι το οποίο όμως γιατρεύτηκε ως εκ θαύματος. Τότε έγραψε τον Α΄ Ειρμό του Κανόνος του Α' ήχου «Σου η τροπαιούχος δεξιά, θεοπρεπώς εν ισχύϊ δεδόξασται».

            Ο Ιωάννης κατανάλωσε όλη του τη ζωή για τη δόξα της Εκκλησίας και άφησε σε μας θησαυρούς ανυπολόγιστης αξίας. Έζησε με οσιότητα πάνω από εκατό χρόνια και κοιμήθηκε ειρηνικά το 749 μ.Χ. Τάφηκε στη Μονή του Αγίου Σάββα. Χάρη στην ευγλωττία του ονομάσθηκε και «Χρυσορρόας», ενώ για το πλούσιο μουσικό του έργο ονομάστηκε «Μαΐστωρ της μουσικής».
Συγγραφικό έργο
            Ο Ιωάννης μας παρέδωσε πλουσιότατο έργο σε όλους τους τομείς της Θεολογίας. Αφιερωμένος στη συχνή μελέτη της Πατερικής Παράδοσης και της ελληνικής φιλοσοφίας κατέγραψε άνετα τον πλούτο της εμπειρίας του. Οι κριτικοί σήμερα αρνούνται την πρωτοτυπία , αλλά αυτό δεν αφορά σε όλα τα έργα του.
              Τα έργα διακρίνονται σε δογματικά, αντιρρητικά, απολογητικά, ηθικά, ομιλίες, ερμηνευτικά, αγιολογικά και υμνογραφικά.
 
I) Δογματικά

             α) το σπουδαιότερο δογματικό σύγγραμμα είναι η τριλογία «Πηγή γνώσεως». Διαιρείται σε τρία μέρη, όπου αναπτύσσονται οι φιλοσοφικές προϋποθέσεις, οι παρεκκλίσεις των αιρέσεων και τα δόγματα της Εκκλησίας. Το πρώτο μέρος ονομάζεται «Φιλοσοφικά Κεφάλαια» και αποτελεί φιλοσοφική εισαγωγή στη χριστιανική θεολογία. Στο μέρος «Περί τῶν αἱρέσεων» εξετάζονται σύντομα εκατό αιρέσεις σε εκατό κεφάλαια. Το τρίτο μέρος είναι η «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», το οποίο διαιρείται σε εκατό κεφάλαια και αποτελεί σύστημα δογματικής θεολογίας της Ορθοδοξίας. Γράφοντας το έργο αυτό ο Ιωάννης, όπλισε τους υπερασπιστές της τιμής των εικόνων με ένα ισχυρό όπλο στον αγώνα με τους αντιπάλους τους• όπλο που τους έλειπε κατά την έναρξη της Εικονομαχίας. Εδώ θέλει να προσφέρει εκκλησιαστικό και όχι προσωπικό δογματικό σύστημα. Από τους Πατέρες κυριαρχεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ακολουθούν οι Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Διονύσιος Αρεοπαγίτης κ.ά.
              β) «Λίβελλος περί ὀρθοῦ φρονήματος». Ανακεφαλαιώνει τα θεμελιώδη δόγματα της Ορθοδοξίας με βάση το Σύμβολο της Πίστεως.
              γ) «Εἰσαγωγή δογμάτων στοιχειώδης». Εξετάζει τους βασικούς όρους και τις κύριες διακρίσεις της χριστιανικής δογματικής.
               δ) «Περί τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων» (αμφιβαλλόμενο).
 
 
II) Ἀντιρρητικά.
          Σώζονται δύο πραγματείες εναντίον των Νεστοριανών, τρεις εναντίον των Μονοφυσιτών και εναντίον του Μονοθελητισμού. Οι περίφημες τρεις πραγματείες «Περί εἰκόνων» απετέλεσαν την πιο πολύτιμη πηγή των εικονοφίλων για την υπεράσπιση των ι. εικόνων. Γράφθηκαν σταδιακά στην πρώτη φάση της Εικονομαχίας και, συγκεκριμένα, από το 726 μ.Χ. ως το 731 μ.Χ. Εξετάζουν με μετριοπάθεια το πρόβλημα, δίδοντας το ορθό νόημα στη χρήση των εικόνων. Στο έργο αυτό παρουσιάζεται κατά τρόπο και η πολιτική του Λέοντα Γ’ για το θέμα.
 
III) Ἀπολογητικά.
         α) «Διάλογος κατά Μανιχαίων», ο οποίος είναι ερωταποκρίσεις ενός ορθοδόξου με οπαδό της παλιάς αίρεσης των Μανιχαίων.
β) Στο «Διάλεξις χριστιανοῦ καί σαρακηνοῦ» γίνεται λόγος για την αιτία του καλού και του κακού.
 
IV) Ἠθικά.
             α) «Ἱερά παράλληλα». Είναι μια ογκώδης ανθολογία Βιβλικών και Πατερικών χωρίων, η οποία αναφέρεται στο θρησκευτικό και ηθικό βίο.
          β) «Περί τῶν ἁγίων νηστειῶν πρός Κομητᾶν». Εξετάζει το θέμα της διάρκειας της νηστείας της Τεσσαρακοστής.
 
V) Ὁμιλίες.
          Μία «Εἰς τό Γενέσιον » και τρεις «Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου». Ακόμη «Εἰς τήν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου», «Εἰς τήν ξηρανθεῖσαν συκῆν» και «Εἰς τό Μέγα Σάββατον». Τέλος, οι ψευδεπίγαφες ομιλίες είναι πολυάριθμες.
            
VI) Ἑρμηνευτικά. Η ενασχόληση του Δαμασκηνού με την ερμηνεία των Γραφών υπήρξε περιορισμένη. Έχουμε μόνο την ερμηνεία «Εἰς τάς ἐπιστολάς τοῦ Παύλου», που αποτελεί επιτομή της εκτενούς ομιλητικής ερμηνείας του Ιωάννου Χρυσοστόμου.
 
VII) Ἁγιολογικά.
α) «Ἐγκώμιον εἰς Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον».
β) «Ἐγκώμιον εἰς τήν ἁγίαν Βαρβάραν».
γ) «Μαρτύριον τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης».
δ) Ο «Βίος Βαρλαάμ καί Ἰωάσαφ» είναι το σπουδαιότερο αγιογραφικό κείμενο του Ιωάννη, διότι γνώρισε μεγάλη διάδοση ως διήγημα.
 
VIII) Ὑμνογραφικά.
            Ο Δαμασκηνός είναι επίσης ένας από τους σπουδαιότερους μελωδούς της Εκκλησίας. Το ποιητικό του έργο θεωρείται από τα σημαντικότερα στην ορθόδοξη υμνογραφική παράδοση. Είναι ένας από τους εισηγητές του ποιητικού είδους των Κανόνων. Σώζονται 90 Κανόνες του, από τους οποίους οι 14 έχουν συμπεριληφθεί στα λειτουργικά βιβλία. Περίφημος είναι ο «Κανών εἰς τό ἅγιον Πάσχα» και το υμνογραφικό τμήμα των Κυριακών στο βιβλίο της Παρακλητικής• γνωστό ως Ὀχτώηχος της Κυριακής. Οι ύμνοι του επηρέασαν τους μεταγενέστερους ποιητές και απετέλεσαν τον πυρήνα των ακολουθιών της εβδομάδος.


Tα όργανα της βυζαντινή κοσμικής μουσικής

        
 
 
 
            Η βυζαντινή περίοδος που σηματοδοτείται από την απουσία της πόλης κράτους οδήγησε την μουσική δραστηριότητα να αναπτυχθεί στα περιβάλλοντα της συγκεντρωτικής εξουσίας.[1] Το κράτος ασκούσε απόλυτο υλικό και πνευματικό έλεγχο σε όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής.[2]

             Η μουσική δημιουργία της εποχής εκφράστηκε  μέσα από το δίπολο που ήθελε την λαϊκή μουσική να ακολουθεί ανεξάρτητη πορεία και την λόγια να ακολουθεί την θρησκευτική λατρεία.[3] Η εκκλησία έθεσε την μουσική στην υπηρεσία των αναγκών της, καλύπτοντας το μωσαϊκό πολλών λαών με κοινή ενιαία λειτουργική μουσική, [4]υιοθετώντας το a capella άσμα, το οποίο ήταν είδος ανυποληψίας στην κλασική περίοδο. [5]
 
           Με τον όρο βυζαντινή μουσική εννοούμε την επίσημη έκφραση της Αυτοκρατορίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη που δημιουργήθηκε για λειτουργικούς-δογματικούς λόγους και στηρίχθηκε στην ψαλτική τέχνη και υμνογραφία.  Χαρακτηριστικά της εκτός τη μονοφωνική εκτέλεση, είναι  η πλούσια εκφραστικότητα, το άριστο δέσιμο με τον λόγο, την χειρονομία και κυρίως ο αποκλεισμός των οργάνων. [6] Συχνά συγχέεται με την μουσική δραστηριότητα της βυζαντινής περιόδου γνωστή ως μουσική του Βυζαντίου που καλύπτει όλα τα είδη μουσικών που εμφανίστηκαν στα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[7] Στο πέρασμα των χρόνων η σύγχυση και ταύτιση αυτή είχε ως θετική επίπτωση την διάσωση της λόγιας εκκλησιαστικής μουσικής αλλά την ταυτόχρονη διατήρησή της στα αυστηρά πλαίσια της Εκκλησίας.[8]

            Αναντίρρητα, η έρευνα για την κοσμική λαϊκή μουσική που μεταδίδονταν με την παράδοση δυσκολεύεται από την θρησκευτική φύση του βυζαντινού πολιτισμού.[9] Από τις λιγοστές πηγές αντιλαμβανόμαστε ότι πολλά από τα όργανα της αρχαίας εποχής πέρασαν στην βυζαντινή έως και την σύγχρονη εποχή αρκετά παραλλαγμένα.[10] Έχουμε λοιπόν :

Α) Τα τοξωτά έγχορδα στα οποία ανήκουν

1. η αχλαδόσχημη λύρα με δοξάρι,

2. τα όργανα της οικογένειας της άρπας και του ψαλτηρίου( σαντούρι, κανονάκι, άρπα) και

3. της οικογένειας του λαούτου (πανδούρα, θαμπούρα, ταμπούριν).

Β) Τα Αερόφωνα στα οποία περιλαμβάνονται οι αυλοί (σουραύλια πλαγίαυλοι), εκκλησιαστικό όργανο, τούμπα, σάλπιγγα, βούκινο, σύριγγα Πανός και

Γ) Τα κρουστά ή μεμβρανόφωνα.
 

          Τα όργανα στο Βυζάντιο ήταν κυρίως φορητά. Θα τα παραθέσουμε ανάλογα με την χρήση τους που ήταν η λαϊκή διασκέδαση, ο ιδιωτικός βίος (γάμοι, ονομαστικές εορτές και πανηγύρεις) το στράτευμα και οι τελετές του Παλατιού.

          Ειδικότερα, τα όργανα λαϊκών διασκεδάσεων τα συναντούμε μέσα από τα άσεμνα θυμελικά παίγνια, διασκεδάσεις με αφορμή γιορτές πανηγύρεις με σκοπό τον χορό, τραγούδι και το θέαμα στα οποία κατέφευγαν κυρίως οι λαϊκές μάζες του Βυζαντίου που ζούσαν στην φτώχεια.[11] Σε αυτές λάμβαναν μέρος ακροβάτες, χορευτές, ηθοποιοί και ο λαός και διαδραματίζονταν από το παλάτι έως και τις γειτονιές των φτωχικών συνοικιών, με την συνοδεία αυλού και κιθάρας.[12]  Με τον όρο κιθάρα προσδιορίζεται μια πλειάδα οργάνων που παραπέμπουν στην αρχαία κιθάρα, την πανδούρα, η οποία  μοιάζει με το σημερινό μπουζούκι και τα συναντάμε με ονομασίες όπως λαβούτον, πανδούριν, θαμπούριν, ταμπούριν κ.ά.
 

           Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χορδόφωνα με δοξάρι -επίδραση των Αράβων- τα οποία ονομάζονται λύρα – σαν την Κρητική αχλαδόσχημη- αλλά ουσιαστικά πρόκειται για τελείως διαφορετικό όργανο από το αρχαίο. Στα πολύχορδα περιλαμβάνονται όργανα διαφόρων σχημάτων και λειτουργιών με αντιπροσωπευτικά τις άρπες και δύο είδη ψαλτηρίων : το κρουστό σαντούρι και το κανονάκι. Στα αερόφωνα πρωταγωνιστεί ο αυλός με ονόματα όπως δόναξ και κάλαμος και στα υστεροβυζαντινά χρόνια ως σουραύλια και πλαγίαυλοι ή και δίαυλοι. Φυσικά συνεχίζουν να είναι όργανα επιλογής των ποιμένων, κυρίως δε η σύριγγα του Πανός. Επίσης χρησιμοποιούνταν στις διασκεδάσεις και τους χορούς και ο μουσικός που τους έπαιζε ονομάζονταν σουρουλιστής ή χοραύλης.[13] Τέλος στα κρουστά ανήκουν τύμπανα, κρόταλα, κύμβαλα, σείστρα, πληθία και οι ανακαράδες.

            Στην στρατιωτικοποιημένη αυτοκρατορία του Βυζαντίου ήταν επιβεβλημένη η χρήση οργάνων αν και συχνά συγχέεται με τη ρωμαϊκή περίοδο. Κυριαρχούν το βούκινο ή βουκάνη που κατασκευάζονταν από κέρατο ζώου και αργότερα από μέταλλο.[14] Χρησιμοποιούνταν ως σύνθημα επίθεσης στο πεδίο μάχης, πορείες ασκήσεις,[15]ή σε συνθήματα έναρξης εργασιών μέσα στο στρατόπεδο.[16]Ακολουθεί η σάλπιγγα ή με την παλιά ονομασία tubaμ σωλήνας που παρήγαγε οξύ ήχο. Σήμαινε την λήξη ή οπισθοχώρηση αλλά χρησιμοποιήθηκε και στις αυλικές ανάγκες για επευφημίες ώσπου έγινε απαραίτητη στις επίσημες τελετές.[17]

         Υπάρχει μια σύγχυση για το αν η λέξη όργανον που απαντάται συχνά  αναφέρεται στο αρμόνιο ή χαρακτηρίζει γενικά τα μουσικά όργανα.[18] Μάλλον αναφέρεται στο βυζαντινό πολύαυλον, εξέλιξη της αρχαίας υδραύλεως που ο παλιός του μηχανισμός αντικαταστάθηκε με σύστημα φυσερών. Το όργανο συνδέθηκε με το τυπικό των τελετών στο Παλάτι και διατηρούσε σημασία αυτοκρατορικού συμβόλου.[19]Το χρησιμοποιούσε η Αυλή για να δείξει την ισχύ της κατά την υποδοχή πρεσβειών.[20]

          Δεν πρέπει να παραλείψουμε τις καμπάνες και τα σήμαντρα  που χρησιμοποιούνταν στις εκκλησίες και στις Μονές. Εισάγονται στην λατρεία τον 7ο αιώνα αρχικά με  υλικό κατασκευής το ξύλο και αργότερα το μέταλλο. Συνδεδεμένες με το τυπικό της Εκκλησίας σηματοδοτούν τον εσπερινό, τις λιτανείες, τις γιορτές, τον θάνατο, την χαρά ακόμα και τον κίνδυνο.[21]
  
 
Πηγή    << Πεμτουσία>>
 
[1] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Β, σ.178.

[2] Πλωρίτης Μ., 1999, σ.30.

[3] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Α, σ.313-314

[4] Νef K., 1960, σ.60.

[5] Άσμα χωρίς συνοδεία οργάνου Reinach T., 1999, σ.151.

[6] Κινήσεις του κορυφαίου με το χέρι Πλακογιαννάκης Ε.Κ.,2006, σ.211-213.

[7] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Β, σ.178-179.

[8] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Α, σ.226-227.

[9] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 275-276.

[10] Καρακάσης Στ., 1970, σ.23.

[11] Καθημερινή 1998, Μαλιάρας Ν., σ.8.

[12] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 276.
 [13] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.269.

[14] Καθημερινή, 1998, Μαλιάρας Ν., σ.9.

[15] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.290.

[16] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 279.

[17] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.291.

[18] Wellesz E, 2010, σ.719.

[19] Πολλές φορές ήταν φτιαγμένο από χρυσό.

[20] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ.279-280.

[21] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.298-302.   Βιβλιογραφία.

●Νef  Κ, Ιστορία της Μουσικής, μεταφρ Φ.Ανωγειανάκης, εκδ Απόλλων, Αθήνα 1960.

●Μιχαηλίδης Σ., Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα, 1982.

●Λέκκας Δ, Παπαοικονόμου- Κηπουργού ., κ.ά., Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, τ. Α΄, τ. Β΄ , ΕΑΠ, Πάτρα 2003.

●West.M.L., Αρχαία Ελληνική Μουσική, μεταφρ Στ Κομνηνός, εκδ.Παπαδήμα Αθήνα 1999.

●Βυλερμόζ Ε, Ιστορία της μουσικής, μεταφρ. Λεωτσάκος Γ, εκδ Υποδομή, Αθήνα 1980

●Εφημερίδα Καθημερινή, ένθετο 7 ημέρες, 18-1-1998. Τα μουσικά όργανα των Αρχαίων Ελλήνων, επιμ. Αφιερώματος Σέλλα Όλγα.

●Νeubecker A.J., Η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1986.

 ●Wellesz E., Η βυζαντινή μουσική και λειτουργία στο Η Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (β΄)Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, μτφ Ντουντού Σαούλ εκδ Μέλισσα , σ.718-722. στο Παράλληλα Κείμενα για την Θεματική Ενότητα ΕΛΠ 40, Πάτρα 2010.

●Τυροβολά Β., Τα μουσικά όργανα του Βυζαντινού χορού και η στάση των εκκλησιαστικών ανδρών απέναντί τους, Συνοδευτικά Κείμενα για την ΕΛΠ40, Πάτρα 2010.

●Καρακάσης Στ, Ελληνικά Μουσικά όργανα, εκδ Δίρφος, Αθήνα 1970.

●Reinach Theodore, Η Ελληνική Μουσική, μεταφρ Καραστάθη Αναστασία – Μαρία, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1999.

● Πλακογιαννάκης Κίμωνος  Εμμανουήλ, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος και πολιτισμός των Βυζαντινών, Θεσσαλονίκη 2006.

●Ηλιάδης Κ., Μελετήματα Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, τόμος α, Αθήνα 2002.



Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

O ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ --- γ΄μέρος

   

 
 
 
         Ιπποδρομίες, ασχέτως αν ήσαν «μαχητικές» ή όχι, εγίνοντο στην Κωνσταντινούπολι και τίς άλλες πόλεις τού κράτους κατά διάφορα χρονικά διαστήματα και έπ’ ευκαιρία διαφόρων γεγονότων. Κατ’ αρχήν βεβαίως υπήρχαν οι προγραμματισμένοι για ορισμένες ημέρες αγώνες, το «ιππικόν τού καταλόγου». Ετελούντο κατά τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές «εν ταις φαιδραίς τής των Χριστιανών πίστεως ημέραις» και κυρίως τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια, το Πάσχα, των Αγίων Αποστόλων και τις άλλες σημαντικές ημέρες τής Χριστιανοσύνης. Πλην των θρησκευτικών όμως εορτών ό Ιππόδρομος λειτουργούσε και έπ’ ευκαιρία χαρμοσύνων διά την αυτοκρατορίαν γεγονότων. Τα γεγονότα αυτά, τα οποία καθορίζονται από την Έκθεσι Κωνσταντίνου τού Πορφυρογεννήτου, ήσαν το νατάλιον τού βασιλέως, ή ημέρα δηλαδή των γενεθλίων του, ή 11η  Μαΐου, επέτειος των γενεθλίων τής Κωνσταντινουπόλεως, ή τέλεσις βασιλικών ή πριγκιπικών γάμων, ή γέννησις ή η βάπτισις τέκνων τού βασιλέως κ.λπ.
               Ιπποδρόμιο επίσης εγίνετο και κατά την υποδοχή ξένων επισήμων, την τέλεσι θριάμβου και, πολλές φορές, όταν οι ειδήσεις από το μέτωπο δεν ήσαν ευχάριστες, για να περισπάται ή προσοχή τού λαού. Ιδιαιτέρως επίσημες ήσαν οι ιπποδρομίες τής Διακαινησίμου Εβδομάδας και τής 11ης  Μαΐου. Οι πρώτες ελέγοντο «χρυσούν Ιπποδρόμιον» εκ τού γεγονότος, ότι στους νικητάς ηνιόχους εδίδοντο ως έπαθλον χρυσά νομίσματα. Οι δεύτερες ονομάζοντο «λαχανικόν ιπποδρόμιον», γιατί μετά την λήξι τού αγώνος εμοιράζοντο στον λαό εντός τού σταδίου λάχανα, ψάρια και άφθονα γλυκίσματα. Υπήρχε και «μακελλαρικό ιπποδρόμιο», κατά το οποίο εμοιράζοντο κρέατα.
               Ανεξαρτήτως τού αν οι αγώνες ήσαν προγραμματισμένοι ή όχι, την εντολή τής διεξαγωγής των έπρεπε να δώση ό βασιλεύς, ό οποίος ηρωτάτο «ει κελεύει αχθήναι το ιππικόν». Μετά την έγκρισι άρχιζαν οι σχετικές προετοιμασίες. Και κατ’ αρχήν την παραμονή τής ιπποδρομίας εκρεμάτο στην κυρία είσοδο τού Ιπποδρόμου το λεγόμενο βήλον, πού, κατά μία άποψι, ήτο ή επίσημη βυζαντινή σημαία. Ή ανάρτησις τού βήλου εσήμαινε, ότι την επομένη θα διεξήγετο ιπποδρομία. Εν συνεχεία υπό την επίβλεψι τού επάρχου, πού ήταν σημειωτέον ό ανώτατος αστυνομικός άρχων τής Κωνσταντινουπόλεως και υπεύθυνος για την τάξι κατά την διάρκεια των αγώνων, εκαθαρίζετο ό στίβος και εστρώνετο με ρινίσματα κέδρου. Την ημέρα τής ιπποδρομίας και αφού προηγουμένως είχαν κληρωθή οι ίπποι και οι ηνίοχοι, οι οποίοι θα ελάμβαναν μέρος στον αγώνα και όλα ήσαν έτοιμα, ειδοποιείτο ό πραιπόσιτος, αυλικός αξιωματούχος, ότι έπρεπε να αρχίσουν οι αγώνες. Τούτο ανέφερε ό πραιπόσιτος στον βασιλέα. Ο τελευταίος αφού περνούσε από διάφορα ευκτήρια και άναβε κεριά, ανέβαινε από την μυστική σκάλα, τον «κοχλιό», στον κοιτώνα τού «Καθίσματος», δωμάτιο ευρισκόμενο πλησίον τής βασιλικής εξέδρας. Εκεί, εισήρχοντο οι λεγόμενοι βεστίτορες και τού φορούσαν την επίσημη βασιλική στολή. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ό λαός ανέμενε με αγωνιά τον αυτοκράτορα, ποσκαλώντας τον με τις φράσεις: «ανάτειλον ή ένθεος βασιλεία», «ανάτειλον ή εκλογή τής Τριάδος» κ.ά. Μετά τίς επιφωνήσεις των θεατών ό βασιλεύς ενεφανίζετο στο «σέντζο» και κρατών το άκρο τής χλαμύδος «εσφράγιζε» τρεις φορές τον λαό. Πρώτα τούς απέναντί του ευρισκομένους, έπειτα τούς Βενέτους, πού ευρίσκοντο δεξιά και εν συνεχεία τούς Πρασίνους, πού εκάθηντο αριστερά. Εν τω μεταξύ τα πλήθη, αναφωνούσαν με στεντορεία φωνή, κατά την Έκθεσιν Κωνσταντίνου τού Πορφυρογεννήτου, «Άγιος, άγιος, άγιος. Πολλά, πολλά, πολλά, πολλά έτη εις πολλά», Συγχρόνως οι φίλαθλοι παρατηρούσαν τον βασιλέα, για να διαπιστώσουν ποιας παρατάξεως, των Βενέτων ή των Πρασίνων, φέρει τα εμβλήματα, πράγμα πού εσήμαινε, ότι την παράταξι εκείνη υπεστήριζε. Στην συνέχεια ό λεγόμενος μαππάριος, ευρισκόμενος στο μέσον τού Ιπποδρόμου έδιδε το σύνθημα, οπότε άνοιγαν οι πόρτες και οι ηνίοχοι κατελάμβαναν τις θέσεις τους επί τής χαραγμένης επί τού εδάφους λευκής γραμμής. Ή εμφάνισις των αρμάτων προκαλούσε παραλήρημα ενθουσιασμού και μυριόστομος ακολουθούσε ή ευχή τού όχλου: «άρτι και άρτι, Κύριε, βοήθησον».
               Μετά την εκκίνησι οι τέσσερις ηνίοχοι, προσπαθούσαν, όπως είναι φυσικό, να έλθουν πρώτοι. Κατά την διάρκεια τής διαδρομής το ένα άρμα προσπαθούσε να ανατρέψη το άλλο. Μεγάλη επιτυχία εθεωρείτο για τον αναβάτη να καταστρέψη το άρμα τού αντιπάλου του. Κατά την συμπλοκή των αρμάτων οι ηνίοχοι αλληλοεκτυπώντο με τον αγριώτερο τρόπο. Ο πρώτος προσπαθούσε να εμποδίση τούς όπισθεν ερχομένους να τον προσπεράσουν. Εκείνοι πάλι ηγωνίζοντο να τον πλησιάσουν και να τού βγάλουν την περικεφαλαία, το κασσίδιον, όπως την έλεγαν οι Βυζαντινοί. Η αποκασσίδωσις αποτελούσε, κατά τον κανονισμό τού Ιπποδρόμου, ήττα. Το αυτό ίσχυε και εάν το κασσίδιον έπεφτε μόνο του κατά την διάρκεια τής διαδρομής. Ιδιαιτέρως εδοκιμάζετο ή ικανότης των αρματοδρόμων, όταν περνούσαν τον λεγόμενο καμπτόν. Εκεί έπρεπε με επιδεξιότητα να μαστιγώνεται ό δεξιός ίππος, ό οποίος θα διέτρεχε μεγαλύτερο κύκλο και να συγκρατήται ό αριστερός, ώστε το άρμα να μή ανατραπή. Νικητής ανεκηρύσσετο ό ηνίοχος, ό οποίος διέτρεχε επτά σπάτια, επτά δηλαδή πλήρης κύκλους και ετερμάτιζε πρώτος.
               Αυτονόητο είναι, ότι συχνά ήσαν τα θανατηφόρα ατυχήματα με θύματα κυρίως αρματοδρόμους, αλλά ενίοτε και απρόσεκτους θεατάς. Πολλά επίσης άρματα κατεστρέφοντο ιδίως στον καμπτόν λόγω ανατροπής των. Μετά την πρώτη ακολουθούσαν τρεις ακόμη ιπποδρομίες, τρία «βαΐα», όπως ελέγοντο, επειδή στους νικητάς πλην των άλλων εδίδοντο ως έπαθλον και Βάϊα, δηλαδή κλάδοι φοίνικος. Εις τα τέσσαρα βαΐα πού διεξήγοντο μέχρι τής μεσημβρίας ελάμβαναν μέρος δεκαέξη άρματα. Μετά την λήξι τού τελευταίου βαΐου, ό βασιλεύς ανεχώρει προς το πλησίον τού «καθίσματος» υπνοδωμάτιον, όπου, αφού έβγαζε την επίσημη στολή συνέτρωγε με τούς άρχοντες στο τρίκλινο. Εν συνεχεία αποχωρούσε προκειμένου να αναπαυθή ώστε να παρακολουθήση και το απογευματινό ιπποδρόμιο, πού σε τίποτε δεν διέφερε τού πρωινού. Εν τω μεταξύ οι θεαταί, και έφ’ όσον βεβαίως υπήρχε και απογευματινό βαΐο, παρέμενον στις θέσεις τους. Από τον Ιππόδρομο αναχωρούσαν αργά το βράδυ «υπό λαμπάσι και λύχνοις», κατά την έκφρασι τού Χρυσοστόμου.
                Προηγουμένως, μετά την λήξι των αγώνων και την ανακήρυξι των νικητών, ό λαός επευφημούσε διά των φράσεων: «καλώς ήλθες, Ουράνιε» εάν ό νικητής ήταν Βένετος, «καλώς ήλθες Ολύμπιε μετά νίκης», εάν ό νικητής ήταν Πράσινος. Έπειτα οι νικηταί και οι οπαδοί τους εστέκοντο προ τού βασιλέως και τού απηύθυναν την εξής ευχή: «Πολλά, πολλά, πολλά, πολλά έτη εις πολλά:
Πολλοί υμίν οι χρόνοι ή ένθεος βασιλεία, πολλοί υμίν οι χρόνοι ό δείνα και ό δείνα Αυγούσται των Ρωμαίων, πολλοί υμίν οι χρόνοι, δεσπόται συν ταις αυγούσταις και τοις πορφυρογεννήτοις». Εν συνεχεία παρακαλούσαν τον αυτοκράτορα πρώτον μεν να στεφανώση τούς νικητάς και δεύτερον να επιτρέψη να εορτάσουν με χορούς την νίκη. «Στεφανώσατε τούς δούλους υμών, ει κελεύετε» και «αίτησιν μιαν έχομεν οι δούλοι υμών απέλθωμεν χορεύσαι». Μετά τίς επευφημίες και τίς ευχές προς τον βασιλέα, ό ακτουάριος, έδινε κάτω από το βασιλικό «κάθισμα» τα βραβεία στους νικητάς. Κατά την διάρκεια τής απονομής των επάθλων οι κράχτες των νικητών απηύθυναν και πάλι ευχές προς τον αυτοκράτορα, παρακαλούντες τον Θεό να σώζη «το ορθόδοξον κράτος, τούς δεσπότας και τας αυγούστας των Ρωμαίων». Μετά την απονομή των βραβείων, πού ήσαν εκτός από στεφάνι φοίνικος, νομίσματα, φορέματα και πολλάκις και αργυρούς στέφανους, κατ’ εντολήν τού βασιλέως επετρέπετο στους νικητάς «χορεύσαι εκτάκτως», οπότε εκείνοι χορεύοντες, τραγουδούντες συρίζοντες και με κάθε τρόπο εκδηλώνοντες την χαρά των, έφθαναν στην Μέση, την κεντρική λεωφόρο τής Κωνσταντινουπόλεως. Όταν τελείωνε το ξεφάντωμα χαράς, όλοι μαζί πήγαιναν στην εκκλησία να ευχαριστήσουν τον Θεό για την νίκη τους.
           Και τώρα οι ηνίοχοι. Συνήθως ήσαν δούλοι, ή πρόσωπα τής κατωτάτης κοινωνικής τάξεως, χωρίς να αποκλείωνται και Ευγενείς πολίται και βασιλείς ακόμη, όπως ό Μιχαήλ Γ’, περί τού οποίου προαναφέραμε, ότι ήταν δεινός αρματηλάτης. Γενικώς το επίσημο κράτος τούς ηνιόχους θεωρούσε «Πρόσωπα άσεμνα», απαγόρευε την τοποθέτησι εικόνων των σε χώρους άλλους πλην τού Ιπποδρόμου και εθεωρούσε ύβρι το να ονομασθή Κάποιος ηνίοχος. Το αντίθετο συνέβαινε με τούς φανατικούς φίλους των ιπποδρομιών, για τούς οποίους οι αρματοδρόμοι, όπως ακριβώς και οι σημερινοί ποδοσφαιρισταί, αποτελούσαν αληθινά ινδάλματα.
              Οι περισσότεροι από τούς ηνιόχους, άνθρωποι, όπως είπαμε, τής κατωτάτης τάξεως, ήσαν κατ’ εξοχήν προληπτικοί. Πολλοί κατέφευγαν σε μάγους, προκειμένου να εξασφαλίσουν νίκη κατά των αντιπάλων των. Ο Γρηγόριος ό θεολόγος βεβαιώνει, ότι οι ηνίοχοι «καλούσι δαιμόνων πονηρίαν», ενώ ό Χρυσόστομος αναφέρεται εις «έργα από μαγγανείας γινόμενα». Από αγιολογικό κείμενο γίνεται γνωστό, ότι κάποιος ηνίοχος, ονόματι Ιταλικός, υποψιασθείς, ότι είχε πέσει θύμα μαγείας, κατέφυγε στον Όσιο Ιλαρίωνα, για να τού λύση τα μάγια. Ο Όσιος, αφού εγέμισε ένα ποτήρι με νερό εκάλεσε τον Ιταλικό να κοιτάξη. Έκπληκτος εκείνος είδε τούς ίππους και τα άρματα καταδεδεμένα. Σε άλλη περίπτωση, την οποία ό Κουκουλές αναφέρει στους «Μεσαιωνικούς και Νεοελληνικούς καταδέσμους» στην σφενδόνη τού Ιπποδρόμου τής Κωνσταντινουπόλεως ανεκαλύφθη αγγείο με μαγικούς καταδέσμους. Κακόν οιωνό εθεωρούσαν οι ηνίοχοι και το να συναντήσουν κληρικό προ τού αγώνος. Τόση ήταν ή πίστις τους στην δύναμι τής μαγείας, ώστε κατέφευγαν σε μάγους, παρά την αυστηρότητα τής νομοθεσίας ή οποία προέβλεπε και την εσχάτη ακόμη των ποινών.
       
ΣΑΡ. Π. ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ  Ύπαστυνόμος Α’


Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τευχ. 67, Ιανουάριος 1974.

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Ο βυζαντινός Ιππόδρομος -- β΄μέρος--

            
 
 
 
 
 
 
            Από τα σπουδαιότερα μέρη τού Ιπποδρόμου τής Πρωτευούσης, ήταν το «κάθισμα», ή «σέντζον» το οποίο ίδρυσε ό Μέγας Κωνσταντίνος, για να παρακολουθή από εκεί τούς αγώνες ό βασιλεύς. Το βασιλικό κάθισμα δεν επικοινωνούσε με τον στίβο και τις κερκίδες, προκειμένου ό αυτοκράτωρ να προστατεύεται από τις επιθέσεις τού όχλου, πράγμα όχι σπάνιο κατά την τέλεσι των ιπποδρομιών. Στο χαμηλότερο σημείο τού «καθίσματος» εκάθηντο οι αξιωματούχοι τής ανακτορικής φρουράς με τα λάβαρα και τις βασιλικές σημαίες. Σε διάφορα σημεία τού Ιπποδρόμου ευρίσκοντο έξη θύρες. Μιά από αυτές την ονόμασαν «νεκρά», γιατί εκεί κατά τον Σκαρλάτο, ετάφησαν οι νεκροί τής «Στάσεως τού Νίκα».
            Ο Ιππόδρομος, όπως και τα αρχαία ελληνικά στάδια είχε σχήμα πεταλοειδές. Στα καθίσματα, τα βάθρα, όπως ελέγοντο, εκάθηντο οι θεαταί. Πολλοί από αυτούς τοποθετούσαν στα μαρμάρινα εδώλια μαξιλάρια γεμισμένα με άχυρα, ή φύλλα καλάμου. Ο στίβος περιεβάλλετο από τον «εύριπον», βαθύ χαντάκι πλάτους τριών μέτρων. Το χαντάκι αυτό γεμάτο νερό, εμπόδιζε τούς φιλάθλους να φθάσουν στον στίβο, για να βοηθήσουν ή να ενθαρρύνουν τούς δικούς των. Παλαιότερα και όταν στον Ιππόδρομο εγίνοντο θεατροκυνήγια, ό «εύριπος» προεφύλασσε το κοινό από τα άγρια θηρία.
             Όπως στον ρωμαϊκό Ιππόδρομο, έτσι και σε εκείνον τής Κωνσταντινουπόλεως, υπήρχε ή λεγομένη spina, στην οποίαν ευρίσκοντο διάφορα μνημεία. Μεταξύ αυτών διεκρίνετο ό Οβελίσκος τού Μεγάλου Θεοδοσίου, ό Οβελίσκος τού Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου και ή περίφημη χάλκινη στήλη τού τριελίκτου όφεως, ή οποία, υποβαστάζουσα χρυσούν τρίποδα, είχε αφιερωθή στο Μαντείο των Δελφών από τις ελληνικές πόλεις, οι οποίες έλαβαν μέρος στην μάχη των Πλαταιών. Την στήλη μετέφερε και έστησε στον Ιππόδρομο ό Μέγας Κωνσταντίνος.
              Ως προς την έκτασι και την χωρητικότητα τού Ιπποδρόμου τής πρωτευούσης υπάρχουν διαφωνίες. Από τις ανασκαφές όμως μπορούμε κατά προσέγγισι να υπολογίσωμε το πλάτος σε 110 μέτρα, το μήκος σε 400 και την χωρητικότητα σε εκατό χιλιάδες άτομα. Μεταξύ τούτων βεβαίως ευρίσκοντο ό βασιλεύς και τα μέλη τής βασιλικής οικογενείας. Ο βασιλεύς παρακολουθούσε, όπως προαναφέραμε, τούς αγώνες από το «σέντζο» φορών την επίσημη στολή του, δηλαδή το κόκκινο διβητήσιο, την χλαμύδα και το στέμμα. Κοντά του ήσαν οι πρίγκιπες και οι σπουδαιότεροι άρχοντες, μεταξύ των οποίων ό μάγιστρος, ό κοιαίστωρ, ό πραιπόσιτος και ό καστρήτσιος. Η βασίλισσα, οι πριγκίπισσες και οι αρχόντισσες, παρακολουθούσαν διακριτικά τις ιπποδρομίες και τα άλλα θεάματα, από το κατηχουμενείο τού ναού τού Αγίου Στεφάνου, το οποίο ευρίσκετο εντός τού Ιπποδρόμου, και κρυμμένες πίσω από λεπτά παραπετάσματα.
             Οι προαναφερθέντες θεαταί, μηδέ τού βασιλέως εξαιρουμένου, ανήκαν στην μία, ή την άλλη ομάδα, είτε δηλαδή στους Βενέτους, είτε στους Πρασίνους. Την συμπεριφορά τους κατόπιν τούτου μπορεί ό καθένας να φαντασθή. Αρκεί, και δεν είναι άτυχής ό παραλληλισμός, να αναλογισθή τι γίνεται σήμερα στα γήπεδα, κατά την διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνος. Κατ’ αρχάς και οι δύο παρατάξεις προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να ενθαρρύνουν τούς ηνιόχους τής ομάδος των. Έτσι, άλλοι τούς ηύχοντο «καλόν αγώνα», άλλοι χειροκροτούσαν και άλλοι παρακαλούσαν τον Θεό και την Παναγία: «Όλους τούτους βοήθησον, τούς πρώτους βοήθησον νικήσουσι πρεσβείαις σου, Θεοτόκε, χαροποιούντες την βασιλείαν, την πολιτείαν. Ο Θεός ό Άγιος, νίκην αυτοίς παράσχου». Μετά τις ευχές ακολουθούσαν οι κατάρες εναντίον αλλήλων, οι ύβρεις, οι βλασφημίες και τα συρίγματα, για να φθάση κάποτε ή αγρία συμπλοκή, ή οποία πολλές φορές στοίχιζε χιλιάδες θύματα και από τις δύο πλευρές.
               Συνήθως οι θεαταί, όταν οι αγώνες συνεχίζοντο και το απόγευμα, έφεραν μαζί και την τροφή τους μέσα σε μικρά κάνιστρα, στα οποία όμως πολλές φορές έκρυβαν πέτρες, εγχειρίδια σιδηράς ράβδους και άλλα φονικά όργανα, προορισμένα να χρησιμοποιηθούν εν περιπτώσει ανάγκης, Οι επιθέσεις δεν εστρέφοντο μόνο εναντίον αλλήλων, αλλά και εναντίον των αρχόντων και τού αυτοκράτορος ακόμη.
                Γνωστή είναι βεβαίως ή «Στάσις τού Νίκα», ή οποία, αν και στο βάθος είχε κίνητρα πολιτικά, εν τούτοις υπήρξε αποτέλεσμα τού φανατισμού τού όχλου, τον οποίο επιτήδειοι δημαγωγοί εξήγειραν εναντίον τού Ιουστινιανού. Χωρίς να αναφερθούμε στο Ιστορικό τής «Στάσεως», πού είναι σε όλους γνωστό, είναι νομίζομε ενδιαφέρον να παραθέσωμε μερικές άγνωστες πτυχές της και κυρίως τον διάλογο ό οποίος διεξήχθη μεταξύ τού Ιουστινιανού και τού πλήθους, ως και άλλα τραγικά περιστατικά τα οποία αναφέρουν Βυζαντινοί Ιστοριογράφοι. Διάλογο αυτού τού είδους μεταξύ ηγεμόνος και των υπηκόων του πρώτη φορά αναφέρει ή παγκόσμιος ιστορία. Ο διάλογος, όπως τον διέσωσε ό χρονογράφος Θεοφάνης (Θεοφάν. Χρονογρ. 1. 278) και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διεξήχθη έχουν ως εξής: Την 13ην  Ιανουαρίου τού 532 ό Ιουστινιανός τελούσε την εορτή των Ειδών τού Ιανουαρίου και διέταξε, όπως εσυνηθίζετο, την τέλεσι ιππικού αγώνος. Τον αγώνα αυτόν εξεμεταλλεύθησαν οι Πράσινοι, για να δείξουν την μεγάλη προς τον αυτοκράτορα δυσαρέσκεια, επειδή ό τελευταίος συμπαθούσε τούς Βενέτους. Άρχισαν λοιπόν να θορυβούν μέχρι σημείου, ώστε να είναι αδύνατη ή τέλεσις τού ιππικού αγώνος. Ο Ιουστινιανός συγκρατηθείς έπ’ αρκετόν, διέταξε τέλος τον διαγγελέα του, τον μανδάτορα, όπως ελέγετο, να παραγγείλη στα πλήθη να ησυχάσουν. Στην αρχή και σε ερώτησι τού Ιουστινιανού γιατί θορυβούν, οι Πράσινοι εφάνησαν διαλλακτικοί και θέλοντας να κολακεύσουν τον αυτοκράτορα ανεφώνησαν. «Έτη πολλά, Ιουστινιανέ Αύγουστε, tu vincas (ευχή στην λατινική)• αδικούμαι, μόνε αγαθέ, ου βαστάζω. Οίδεν ό Θεός. Φοβούμαι ονομάσαι, μή πλέον ευτυχήση και μέλλω κινδυνεύειν». Τότε ό Ιουστινιανός ερώτησε: «Τίς έστιν; ούκ οίδα».
Πράσινοι: «Ο πλεονεκτών με, Τρισαύγουστε, εις τα τσαγγάρια ευρίσκεται».
Μανδάτωρ: «Ουδείς υμάς αδικεί».
Πράσινοι: «Εις και μόνος αδικεί με, Θεοτόκε, μή ανακεφαλώσοι».
Μανδάτωρ: «Τίς έστιν εκείνος; ούκ οίδαμεν».
Πράσινο;: «Σύ και μόνος οίδας, Τρισαύγουστε, τις πλεονεκτεί με σήμερον».
Μανδάτωρ: «Εί τις αν έστιν, ούκ οίδαμεν».
Πράσινοι: «Καλαπόδιος, ό Σπαθάριος αδικεί με, δέσποτα πάντων».
Μανδάτωρ: «Ούκ έχει πράγμα Καλαπόδιος».
Πράσινο;: «Εί τις ποτέ έστιν τον μώρον ποιήσοι τού Ιούδα. Ο Θεός ανταποδώσει αυτώ αδικούντι με διά τάχους».
Μανδάτωρ: «Υμείς ούκ ανέρχεσθε εις το θεωρήσαι, ειμή εις το υβρίσαι τούς άρχοντας».
Πράσινοι: «Εί τις δήποτε αδικεί με, τον μώρον ποιήσοι τού Ιούδα».
Στο σημείο αυτό ό αυτοκράτωρ ερεθισθείς ακόμη περισσότερο από το θράσος των Πρασίνων, άρχισε να τούς βρίζη και να τούς απειλή.
Μανδάτωρ: «Ησυχάσατε, Ιουδαίοι, Μανιχαίοι και Σαμαρείται».
Πράσινοι: «Ιουδαίους και Σαμαρείτας αποκαλείς; Η Θεοτόκος μεθ’ όλων».
Μανδάτωρ: «Έως πότε εαυτούς καταράσθε; Όντως ει μή ησυχάσητε αποκεφαλίζω υμάς». Με την φοβερή απειλή οι Πράσινοι αντέδρασαν ηπιώτερα, αλλά συνέχισαν να παραπονούνται:
«Επαρθήτω το χρώμα τούτο. Και ή δίκη ου χρηματίζει. Άνες το φονεύεσθαι και άφες κολαζόμεθα. Ίδε, πηγή βρύουσα, και όσους θέλεις κόλαζε. Αληθώς δύο ταύτα ου φέρει ανδρωπίνη φύσις (την αδικίαν δηλαδή και την ωμότητα)• είθε Σαββάτιος μή εγεννήθη, ίνα μή έσχεν υιόν φονέα» (Σαββάτιος ήτο ό πατέρας τού Ιουστινιανού).
Μετά την βαρυτάτη αυτή προσβολή κατά τού βασιλέως εξανέστησαν οι Βένετοι και έκραξαν οργισμένοι:
Βένετοι: «Τούς φονείς όλου τού σταδίου υμείς μόνοι έχετε».
Πράσινοι: «Πότε ου σφάζεις και αποδημείς; »
Βένετοι: «Σύ δε σφάζεις και διακινείς. Τούς φονείς γάρ τού σταδίου υμείς μόνοι έχετε».
Πράσινοι: «Δέσποτα Ιουστινιανέ αυτοί, αυτοί προκαλούσι και ουδείς αυτούς φονεύει. Νοήσοι ό μή θέλων. Τον ξυλοπώλην τον εις το ζεύγμα τις εφόνευσεν, αυτοκράτορ;»
Μανδάτωρ: «Υμείς αυτόν εφονεύσατε».
Πράσινοι: «Τον υιόν τού Επαγάθου τις εφόνευσεν, αυτοκράτορ; »
Μανδάτωρ: «Και αυτόν υμείς εφονεύσατε, και τούς Βενέτους πλέκετε».
Πράσινο;: «Άρτι, Κύριε, ελέησον• τυραννείται ή αλήθεια. Ήθελον αντιβάλαι τοις λέγουσιν εκ
Θεού διοικείσθαι τα πράγματα.
Πόθεν αύτη ή δυστυχία;»
Μανδάτωρ: «Βλάσφημοι και θεοχόλητοι, ως πότε ούκ ησυχάζετε;»
               Μετά την φράσι αυτή οι Πράσινοι εσηκώθησαν και ομοφώνως απείλησαν: «Ανασκαφήτω τα οστέα των θεωρούντων». Εν συνεχεία εγκατέλειψαν τον Ιππόδρομο, για να προετοιμάσουν την επανάστασι τής επομένης, πράγμα πού έγινε με τα γνωστά καταστροφικά για το Βυζάντιο αποτελέσματα. Σε μία κρίσιμη καμπή τής στάσεως ό Ιουστινιανός, αφού ικανοποίησε τα αιτήματα των Πρασίνων απομακρύνας μερικούς από τούς αμέσους συνεργάτες του, προσπάθησε με μιά νέα θεαματική χειρονομία να καταπραϋνη τα πνεύματα. Πήρε το Ευαγγέλιο και, όταν έφθασε στον Ιππόδρομο, με φωνή παλλομένη από συγκίνησι, αφού προηγουμένως υπεσχέθη γενική αμνηστία, υπεκρίθη, ότι όλα όσα έγιναν οφείλονται στις δικές του αμαρτίες, Η στάσις αυτή τού αυτοκράτορος μερικούς ικανοποίησε. Οι περισσότεροι όμως τον ύβρισαν με τις λέξεις «Επιορκείς, γάδαρε... Επιορκείς, γάδαρε..». Κατόπιν τούτου ό Ιουστινιανός απεσύρθη στα ανάκτορα και έδιωξε τούς συγκλητικούς λέγων: «απέλθετε, έκαστος φυλάξει τον οίκον αυτού».
              Η συνέχεια είναι γνωστή με την απόφασι τού αυτοκράτορος να εγκαταλείψη την πόλι και την σθεναρή στάσι τής Θεοδώρας, χάρις στην οποία εσώθη στην κυριολεξία ή αυτοκρατορία. Ο δραματικός επίλογος τής στάσεως, με θύματα τριάντα χιλιάδες νεκρούς και από τις δύο παρατάξεις, υπήρξε, από το άλλο μέρος, για τούς κυβερνήτες και τούς ιθύνοντες των πολιτειών, τρανό παράδειγμα τού πόσο επικίνδυνος γίνεται ό συγκεντρωμένος όχλος, έστω και αν αυτοί πού τον αποτελούν είναι ειρηνικοί φίλαθλοι, όταν ευρεθούν οι κατάλληλοι δημαγωγοί να ερεθίσουν τα κατώτερα τού ανθρώπου ένστικτα. Οι φατρίες τού βυζαντινού Ιπποδρόμου, γίνονταν πολλάκις συμμορίες κακοποιών, οι οποίοι δεν εδυσκολεύοντο να διαπράττουν τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα.
               Τον φανατισμό των φιλάθλων τού Ιπποδρόμου υπέθαλπε, εκτός των άλλων, και ή στάσις τού εκάστοτε αυτοκράτορος, ό οποίος ανήκε στην μία ή την άλλη παράταξι. Αιτία αυτής τής συμπαθείας υπήρξαν εκτός από την «Στάσι τού Νίκα» και δύο άλλες μικρότερες, επί βασιλείας τού Αναστασίου και τού διαδόχου του Ιουστίνου. Κατά μαρτυρίαν τού Μαλάλα κατά το δέκατο τέταρτο έτος τής βασιλείας τού Αναστασίου (513) οι Πράσινοι, κινούμενοι και από θρησκευτικό φανατισμό, έφεραν στον Ιππόδρομο καλάθια με φρούτα και μαζί κρυμμένα μικρά εγχειρίδια. Την ώρα πού ό αγώνας ευρίσκετο στο πιο ενδιαφέρον σημείο του, όρμησαν αιφνιδίως κατά των πλησίον ευρισκομένων Βενέτων και έσφαξαν περίπου τρεις χιλιάδες. Ο Αναστάσιος θέλων να τιμωρήση το έγκλημα, διέταξε τον έπαρχον να συλλάβη και να τιμωρήση τούς πρωταιτίους τής στάσεως Πρασίνους. Η φυλάκισις των Πρασίνων έδωσε αφορμή σε νέα αιματοχυσία. Στην επόμενη ιπποδρομία οι οπαδοί των απήτησαν από τον Αναστάσιο να ελευθερώση τούς φυλακισμένους. Ο αυτοκράτωρ αγανακτήσας για την θρασύτατη απαίτησι, διέταξε τούς εσκουβίτορες, δηλαδή τούς σωματοφύλακές του, να επιτεθούν εναντίον των ταραξιών. Η συμπλοκή εγενικεύθη. Εκατοντάδες και από τα δύο μέρη έχασαν την ζωή τους. Μεταξύ αυτών, ήταν και ένας γιος τού αυτοκράτορος, από παλλακίδα. Την ανθρωποσφαγή ακολούθησε ολική σχεδόν καταστροφή του Ιπποδρόμου. Ο όχλος επυρπόλησε την λεγομένη Χαλκή Πύλη και τον Έμβολο, μέχρι του βασιλικού καθίσματος και τού Κωνσταντινίου φόρου. Προ τής δημιουργηθείσης καταστάσεως ό Αναστάσιος υπεχώρησε και για να καταπραΰνη τους Πρασίνους αναγκάσθηκε να διορίση έπαρχο τον πάτρωνά των Πλάτωνα.
             Ο διάδοχος τού Αναστασίου Ιουστίνος ευνοούσε τούς Βενέτους. Την εύνοια αυτή εκμεταλλευθέντες εκείνοι, μέχρι τού έκτου έτους τής βασιλείας του, διέπραξαν παντός είδους κακουργήματα εις βάρος των Πρασίνων. «...Έσφαζον τοις ξίφεσι (οι Βένετοι) τούς απαντώντας Πρασίνους και τούς κατ’ οίκον κρυπτομένους• ανεόντες δε εφόνευον, μή τολμώντων των αρχόντων εκδίκησιν των φόνων ποιήσαι». Μερικοί αυτοκράτορες, όχι μόνο απλώς συμπαθούσαν και εμφανώς μεροληπτούσαν υπέρ τής μιάς παρατάξεως, αλλά ήσαν και οι ίδιοι ηνίοχοι, όπως λόγου χάριν ό Μιχαήλ, τού οποίου ό βίος κατά τον Ανώνυμον ήταν «πλήρης πράξεων ασελγών», αφού είχε μανία διά τα θέατρα και τα Ιπποδρόμια.



ΣΑΡ. Π. ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ  Ύπαστυνόμος Α’

Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τευχ. 67, Ιανουάριος 1974.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

O ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ -Α΄ μέρος-

 
 
 
 
              Άρτον και θεάματα» έλεγαν « οι Ρωμαίοι. Άρτον και θεάματα ζητούσαν και οι Βυζαντινοί. Είναι βέβαιον, ότι οι κάτοικοι τής αυτοκρατορίας ήσαν εξαιρετικά φιλοθεάμονες. Πολλοί συγγραφείς, και ιδίως Πατέρες της Εκκλησίας, περιέγραψαν με τα ζωηρότερα χρώματα την μέχρι πάθους αγάπη των Βυζαντινών προς τα παντός είδους θεάματα, τα οποία κατακρίνουν και απαγορεύουν στους Χριστιανούς. «Υπάρχουν πόλεις», γράφει ό Μ. Βασίλειος, «οι οποίες δεν χορταίνουν, από βαθέος όρθρου μέχρις εσπέρας, να βλέπουν παντός είδους θεάματα, από διαφόρους Θαυματοποιούς». Άλλος συγγραφεύς, ό Λέων ό Διάκονος, χαρακτηρίζει τούς Βυζαντινούς ως τούς πιο φιλοθεάμονες από όλους τούς ανθρώπους:
«Φιλοθεάμονες των άλλων ανθρώπων Βυζάντιοι».
            Τα θεάματα, τα οποία οι κάτοικοι των μεγάλων κυρίως πόλεων έβλεπαν, ήσαν πολλά και ποικίλα, από τα λαϊκώτερα, μέχρις εκείνων, τα οποία εχρηματοδοτούντο και κατηυθύνοντο από το κράτος. Στα λαϊκά, ας πούμε, θεάματα ανήκαν επιδείξεις εξηυερωμένων θηρίων, παραστάσεις μίμων, σχοινοβατών, θαυματοποιών και άλλων. Πολλές φορές, λόγου χάριν, προκαλούσε συναγερμό ή εμφάνισις, στους δρόμους και τις πλατείες, ενός πιθήκου, μιάς μαϊμούς. Όπως συμβαίνει και σήμερα, και την εποχή εκείνη την μαϊμού περιέφεραν Αθίγγανοι, οι οποίοι, μετά την σχετική επίδειξι, ζητούσαν από τούς θεατάς τον οβολόν των. Οι ίδιοι Αθίγγανοι επεδείκνυαν γυμνασμένες αρκούδες, οι οποίες διασκέδαζαν επίσης τούς κατοίκους με τα έξυπνα παιχνίδια τους. Τέλος, δεν ήταν ασύνηθες το φαινόμενο, να φέρουν στον κόρφο τους ξεδοντιασμένα φίδια. Συνηθισμένο επίσης θέαμα ήσαν τα άγρια θηρία. Επιτήδειοι θηριοδαμασταί κρατούσαν δεμένα από την μύτη με χονδρά σίδερα, με κούρκουρα, όπως έλεγαν, τίγρεις, λεοπαρδάλεις, λεοντάρια, ελέφαντες, ακόμη και ρινόκερους.
               Ενδιαφέρον επίσης θέαμα αποτελούσαν οι νάνοι, οι γιγαντόσωμοι και τα γεννημένα τέρατα, των οποίων, σημειωτέον, ή εμφάνισις εθεωρείτο κακός οιωνός. Χρονογράφος, αναφερόμενος εις Σιαμαίους αδελφούς, έγραφε, γεμάτος έκπληξι και απορία: «Το εν ήσθιε και έπινε και το έτερον ούκ ήσθιε• το εν εκάθευδε και το έτερον εγρηγόρει, έστι δ’ ότε και συνέπαιζον προς άλληλα και έκλαιον αμφότερα και έτυπτον άλληλα• έζησαν δε μικρόν προς έτη δύο». Πολύ διασκέδαζαν οι Βυζαντινοί και με τούς μεταμφιεσμένους, οι οποίοι, κατά την εορτή συνήθως των Καλενδών, την 1η  Ιανουαρίου, περιεφέροντο στους δρόμους προκαλούντες ασυγκράτητα γέλια. Παρά το γεγονός, ότι τις μεταμφιέσεις κατεδίκαζε ή Εκκλησία, πολλοί ήσαν εκείνοι, οι οποίοι «εναλλάποντες την εαυτών φύσιν και τον τρόπον, μορφήν τού διαβόλου ενδύονται αιγείοις δέρμασι περιβεβλημένοι, το πρόσωπον ενηλλαγμένοι».
               Όμως, ούτε τα θηρία, ούτε οι έξυπνες μαϊμούδες, ούτε οι μίμοι, ούτε οι σχοινοβάτες και τα άλλα αξιοπερίεργα και θαυμαστά, ήσαν ικανά να παραβληθούν με τον Ιππόδρομο, ή, όπως έλεγαν, το Ιππήλατον θέατρον, ή θέατρον ιπποδρομίου, ή θέατρον Ιππικού.
              Ιπποδρόμια υπήρχαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις τής αυτοκρατορίας. «Εν ταις μεγίσταις πόλεσι», αναφέρει ό Ζωναράς «θέατρα ήν και ίπποι ετρέφοντο». Ονομαστότεροι Ιππόδρομοι εθεωρούντο εκείνοι τής Αλεξανδρείας, τής Αντιοχείας, τής Λαοδικείας, τής Νικομηδείας, τής Θεσσαλονίκης, τής Χαλκηδόνος, της μεσαιωνικής Σπάρτης και βεβαίως τής Κωνσταντινουπόλεως.          
            Αναφέρεται ότι, το 536, επί βασιλείας Ιουστινιανού, ό γενικός διοικητής Αλεξανδρείας Αυγουστάλιος, αγόρασε αντί τριακοσίων είκοσι χρυσών νομισμάτων έξη πώλους καταλλήλους για ιπποδρομιακούς αγώνες. Στην Νικομήδεια ή οποία κατεστράφη από σεισμό ό Θεοδόσιος Β’, πλην των άλλων οικοδομημάτων, έκτισε μεγαλοπρεπές ιπποδρόμιο. Στα ιπποδρόμια έτρεχαν κατά χιλιάδες οι άνθρωποι, για να απολαύσουν την «τερπνήν και χαρμόσυνον θέαν», όπως έλεγε ό Φιλόθεος και να συμμετάσχουν «στην δημοχαρή πανήγυριν», όπως αργότερα συνεπλήρωσε ό γραφικός Πτωχοπρόδρομος. Ο ίδιος σε άλλο σημείο και παραπονούμενος, γιατί δεν θα μπορούσε να παρακολουθήση τον αγώνα, βεβαιώνει, πώς δεν θα το θεωρούσε ντροπή, αν τού επέτρεπαν να πάη, έστω και ανυπόδητος, στον Ιππόδρομο.
               Το πάθος τους για τον Ιππόδρομο δεν εδίστασαν να μεταφέρουν ακόμη και στις εκκλησίες. Στα υπέρθυρα πολλών από αυτές βρέθηκαν επιγραφές με τις οποίες οι φανατικοί φίλαθλοι εξεδήλωναν την πίστι τους και την πεποίθησί τους, για την νίκη τού υποστηριζομένου χρώματος όπως, λόγου χάριν, «νικά ή τύχη των Βενέτων». Κατά την εποχή επίσης των Εικονομαχιών ό Κωνσταντίνος ό Κοπρώνυμος, αφού κατέστρεψε τις τοιχογραφίες των ναών διέταξε, αντί εικόνων αγίων, να ζωγραφίζωνται άρματα και ιπποδρομίες. Την απίθανη είδησι αναφέρει ό Στέφανος ό Διάκονος και αποδέχονται ό Σταματιάδης και ό αείμνηστος Κουκουλές. Όταν επρόκειτο να γίνη ιππόδρομος «χαρά μεγάλη διεκέχυτο έφ’ άπασαν την Κωνσταντινούπολιν. Αι οδοί έγεμον ανδρών, γυναικών και παιδίων, πάσης τάξεως και πάσης ηλικίας. Εκεί έβλεπέ τις την των Βυζαντινών πολυτέλειαν όλων και των γυναικών την καλλονήν». Πλούσιοι και πτωχοί προσεπάθουν με κάθε τρόπο να επιδειχθούν.
               Τόσος ήταν ό φανατισμός των παικτών, ώστε, όπως αναφέρουν πολλοί συγγραφείς, όταν ετελούντο ιπποδρομίες, οι πόλεις μετεβάλλοντο εις πόλεις μαινομένων. Όλοι εφρόντιζαν με κάθε τρόπο να εξασφαλίσουν μία θέσι την ημέρα των αγώνων, εθεωρείτο δε μεγάλη δυστυχία, αν κανείς δεν μπορούσε για οποιοδήποτε λόγο να ευρίσκεται στην ώρα του στα εδώλια των θεατών. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω ανέκδοτο, πού διέσωσε ό Μιχαήλ Γλυκάς. Επί Ιουστινιανού, γράφει ό Γλυκάς, ζούσε κάποιος Αντίοχος, ό οποίος ηρνείτο να πωλήση στο κράτος οικόπεδο ευρισκόμενο πλησίον τής Αγίας Σοφίας. Παρά τις επανειλημμένες συστάσεις τού αυτοκράτορος, ό Αντίοχος ήταν ανένδοτος. Τότε ό μάγιστρος Στρατήγιος, συνέλαβε και εφυλάκισε τον Αντίοχο την παραμονή τής Ιπποδρομίας. Προ τού κινδύνου να χάση τον αγώνα, ό Αντίοχος συνεφώνησε: «Εί θεάσομαι το ιππικόν, είπε, το τού βασιλέως ποιήσω θέλημα».
             Προαναφέραμε ότι, τις ιπποδρομίες παρακολουθούσαν όχι μόνο νέοι, αλλά και γέροντες και γυναίκες και κληρικοί ακόμη. Οι τελευταίοι αυτοί, φανατικοί όσο και οι λαϊκοί, αποτολμούσαν την τέρψη μιάς ιπποδρομίας παρά τις αυστηρές κυρώσεις πού προέβλεπε ή Εκκλησία. «Μή εξέστω τινί των εν ιερατικώ καταλεγομένων τάγματι ή μοναχών εν ιπποδρομίαις ανιέναι», έγραφε κανών τής εν Τρούλλω Συνόδου, απειλών εναντίον των παραβατών καθαίρεσι. Όσον αφορά στις γυναίκες κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους ήσαν κοινές, χωρίς να αποκλείωνται και εκείνες τής καλής τάξεως, αφού υπήρχε νόμος, ό οποίος προέβλεπε διαζύγιο, για όσες παρακολουθούσαν ιπποδρομίες χωρίς την έγκρισι τού συζύγου των.
             Μεταξύ των θεατών υπήρχαν άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Έβλεπε κανείς δούλους, θηριοδαμαστάς, αιχμαλώτους, λωποδύτες και κακοποιά στοιχεία πάσης φύσεως, στρατιώτες αλλά και εμπόρους Βυζαντινούς και ξένους, πολίτες τής ανωτέρας κοινωνίας, υπαλλήλους τού κράτους και άρχοντες. Καμμιά δύναμις δεν ήταν ικανή να εμποδίση όλο αυτό το ανθρώπινο μωσαϊκό να επευφημήση τον θρίαμβο ενός ηνιόχου. «Ούτε πενία, ούτε ασχολία, ούτε ασθένεια σώματος ή ποδών αρρωστία», έλεγε παραπονούμενος ό ιερός Χρυσόστομος, δεν αποτρέπει τούς Χριστιανούς από το «αμαρτωλό ιπποδρόμιο». Πολλοί, συμπληρώνει άλλού ό φωτισμένος ιεράρχης, εγκαταλείπουν την εκκλησία, για να προφθάσουν τον αγώνα. Όσοι δεν εύρισκαν θέσι εντός τού σταδίου, παρακολουθούσαν το θέαμα από τούς εξώστες, τις στέγες των σπιτιών και τα γύρω υψώματα. Στον ιππόδρομο έμεναν πολλές φορές ολόκληρη την ημέρα «Πατούμενοι και ωθούμενοι και επί τής κεφαλής των τας καυστικάς τού ηλίου ακτίνας δεχόμενοι, ή υπό τής βροχής πολλάκις διάβροχοι γενόμενοι, ή την παγεράν τού ανέμου πνοήν υπομένοντες, καθάπερ εν λειμώνι τρυφώντες».
               Είπαμε, ότι το μεγαλύτερο και πιο ονομαστό από τα ιπποδρόμια τής αυτοκρατορίας ήταν τής Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ιππόδρομος τής βυζαντινής Πρωτευούσης δεν αποτελούσε μόνο χώρο αγώνων, αλλά και το κέντρο τής κοινωνικής ζωής τής πόλεως και τού Βυζαντίου ολοκλήρου, αφού εκεί συνήθως ανηγορεύοντο βασιλείς, ετελούντο θρίαμβοι νικητών στρατηγών, δίκες σπουδαίων προσώπων, επαναστάσεις, όπως ή περίφημη «Στάσις τού Νίκα», θανατικές εκτελέσεις, διαπομπεύσεις κλτ.
              Γενικώς ό Ιππόδρομος υπήρξε, κατά παρατήρησι διασήμου ξένου Ιστορικού, «το κάτοπτρον τής ελληνικής μεσαιωνικής κοινωνίας». Τον Ιππόδρομο τής Κων/πόλεως ίδρυσε, κατά μαρτυρία τού Λυδού, ό Ρωμαίος αυτοκράτωρ Σεβήρος και συνεπλήρωσε, μετά την μεταφορά τής πρωτευούσης, ό Μέγας Κωνσταντίνος, Ήταν ένα από τα παλαιότερα δημόσια κτίρια τής Βασιλευούσης και, με βάσι την θέσι του, εκανονίσθη και ή θέσις άλλων οικοδομημάτων, όπως του Παλατίου και τής Αγίας Σοφίας, ή οποία δεν βλέπει ακριβώς προς ανατολάς, αλλ’ έχει μικρή απόκλισι προς μεσημβρίαν.
          Αν επιχειρήσωμε μιά σύντομη τοπογραφική περιγραφή τού Ιπποδρομίου τής Κωνσταντινουπόλεως, στηριζόμενοι στις μαρτυρίες Βυζαντινών συγγραφέων και τις μελέτες νεωτέρων ερευνητών, θα πρέπει να σημειώσωμε τα εξής σπουδαιότερα σημεία του: Την θολωτή κατ’ αρχάς πύλη, ή οποία ευρίσκετο στην κεντρική είσοδο και από την οποία ξεκινούσαν οι πομπές. Εκατέρωθεν τής πύλης, ευρίσκοντο τα λεγόμενα μάγγανα, έξη τον αριθμό. Τα μάγγανα ήσαν ιππαφέσεις, από τις οποίες εκκινούσαν οι ηνίοχοι. Οι τελευταίοι εστέκοντο όπισθεν κλειστών θυρών και, όταν εδίδετο το σύνθημα, οι θύρες άνοιγαν ταυτοχρόνως, ώστε όλοι μαζί να αναχωρήσουν.                
           Κοντά στα μάγγανα ό Θεοδόσιος Β’ είχε στήσει τούς περίφημους χάλκινους ίππους τού Λυσίππου, τούς οποίους οι Φράγκοι, όταν κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολι, μετέφεραν στην Βενετία, για να στολίσουν τον ναό τού Αγίου Μάρκου. Εκτός από τούς ίππους τού Λυσίππου ένα ακόμη πλήθος από αγάλματα αυτοκρατόρων, ηνιόχων, ευνούχων, νάνων κ.λπ., τοποθετημένα φύρδην μίγδην, κοσμούσαν τον περίβολο. Αξιολογώτερα όμως ήσαν τα αμίμητα αριστουργήματα τής κλασικής γλυπτικής, τα οποία από πολυάριθμες αρχαίες πόλεις έφθασαν στην χριστιανική Κωνσταντινούπολι. Μέσα στον Ιππόδρομο ό Χωνιάτης είδε και περιγράφει τα αγάλματα των Διοσκούρων, τού Διός, τού Απόλλωνος, τού Ηρακλή, (χαλκούν) έργο και αυτό τού Λυσίππου, τού Καλυδωνίου Κάπρου, τής Αρτέμιδος, τής Σκύλλας, τής Αθηνάς, τής Ελένης τού Μενελάου και άλλα.
ΣΑΡ.Π. ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ Ύπαστυνόμος Α’
Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τευχ.67, Ιανουάριος 1974.
 
Σημείωση Το εξαιρετικό αυτό κείμενο έχει γραφτεί το 1974 και γι΄ αυτό ακολουθείται η ορθογραφία της εποχής.
 
 



Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά: H βυζαντινή αρχόντισσα

               
 
 
 
                Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά. Κόρη του Μεγάλου Δούκα (=πρωθυπουργού) Λουκά Νοταρά και τελευταία σύζυγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο Παλαιολόγος μαζί με τον πατέρα της τη φυγαδεύουν, λίγες μέρες πριν την τελική επίθεση των Τούρκων. Πέρασε σχεδόν τη μισή ζωή της αυτοεξόριστη στη Βενετία, όπου ακολούθησε το κάλεσμα της ψυχής της και αφιερώθηκε στην υπηρεσία του λαού της, των χιλιάδων προσφύγων από την Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη
             Στη διαθήκη της, ως πραγματική αρχόντισσα, άφησε πράγματα για την κοινότητα των Ελλήνων της Βενετίας και τις ανάγκες τους. Αν και ανορθόγραφη βοήθησε ουσιαστικά στην έκδοση του Ετυμολογικού λεξικού του Καλλιέργη και ήταν βιβλιόφιλη ώστε να αγοράζει παλιά χειρόγραφα. Εξέφραζε το μεταίχμιο δύο κόσμων, του βυζαντινού που είχε ήδη εκπέμψει τις τελευταίες του αναλαμπές (…) και του νέου ελληνικού που είχε αρχίσει να καταλαμβάνει τη θέση του στο ιστορικό στερέωμα.
 
             Βασισμένη σε ισχυρές πηγές, η διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας, Χρύσα Μαλτέζου, τοποθετεί τη γέννηση της Άννας στην εποχή λίγο πριν από τον θάνατο του μεγάλου δάσκαλου της διασποράς, Μανουήλ Χρυσολωρά (πέθανε τον Απρίλιο του 1415). Κι αυτό σημαίνει ότι, τη χρονιά της άλωσης, η Άννα ήταν περίπου σαραντάρα (γύρω στα δέκα χρόνια μικρότερη από τον αυτοκράτορα που γεννήθηκε το 1404). Εικοσάχρονη την υπολογίζει να ήταν την ίδια χρονιά, ο συγγραφέας και ερευνητής Γιώργος Χατζηδάκης, έχοντας υπόψη του άλλες, επίσης ισχυρές, πηγές.
                 Υπέρ της τελευταίας άποψης είναι το εξακριβωμένο γεγονός ότι ο μικρότερος αδελφός της, Ισαάκιος, ήταν 14 χρόνων το 1453. Αν δηλαδή η Άννα είχε γεννηθεί πριν από το 1415, τα δυο αδέλφια θα είχαν πάνω από 25 χρόνια διαφορά μεταξύ τους, κάτι που πολύ σπάνια μπορεί να συμβεί. Υπέρ της πρώτης άποψης συνηγορεί το ότι ο θαυμασμός των Βενετσιάνων για την Άννα ούτε με τα νιάτα της είχε να κάνει ούτε με την ομορφιά της: Της αναγνώριζαν ακάματη δραστηριότητα και ακατάβλητη θέληση για την επίτευξη των στόχων της, προσόντα που δύσκολα ανιχνεύονται σε 20χρονη νεαρή γυναίκα της εποχής εκείνης. Όμως, η κύρια δραστηριότητά της στην Ιταλία ανιχνεύεται από το 1472 κι έπειτα, όταν κατά τη δεύτερη εκδοχή ήταν γύρω στα 35 με 40 της, ηλικία ιδανική για δράση. Για το ότι στα 1453 ήταν πολύ νέα, συνηγορεί και η αγωνιώδης προσπάθεια του Κωνσταντίνου, από πριν ακόμα γίνει αυτοκράτορας, να αποκτήσει παιδί.
                 Η πόλη κυριεύτηκε κι ο Λουκάς Νοταράς, που (όπως καταγράφουν μαρτυρίες και ενωτικών) μαχόταν ακατάπαυστα και ηρωικά, πιάστηκε αιχμάλωτος. Δύσκολο, μέσα στον ορυμαγδό της μάχης, να βρήκε τρόπο να φυγαδεύσει την Άννα. Κι αν υποτεθεί ότι κατάφερε να το πράξει, παραμένει μυστήριο, για ποιο λόγο, μαζί με την κόρη του, δεν φρόντισε να γλιτώσουν και η γυναίκα του κι ο ανήλικος γιος τους.
                  Κάποιες πηγές πιθανολογούν ότι η Άννα έφυγε στην Ιταλία μετά την άλωση. Τα γεγονότα δεν συνηγορούν σ’ αυτό. Αιχμάλωτος, ο Νοταράς οδηγήθηκε μπροστά στον Μωάμεθ, που τον ρώτησε για ποιο λόγο έπρεπε να γίνουν όσα έγιναν, αντί να του παραδώσουν οικειοθελώς την Κωνσταντινούπολη. Ο Μεγάλος Δούκας απάντησε ότι κι αυτός κι ο αυτοκράτορας δεν είχαν τέτοια εξουσία («Κύριε, ουκ έχομεν τόσην ημείς εξουσίαν του διδόναι σοι την πόλιν, ουδέ βασιλεύς αυτός»). Ο Μωάμεθ εκτίμησε τη στάση του και διέταξε να τον ελευθερώσουν και να τον βάλουν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Έτσι κι αλλιώς, τον χρειαζόταν για να διοικήσει την κατακτημένη αυτοκρατορία. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να στείλει στην ως τότε πρωτεύουσά του, Αδριανούπολη, σκλάβα τη γυναίκα του Νοταρά, μεγάλη δούκισσα (πέθανε από τις κακουχίες στην πορεία). Και, λίγες μέρες αργότερα, μέθυσε κι έστειλε να του φέρουν στην κλίνη του τον 14χρονο γιο του Νοταρά, όμορφο Ισαάκιο. Η αντίσταση του Μεγάλου Δούκα είχε αποτέλεσμα να σφαχτούν κι αυτός κι ο γιος του. Κατά κάποιες πηγές και τα αδέλφια του μικρού, αν και άλλες μαρτυρίες αναφέρουν ότι είχαν πέσει μαχόμενα στη διάρκεια της πολιορκίας.
                Τον ίδιο καιρό, ο επίσης εξ απορρήτων του νεκρού αυτοκράτορα, Γεώργιος Φραντζής, και η γυναίκα του έγιναν δούλοι του αρχηγού του οθωμανικού ιππικού, ενώ τα παιδιά του δόθηκαν στον σουλτάνο. Ο γιος του σφάχτηκε, επειδή αρνήθηκε να τον ακολουθήσει στην κλίνη του, ενώ η κόρη του, όμορφη Θαμάρ, κλείστηκε στο χαρέμι, όπου και πέθανε νωρίς.
                 Σε τέτοιες συνθήκες, ήταν πάρα πολύ δύσκολο έως αδύνατο να ξέφευγε η Άννα, αν στ’ αλήθεια βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη αμέσως μετά την άλωση. Άλλωστε, δεκαοχτώ μήνες αργότερα, ενώ βρισκόταν στην Ιταλία, δέχτηκε να πληρώσει ένα σεβαστό ποσό για να ελευθερωθούν ο Φραντζής και η γυναίκα του (ο Φραντζής κλείστηκε σε μοναστήρι, όπου έγραψε το  «Χρονικό» της άλωσης).
              Μια σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη αναφέρει ότι, στην προσπάθειά της να φτάσει στην Ιταλία, η Άννα Νοταρά αιχμαλωτίστηκε και πληρώθηκαν λύτρα για την απελευθέρωσή της. Αν στ’ αλήθεια συνέβη κάτι τέτοιο, σημαίνει ότι η οικογένειά της ήταν ακόμα σε θέση να διαπραγματευτεί με τους απαγωγείς. Αυτό όμως μπορούσε να γίνει πριν από την άλωση, όταν ακόμα ο Λουκάς Νοταράς ήταν ο πανίσχυρος Μεγάλος Δούκας και πρωθυπουργός. Το γεγονός έρχεται να ενισχύσει την άποψη ότι η «αρραβωνιαστικιά του αυτοκράτορα» εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη έγκαιρα, παίρνοντας μαζί της ό,τι θεωρούσε πολύτιμο και ήταν δυνατό να μεταφερθεί.
                 Από αρκετό καιρό πριν από την άλωση, ο Λουκάς Νοταράς είχε φροντίσει να μεταφέρει μεγάλο μέρος της περιουσία του σε πιστωτικά ιδρύματα της Ιταλίας. Η Άννα την βρήκε να την περιμένει. Και ο καρδινάλιος Βησσαρίων, σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, την πήρε κάτω από την προστασία του. Έχοντας μείνει η μοναδική που επιζούσε από την οικογένειά της, ήταν η τελευταία Μεγάλη Δούκισσα της πρώην Βυζαντινής αυτοκρατορίας. «Αρραβωνιαστικιά του αυτοκράτορα», για τους πολλούς. Για άλλους, «χήρα του αυτοκράτορα». «Ρωμαία και χριστιανή», όπως αναφέρει η ίδια στη διαθήκη της. Φανατική ανθενωτική, σε σημείο που αρνιόταν ακόμα και να μάθει λατινικά και να εκκλησιάζεται σε εκκλησίες των καθολικών, σύμφωνα με όλες τις πηγές. Ανορθόγραφη στα ελληνικά της, κατά κάποιες μαρτυρίες. Η δράση της απέσπασε τον θαυμασμό των Ιταλών, παρ’ όλο που γι’ αυτούς ήταν «αιρετική». Την ανέχονταν.
                 Έγινε η προστάτισσα των Ελλήνων προσφύγων που, κυρίως μετά το 1470, κατά κύματα έφταναν στην Ιταλία. Ανάμεσα σε άλλα, στα 1472 (χρονιά που πέθανε ο προστάτης της, καρδινάλιος Βησσαρίων) ή 1474, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την πολιτεία της Σιένα, στην Τοσκάνη, ζητώντας να της παραχωρηθεί μια εγκαταλειμμένη έκταση με ένα κάστρο στη βαλτώδη Μαρέμα, για να στήσει εκεί ελληνική αποικία. Η κοινότητα θα αριθμούσε γύρω στις εκατό οικογένειες (κυρίως από τη Χιμάρα και τη Μάνη), θα διεπόταν από τους δικούς της νόμους και θα τηρούσε τα δικά της έθιμα, με τον όρο ότι θα ήταν σύμμαχος με τη Σιένα. Παρ’ όλο που οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν αρκετά, τελικά δεν καρποφόρησαν. Από την αλληλογραφία όμως με την ηγεσία της Σιένα, προκύπτουν κάποια διόλου ευκαταφρόνητα στοιχεία:
             Εκπρόσωπος της Άννας στις διαπραγματεύσεις ήταν ο Φραγκούλης Σερβόπουλος, επιφανής Βυζαντινός, σεβαστός στην Ιταλία, ανήκε στο στενό οικογενειακό περιβάλλον των Νοταραίων. Σε γράμμα του προς τις αρχές της Σιένα, αποκαλεί την Άννα «sponsa imperialis», που σημαίνει «μνηστή του αυτοκράτορα».
             Στα 1475, η Άννα εγκαταστάθηκε οριστικά στη Βενετία. Τον επόμενο χρόνο, γνωρίστηκε με τους Κρητικούς Νικόλαο Βλαστό και Ζαχαρία Καλλιέργη. Τη συντροφιά απασχολούσε η διάσωση της ελληνικής γλώσσας. Η Άννα ξόδευε χρήματα για να αγοράσει ελληνικά χειρόγραφα. Και η τυπογραφία διάνυε ήδη την τέταρτη δεκαετία της αφ’ ότου την ανακάλυψε ο Γουτεμβέργιος. Έστησαν τυπογραφείο που εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο σπουδαία της Ιταλίας, εφάμιλλο του σπουδαίου αντίστοιχου της Φλωρεντίας και της «αλδιανής τυπογραφίας» (του Άλδου Μανούτιου) της Βενετίας.
                Η επιχείρηση είχε καθαρά ελληνικό χρώμα, καθώς μόνον Έλληνες εργάζονταν σ’ αυτήν. Το πιο σπουδαίο επίτευγμά της ήταν η έκδοση (το 1499) του λεξικού «Ετυμολογικόν Μέγα κατά αλφάβητον το πάν ωφέλιμον» που προετοιμαζόταν επί έξι ολόκληρα χρόνια. Στο τέλος της έκδοσης, αναφέρονται τα εξής:
               «Το Μέγα Ετυμολογικόν πέρας είληφεν ήδη συν Θεώ εν Ενετία αναλώμασι μεν του ευγενούς και δοκίμου ανδρός κυρίου Nικολάου Bλαστού του Kρητός, παραινέσει δε της λαμπροτάτης κυρίας Άννης Θυγατρός του πανσεβάστου και ενδοξοτάτου κυρίου Λουκά Nοταρά πότε Mεγάλου Δουκός Kωνσταντινουπόλεως, πόνω δε και δεξιότητι Zαχαρίου Kαλλιέργου του Kρητός».
             Το τυπογραφείο έκλεισε στα 1501. Η Άννα Νοταρά πέθανε στα 1507. Άφησε την περιουσία και τα υπάρχοντά της στους Έλληνες της Βενετίας. Σύμφωνα με το ημερολόγιο του Μαρίνου Σανούτου, στις 14 Μαρτίου 1514, ο Νικόλαος Βλαστός αποδέχτηκε μέρος της περιουσίας και ανέλαβε πληρεξούσιος του συνόλου της, σε εκτέλεση των επιθυμιών της Άννας, όπως αυτές καταγράφονταν στη διαθήκη της.