Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Εικονομαχία μέρος 2ο







                                                       Εικονομαχία  -μέρος 2ο-

                      Ο Λέων ο Δ΄ ήταν ένας συνετός νεαρός 25 ετών. Χωρίς να αποκηρύξει την εικονομαχία, επιχείρησε να κατευνάσει τους εικονολάτρες, τερματίζοντας τις διώξεις. Ο πρόωρος θάνατος του Λέοντα Δ΄ (8 Σεπτεμβρίου 780) έφερε στο θρόνο το γιο του Κωνσταντίνο Στ’, σε ηλικία μόλις δέκα χρονών. Χρέη αντιβασιλέως ανέλαβε η Ειρήνη, σύζυγος του Λέοντα και μητέρα του Κωνσταντίνου Στ’, που καταγόταν από την εικονόφιλη Αθήνα. Η Ειρήνη ήταν μια σκληρή γυναίκα αλλά με ισχυρή θέληση. Αφού κατέστειλε συνωμοσία που προερχόταν από εικονομαχικά στοιχεία, αντικατέστησε τον Πατριάρχη με πρόσωπο της αρεσκείας της και  προχώρησε στο αποφασιστικό βήμα για την επαναφορά της λατρείας των εικόνων. Οι αλλαγές που επήλθαν, έγιναν έπειτα από αργές αλλά σταθερές και αποφασιστικές κινήσεις.
                  H Ειρήνη συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη καλώντας όλους τους ενδιαφερόμενους θρησκευτικούς ηγέτες. Μετά από μια πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια, η Σύνοδος συνεκλήθη ξανά στην Νίκαια το 787, όπου αποκηρύχτηκε η εικονομαχία. Η λατρεία των εικόνων επιβεβαιωνόταν ξανά. Το ισχυρό επιχείρημα ήταν ότι η ενσάρκωση του Υιού του Θεού νομιμοποιούσε την απεικόνιση του Χριστού, έτσι όπως εμφανίστηκε στη γη. Η εικόνα λοιπόν του Χριστού, της Παναγίας αλλά και των Αγίων μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο λατρευτικής τακτικής με την απόδοση τιμών.
             Η απόφαση της Ειρήνης να επαναφέρει τις εικόνες δε φαίνεται να υπαγορεύτηκε μόνο από θρησκευτική ευλάβεια. Όταν ο γιος της Κωνασταντίνος Στ΄ θα θελήσει να απεξαρτηθεί από την κηδεμονία της και να κυβερνήσει μόνος, δε θα διστάσει να τον τυφλώσει και να γίνει η πρώτη ουσιαστικά γυναίκα αυτοκράτειρα. Η παρουσία της στο θρόνο θα συνδυαστεί με σημαντικές εξελίξεις στη Δυτικη Ευρώπη. Το 800 ο εικονόφιλος  Πάπας ανακηρύσσει αυτοκράτορα στην Ρώμη τον Καρλομάγνο, με το επιχείρημα ότι ο θρόνος των Ρωμαίων ήταν  κενός, μια που η  γυναίκα-Ειρήνη δεν μπορούσε να κατέχει αυτό το τίτλο. Ο ίδιος ο Καρλομάγνος, θα συζητήσει το ενδεχόμενο να συνάψει γάμο μαζί της, για να λυθεί το πρόβλημα. Η Ειρήνη σκεφτόταν αυτό το πιθανό γάμο με τον οποίο ήλπιζε να ισχυροποιήσει τη θέση της και να επεκτείνει τις συμμαχίες της στη Δύση. Την πρόλαβε όμως  μια ομάδα αυλικών που την συνέλαβε και ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Λογοθέτη Νικηφόρο.
                 Το 815, με επέμβαση του στρατού, ανακηρύσσεται αυτοκράτορας ο Λέων ο Ε΄. Προερχόμενος  κι ο ίδιος από τον στρατό, ο οποίος διατηρούσε ακμαίο το εικονομαχικό του φρόνημα, είχε πειστεί ότι οι περιπέτειες της αυτοκρατορίας από την βασιλεία της Ειρήνης μέχρι τις μέρες του οφείλονταν στην κυριαρχία της ακραίας εικονόφιλης μερίδας, επί κεφαλής της οποίας ήταν οι μοναχοί. Επιλέγει νέο πατριάρχη, ενώ με την έγκρισή του χαρακτηρίζεται ως Οικουμενική η εικονομαχική σύνοδος της Ιέρειας. Οι εικόνες απομακρύνονται και πάλι με αυτοκρατορική διαταγή. Η αντίσταση των εικονολατρών αυτή τη φορά ήταν ισχυρή, με επικεφαλής τον ηγούμενο της Μονής του Στουδίου, Θεόδωρο.
              Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εικονομάχοι, παρά την κυριαρχία τους δεν κατόρθωσαν να πάρουν με το μέρος τους την πλειονότητα των Βυζαντινών. Σύμφωνα με τους εικονολάτρες θεολόγους, οι πιστοί επιθυμούσαν να λατρέψουν, όχι τις εικόνες, αλλά τα πρόσωπα που απεικόνιζαν, αποκλείοντας το επιχείρημα της ειδωλολατρίας που επικαλούνταν η αντίπαλη παράταξη. Μέσα από τις εικόνες, ο Χριστός και οι Άγιοι έμοιαζαν πραγματικοί και παρόντες Η λατρεία μέσω των εικόνων ήταν μια πολύ ισχυρή και αρχαία παράδοση της Εκκλησίας. Παρά την υποστήριξη της εικονομαχίας από το στρατό και το κράτος, ο πολύς κόσμος ήταν  επιφυλακτικός. Το μοναδικό ισχυρό επιχείρημα των εικονομάχων ήταν οι στρατιωτικές επιτυχίες που αποτελούσαν απόδειξη της Θεϊκής εύνοιας.
               Ο νέος βασιλιάς Μιχαήλ,ο επονομαζόμενος Τραυλός, ο οποίος θεωρείται ότι ήταν τελείως αδιάφορος για τα θεολογικά ζητήματα, προσπάθησε να ισορροπήσει την κατάσταση. Ανακάλεσε από την εξορία τους εικονοφιλους Νικηφόρο και Στουδίτη, αλλά διατήρησε τις ,κατά των εικόνων, διατάξεις της συνόδου του 815 και δεν αποκατέστησε τον Νικηφόρο στον πατριαρχικό θρόνο,όταν αυτός χήρεψε. Επέτρεψε όμως την κατ’ ιδίαν προσκύνηση των εικόνων σε σπίτια ή μοναστήρια. Ευνόητο είναι ότι οι αποφάσεις του δυσαρέστησαν εξαιρετικά την εικονόφιλη παράταξη αλλά και ότι δεν ικανοποίησαν την εικονομαχική, η οποία υποστήριζε την ολοσχερή εξαφάνιση των εικόνων. Η αντίσταση του Θεόδωρου Στουδίτη εξακολούθησε μέχρι τον θάνατό του, το 826.
              Επί βασιλείας Μιχαήλ Β΄ έχουμε την παρουσία της γυναίκας του, αυτοκράτειρας Ευφροσύνης, της δεύτερης γυναίκας που θα παίξει σημαντικό ρόλο στο ζήτημα των εικόνων. Η Ευφροσύνη με εικονόφιλη ανατροφή, διατήρησε την πίστη της αυτή ιδιωτικά. Ίδρυσε και ενίσχυσε αρκετά μοναστήρια, μέσα σε ένα συγκρουσιακό περιβάλλον με την αυτοκρατορική αυλή να είναι χωρισμένη στα δύο αντίπαλα μέρη.
                   Ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ, Θεόφιλος δεν αδιαφορούσε για τα θρησκευτικά ζητήματα, όπως ο πατέρας του. Ενστερνιζόταν απόλυτα τις εικονομαχικές θέσεις και επιβεβαίωσε με έμφαση την απαγόρευση της λατρείας των εικόνων, δηλαδή την προσκύνησή τους. Οι εικονομαχικές του πεποιθήσεις ενισχύονταν από τις στρατιωτικές του επιτυχίες αλλά και από το θάνατο ενός ισχυρού Άραβα χαλίφη, τη στιγμή που ετοίμαζε μια εκστρατεία εναντίον της Πόλης. Το  833 αναγόρευσε πατριάρχη τον δάσκαλό του Ιωάννη Γραμματικό, λόγιο και υπέρμαχο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, ο οποίος έπεισε τον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα. Με βασιλικό διάταγμα απαγορεύθηκαν οι εικόνες και διατάχθηκε η αφαίρεσή τους από όλες τις εκκλησίες. Οι μοναχοί όσων μοναστηριών βρίσκονταν μέσα σε πόλεις ή σε χωριά διατάχθηκαν να τα εγκαταλείψουν, ενώ στους μοναχούς των μοναστηριών της υπαίθρου απαγορεύτηκε η είσοδος σε κατοικημένα μέρη.
             Η παρουσία όμως της τρίτης γυναίκας της γοητευτικής Θεοδώρας, την οποία είχε παντρευτεί ο Θεόφιλος θα αποδειχτεί καθοριστική. Παρά τα αρχικά προβλήματα και τις απειλές, θα ανατρέψει για δεύτερη και οριστική φορά την εικονομαχική πολιτική. Παραμένει παράδοξο το πώς, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα από τον θάνατο του Θεόφιλου, η Εικονομαχία, που αναστάτωσε για παραπάνω από ένα αιώνα την αυτοκρατορία, τερματίστηκε οριστικά, χωρίς άλλη αντίδραση. Η Θεοδώρα  επέλεξε για τη θέση του Πατριάρχη τον εικονόφιλο Μεθόδιο και του ανέθεσε να συνθέσει μια καινούρια Λειτουργία, ως επισφράγιση της επιστροφής στην ορθή πίστη. Επαναδιατυπώθηκαν οι αποφάσεις της Συνόδου του 787 και η λατρεία των εικόνων αποκαταστάθηκε στις 10 Μαρτίου του 843.
                                               
                                         Αποτίμηση – Συμπεράσματα
                 Η εικονομαχία σήμερα αντιμετωπίζεται και εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο των κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών αλλαγών που δρομολογούνται από τις αρχές του 7ου αιώνα. Η απαγόρευση της λατρείας των εικόνων ήταν  η πρόφαση και η αφορμή ευρύτερων αλλαγών και εξελίξεων...
Οι ιστορικοί προσπαθούν να βρούν τους λόγους και τις αιτίες της εικονομαχίας…
πιστεύουν ότι...
οι εικονομάχοι αυτοκράτορες ήθελαν να αλλάξουν την κοινωνία και να μειώσουν τη δύναμη των μοναστηριών. Συγκεκριμένα στόχευαν στην κατάργηση της δουλοπαροικίας, σε μία στοιχειώδη ανεξιθρησκεία, στην ανύψωση της θέσης της γυναίκας και στην αναδιοργάνωση της διοίκησης και του στρατού.
οι εικονομάχοι επηρεάστηκαν από το Ισλάμ, που απαγορεύει να εικονίζεται ο Θεός και τα ιερά πρόσωπα.
συμφωνούν στο ότι οι εικονομάχοι αυτοκράτορες υποστήριζαν πως η πολιτική εξουσία έπρεπε να ελέγχει την Εκκλησία και όχι το αντίθετο.
                 Τα έργα των εικονομάχων συγγραφέων εξαφανίστηκαν.Συνεπώς ό,τι γνωρίζουμε σήμερα για την περίοδο αυτή της ιστορίας, προέρχεται από εικονόφιλους ιστορικούς. Το βέβαιο είναι ότι μετά το τέλος της εικονομαχίας, οι πρωτεργάτες της είχαν την τύχη του ηττημένου : ο Λέων έγινε «ο Ίσαυρος» και ο γιος του Κωνσταντίνος «ο Κοπρώνυμος». Τα πολεμικά τους κατορθώματα ξεχάστηκαν. Η νομοθεσία τους χαρακτηρίστηκε ασήμαντη από την Μακεδονική δυναστεία και καταργήθηκε, οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που προσπάθησαν να κάνουν, αγνοήθηκαν. Η Εικονομαχία θεωρήθηκε μια σκοτεινή περίοδος από την οποία το μόνο που αξίζει να θυμάται κανείς είναι ο τελικός θρίαμβος της Ορθοδοξίας και τα μαρτύρια των ομολογητών της πίστεως. Τα θετικά δηλαδή σημεία της περιόδου αυτής αποσιωπήθηκαν, τα πρόσωπα συκοφαντήθηκαν. Για αυτό λοιπόν, η ψύχραιμη ιστορική ματιά προσπαθεί να φωτίσει την πολύ σημαντική αυτή περιόδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Η Εγνατία Οδός κατά τη βυζαντινή περίοδο

                          


 
                                       Η  Εγνατία Οδός κατά τη βυζαντινή περίοδο.

                     Η Εγνατία κατασκευάστηκε για να εξυπηρετήσει τις στρατιωτικές ανάγκες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στις επαρχίες της βαλκανικής χερσονήσου. Παράλληλα όμως χρησίμευε και για τη διακίνηση εμπορευμάτων, καθώς και τη μετακίνηση ταξιδιωτών και βοήθησε στις μεταφορές και στην επικοινωνία των ανθρώπων.
              Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς κατασκευάστηκε η αρχαία Εγνατία. Ο δρόμος πρέπει να έγινε τμηματικά και να ολοκληρώθηκε μεταξύ του 146 π.Χ, όταν η Μακεδονία προσαρτήθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και του 118 π.Χ., όταν πέθανε ο ιστορικός Πολύβιος που μας έχει αφήσει τις πρώτες πληροφορίες για την Εγνατία. Διέσχιζε τη Βαλκανική χερσόνησο από την Αδριατική ως τα Κύψελα του Έβρου ξεκινώντας από το Δυρράχιο και περνώντας διαδοχικά από τη Λυχνιδό (Οχρίδα), Ηράκλεια, Πέλλα, Θεσσαλονίκη, Αμφίπολη, Φιλίππους, Τόπειρο, Μαξιμιανούπολη και Τραιανούπολη, συνδέοντας τη νότια Ιταλία και τη δυτική Μεσόγειο με το Αιγαίο, την ανατολική Μεσόγειο, τον Εύξεινο Πόντο και την Ασία. Αργότερα, πιθανόν με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη από το Μεγάλο Κωνσταντίνο (330), κατασκευάστηκε η επέκτασή της από τον Έβρο μέχρι το Βυζάντιο. Την Εγνατία οδό ακολούθησε ο Απόστολος Παύλος, κηρύσσοντας καθοδόν το Χριστιανισμό από την Παλαιστίνη ως τη Ιλλυρία.
              Η Εγνατία οδός συνέχισε να είναι ένας σημαντικός δρόμος και στη βυζαντινή εποχή.Ήταν πια ο δρόμος που οδηγούσε από την Παλαιά στη Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη). Όλο το εμπόριο και οι στρατιωτικές μετακινήσεις γίνονταν μέσω του δρόμου αυτού, με ενδιάμεσο σταθμό τη Θεσσαλονίκη που θα γίνει κόμβος εμπορικός και οδικός, πραγματικό σταυροδρόμι του βυζαντινού κόσμου. Τη σημασία της παλιάς Εγνατίας στη βυζαντινή εποχή μαρτυρούν επίσης οι τελωνειακοί σταθμοί που λειτουργούσαν κατά μήκος της: στη Θεσσαλονίκη, την Οχρίδα, την Έδεσσα, την Αμφίπολη, τους Φιλίππους και τη Χρυσούπολη, οι φοροεισπράκτορες επέβαλλαν στα καραβάνια έναν ειδικό εμπορικό φόρο που ονομαζόταν «κομέρκιον». Για τη συντήρησή της είχε δημιουργηθεί και την εκτελούσε ειδικό σώμα. Η Εγνατία οδός διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στα βυζαντινά και στα μεταβυζαντινά χρόνια για τη διάδοση του χριστιανισμού, του πολιτισμού και των τεχνών. Ιεραπόστολοι, ζωγράφοι και συνεργεία ψηφιδογράφων ξεκινούσαν από την Κωνσταντινούπολη προς όλες τις κατευθύνσεις, διακινώντας τις ιδέες τους και τα έργα τους όταν επρόκειτο για μικρογραφημένα χειρόγραφα, φορητές εικόνες, σμάλτα, είδη μικροτεχνίας, χρυσοχοΐας, αργυροχοΐας, χαλκουργίας ή κεντητικής.
                Στην οριζόντια  Εγνατία Οδό που συνέδεε τη Δύση με την Ανατολή προστέθηκε κι ένα κάθετος άξονας της διαβαλκανικής οδού, τα κάθετα δρομολόγια προς το Βελιγράδι και βέβαια προς τη Σαρδική (Σόφια), για να καλυφτούν οι ανάγκες του εμπορίου και των μεταφορών με το σλαβικό κόσμο. Από το Βελιγράδι και τη Σαρδική (Σόφια), οι οδικές αρτηρίες οδηγούσαν στη Θεσσαλονίκη εμπορεύματα, ταξιδιώτες και προσκυνητές, οι οποίοι μέσω της Εγνατίας κατευθύνονταν στη συνέχεια προς την Κωνσταντινούπολη, αλλά και στην αντίθετη κατεύθυνση, προς τις πόλεις της Αδριατικής.
               Ωστόσο το ταξίδι μέσω της Εγνατίας θα είναι επικίνδυνο διότι την ειρηνική επικοινωνία θα διαδέχονται οι  σλαβικές επιθέσεις και επιδρομές από τον 8ο αιώνα και μετά, καθώς αρχίζουν να σχηματοποιούνται τα σλαβικά κράτη. Για να παρακάμψουν την επικίνδυνη περιοχή, οι ταξιδιώτες από την Ιταλία κατευθύνονταν με πλοίο στα λιμάνια του Κορινθιακού, ανέβαιναν από στεριά στη Θεσσαλονίκη και μετά ακολουθούσαν το ασφαλές τμήμα της Εγνατίας μέχρι την Κωνσταντινούπολη.
              Μετά τις νικηφόρες εκστρατείες του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου εναντίον του Σαμουήλ, τον 11ο αιώνα, η μετακίνηση πάνω στην Εγνατία οδό έγινε για άλλη μια φορά ασφαλής. Παρόλα αυτά πολλοί  ταξιδιώτες εξακολούθησαν να προτιμούν την προηγούμενη διαδρομή. Την Εγνατία χρησιμοποίησαν πολλοί εχθροί του Βυζαντίου, κατευθυνόμενοι απειλητικά προς την Πόλη. Από αυτήν πέρασαν Γότθοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, σταυροφόροι, Νορμανδοί και Τούρκοι.
               Ο δρόμος συνέχισε να χρησιμοποιείται και κατά την Οθωμανική περίοδο, μέχρι και λίγο πριν την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ίχνη της αρχαίας Εγνατίας υπάρχουν στην Αλβανία, στην Π.Γ.Δ.Μ και στην Ανατολική Θράκη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της παραμένει σε ελληνικό έδαφος. Συγκεκριμένα τα καλύτερα διατηρημένα τμήματα σώζονται στους Φιλίππους και στην Καβάλα. Απομεινάρια του δρόμου υπάρχουν επίσης στη Θεσσαλονίκη και στη Βέροια.
                                               






                                                 Κεκαυμένου, <<Στρατηγικόν>>

                 Tο Στρατηγικόν του Κεκαυμένου είναι ένα κείμενο μοναδικό στο είδος του εξαιτίας του συμβουλευτικού χαρακτήρα του. Εντάσσεται στη σειρά εγχειριδίων που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα εκείνη την εποχή και πραγματεύονταν διάφορες πτυχές τού βίου: Γεωπονικά, Ιατροσοφία, Τακτικά κ.ά. Μας δίνει μια πλήρη εικόνα για το δημόσιο και ιδιωτικό βίο του Βυζαντίου.
                 Συγγραφέας τού έργου είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ο Βυζαντινός στρατηγός Κατακαλών Κεκαυμένος (άγνωστο ποιος από τους δύο που μαρτυρούνται με αυτό το όνομα), αρμενογεωργιανής καταγωγής, ο οποίος μετά την αποστρατεία του ζούσε στα κτήματά του στη Β. Ελλάδα. Το κείμενο τοποθετείται χρονικά μετά την οδυνηρή για την αυτοκρατορία μάχη του Μαντζικέρτ (1071) και περιέχει πλήθος οδηγιών, που δεν έχουν μόνο στρατιωτικό χαρακτήρα αλλά και συμβουλευτικό, ηθικό και παιδαγωγικό. Επειδή ο τελευταίος αυτοκράτορας που μνημονεύεται στο κείμενο είναι ο Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας (1071-1078), συμπεραίνουμε ότι το εγχειρίδιο γράφτηκε μεταξύ των ετών 1075 και 1078
                Μετά την εποχή του Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου και έχοντας διανύσει το πρώτο τέταρτο του 11ου αιώνα, το Βυζάντιο (1025) περνά σε μια πορεία παρακμής, ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών και της διαρκώς αυξανόμενης φορολογικής επιβάρυνσης των επαρχιών.Συνεπώς, η εποχή στην οποία γράφτηκε (11ος αιώνας) το <<Στρατηγικόν>> είναι η εποχή που αρχίζει η παρακμή με λανθασμένες επιλογές, εσωτερικές διαμάχες, αναταραχές και σταδιακή απώλεια εδαφών για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η βαθμιαία συρρίκνωση και η ανασφάλεια των ανθρώπων που κατοικούν στα εδάφη της είναι εμφανής. Μέσα στο πλαίσιο αυτό συμβαίνουν κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές: συγκέντρωση της γης στα χέρια των δυνατών που ενισχύονται σε βάρος των φτωχών, διαφθορά και αδικία αλλά παράλληλα υπάρχουν και οι σώφρονες φωνές και η ανάδειξη πνευματικών ανθρώπων, ενώ σταδιακά αφυπνίζεται η ελληνική εθνική συνείδηση, διαδικασία που θα κορυφωθεί με την τραυματική εμπειρία της Άλωσης απο τους Χριστιανόυς Σταυροφόρους.


Αποσπασμα από το Κεκαυμένου, <<Στρατηγικόν>>

...Για να μάθεις πρέπει να ρωτάς...
<<Διάβαζε πολλά και θα μάθεις πολλά. Και αν δεν καταλαβαίνεις, μη χάνεις το θάρρος σου. Διαβάζοντας με προσοχή το βιβλίο σου, με τη βοήθεια του Θεού θα αποκτήσεις τις γνώσεις που περιέχει και θα τις κατανοήσεις. Μη διστάζεις να ρωτάς αυτούς που ξέρουν, για όσα δε γνωρίζεις και να μη μεγαλοπιάνεσαι. Οι άνθρωποι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, δηλ. με το να μη θέλουν να ρωτούν, μένουν με ελλιπείς γνώσεις>>. (Ελεύθερη προσαρμογή)

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Βυζαντινή Κάτω Ιταλία- Καλαβρία,Σικελία

                                     






                                            
                                      Βυζαντινή Κάτω Ιταλία- Καλαβρία,Σικελία

                    Η Καλαβρία υπήρξε για τους Βυζαντινούς ένα σημαντικό οχυρό προς τη Δύση,για την αναχαίτιση των βαρβάρων. Η ακμή της τοποθετείται τον 9ο έως και τον 11ο αιώνα οπότε κατακτήθηκε από τους Νορμανδούς, έγινε Δουκάτο και εκδιώχθηκαν οι Βυζαντινοί. Τον 12ο αι. μ.Χ. έληξε η βυζαντινή κυριαρχία στην Κάτω Ιταλία.
                 Η παρουσία του Βυζαντίου στην περιοχή  άφησε ίχνη ανεξίτηλα. Η περιοχή δέχθηκε την έντονη επίδραση των Βυζαντινών.
                 Όλα ξεκίνησαν στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα, όταν Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν στα ανατολικά παράλια της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, ιδρύοντας πολλές αποικίες,χαρίζοντας σε αυτό το ελληνικό τμήμα το όνομα Μεγάλη Ελλάδα. Στην Καλαβρία ιδρύθηκαν και ήκμασαν σημαντικές ελληνικές αποικίες, όπως το Ρήγιο από τους Χαλκιδείς το 715 π.Χ., το οποίο αργότερα κατοίκησαν Μεσσήνιοι πρόσφυγες.
                  Όταν το 534 μ.Χ. ο στρατηγός Βελισάριος θα ανακαταλάβει –μετά τις βαρβαρικές επιθέσεις-το «θέμα» της Κ. Ιταλίας, στην περιοχή θα εγκατασταθούν Βυζαντινοί στρατιωτικοί και πολιτικοί υπάλληλοι και  θα ενισχυθεί σημαντικά το βυζαντινό στοιχείο, καθώς και ο μοναχισμός με τη βυζαντινή του παράδοση, που θα συμβάλλει στην οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής και διοίκησης. Έτσι έχουμε τη δημιουργία πολλών Μητροπόλεων και Επισκοπών, καθώς και μονών.  Στα επόμενα χρόνια, εξαιτίας των αιρέσεων, της εξάπλωσης του Ισλάμ και κυρίως της εικονομαχίας, θα αυξηθεί ο αριθμός ιδιαίτερα μοναχών που θα εγκατασταθούν στην περιοχή. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, μόνο κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, δηλ. σε διάστημα 120 ετών, 50.000 μοναχοί κατέφυγαν στη Δύση και ιδιαίτερα στις δύο ελληνόφωνες περιοχές, την Καλαβρία και Σικελία. Οι μοναχοί αυτοί θα γίνουν φορείς μετάδοσης της ορθόδοξης παράδοσης, της ελληνικής γλώσσας και της κουλτούρας της Κωνσταντινούπολης.
                Η ελληνική γλώσσα παρέμεινε ζωντανή ακόμα και όταν αργότερα, ως επίσημη, καθιερώθηκε η λατινική.  H ελληνική  γλώσσα μέσω της Εκκλησίας θα συνδεθεί  με το βυζαντινό τυπικό. Για  αιώνες αυτά τα δύο στοιχεία θα σφραγίσουν το ελληνορθόδοξο παρελθόν της Ν. Ιταλίας, ιδιαίτερα μάλιστα αυτό της Καλαβρίας και Σικελίας.
                Η Καλαβρία και γενικότερα η Κ. Ιταλία,  θα αποτελέσει αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα στον Πάπα και και στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Το 732/33 ο αυτοκράτορας Λέων Γ ο Ίσαυρος, θα την προσαρτήσει πνευματικά και διοικητικά στο πατριαρχείο της Κων/λεως, αντιδρώντας δυναμικά στην εικονόφιλη πολιτική του Πάπα. Οι περιοχές της Κάτω Ιταλίας, μαζί με περιοχές της Ελλάδος και των Βαλκανίων, θα βρίσκονται υπό την κοινή διοικητική αρχή του έπαρχου του Ιλλυρικού ως τον 8ο αιώνα και αργότερα υπό τον Δομέστικο της Δύσης.
                 Οι αλλεπάλληλες επιδρομές και κατακτήσεις των Αράβων και των Σαρακηνών, οι οποίοι ήδη απ' τον 9° αι. έχουν κατακτήσει τη Σικελία και λυμαίνονταν τα παράλια της Καλαβρίας θα δημιουργήσουν σιγά-σιγά την αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου, καθώς και των μοναστικών κέντρων, που είχαν γνωρίσει μεγάλη άνθιση.
                Η απειλή γίνεται μεγαλύτερη όταν τον 10° αι. εισβάλλουν από βορρά οι Γερμανοί. Ο Γερμανός ηγεμόνας Όθων Α' (936-973), αφού έγινε κύριος της Ρώμης, έφτασε λεηλατώντας μέχρι την Καλαβρία. Η βυζαντινή κυριαρχία στην περιοχή θα τελειώσει μετά το 1060, με την εμφάνιση των Νορμανδών, που θα την κατακτήσουν, εκμεταλλευόμενοι τις εσωτερικές διαμάχες της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
                   Ωστόσο οι κάτοικοι παρά την απώλεια αυτών των περιοχών θα διατήρησαν την ελληνικότητά τους, τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους. Σήμερα, μία χιλιετία μετά, κάτοικοι των χωριών, γεωργοί και κτηνοτρόφοι στην πλειονότητά τους, διατηρούν τη λεγόμενη γκρεκάνικη γλώσσα, ήθη και έθιμα από την παράδοση που κληρονόμησαν και κυρίως τη μουσική και τα τραγούδια. Δηλώνουν Ελληνες και  είναι περήφανοι για την καταγωγή τους.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Εικονομαχία 1ο μέρος





          Με τον όρο Εικονομαχία εννοείται μεγάλη μεταρρυθμιστική κίνηση που ξέσπασε στο Βυζαντινό Κράτος τον 8ο και 9ο αι. που από θρησκευτική εξελίχθηκε και σε πολιτική διαμάχη για τη λατρεία των εικόνων.Η Εικονομαχία τελικά δίχασε τους Βυζαντινούς σε «Εικονομάχους» (επίσης, «Εικονοκλάστες») και «Εικονολάτρες» (επίσης, «Εικονόφιλους» και «Εικονόδουλους»). Η εικονομαχία άρχισε γύρω στο 726 και τελείωσε το 842, διήρκεσε δηλαδή πάνω από ένα αιώνα.
            Στο Βυζάντιο η απεικονιστική τέχνη, τόσο στα ευαγγελικά κείμενα όσο και στη λατρευτική εικόνα, αναπτύχτηκε ιδιαίτερα και είχε ήδη παγιωθεί στις αρχές του 8ου αιώνα. Η γνωστή ρήση του Ιωάννη Δαμασκηνού αλλά και του πάπα Γρηγορίου Α΄ ότι << οι εικόνες είναι τα βιβλία των αγραμμάτων>> προώθησε και στήριξε τη θρησκευτική απεικόνιση. Συνεπώς παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον η εξέταση της περιόδου αυτής, η αναζήτηση των λόγων που έκαναν τους Βυζαντινούς να στραφούν εναντίον των εικόνων.

                                                                        Το ιστορικό πλαίσιο      

                Οι Ίσαυροι αυτοκράτορες καταγόμενοι από τη Γερμανίκεια (σημερινό Καρς), θα είναι οι εμπνευστές της ανεικονικής κίνησης, της λεγόμενης <<εικονομαχίας>> που αναστάτωσε τη ζωή της αυτοκρατορίας  πάνω από έναν αιώνα σε όλα τα επίπεδα, πνευματικά, οικονομικά, πολιτικά. Η έριδα  χωρίζεται σε δυο περιόδους από το 730 ως το 787 και από  το 815 ως το 843,
                Στις αρχές του 8ου αιώνα, το Bυζάντιο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στα ανατολικά του σύνορα από τις αραβικές επιθέσεις αλλά και στα βόρεια από της βουλγαρικές επιθέσεις. Η εμφάνιση των Αράβων αλλά και η νέα θρησκεία του Ισλάμ αρχικά είχαν υποτιμηθεί και όσον αφορά την επιρροή τους αλλά και την επικινδυνότητά  τους. Το 717 τα στρατεύματα των Θεμάτων των Ανατολικών και των Αρμενακών αναλαμβάνουν δράση και ανεβάζουν στον θρόνο τον Λέοντα Γ΄ τον Ίσαυρο. Άριστος και δυναμικός στρατιωτικός, οργανώνοντας την άμυνα της Πόλης, κατάφερε να αποκρούσει την αραβική επίθεση του 717-718 με την χρήση και του υγρού πυρός.
                 Όμως οι σημαντικές για την αυτοκρατορία επαρχίες της Μικράς Ασίας, συνέχιζαν να δέχονται τις επιδρομές των Αράβων. Οι Βυζαντινοί αναρωτιούνταν γιατί ο Θεός που στο παρελθόν τους βοήθησε στους πολέμους τους, τώρα τους αρνιόταν τη βοήθεια και έδινε τη νίκη στους αντιπάλους. Ο Λέων, αλλά και οι στρατιωτικοί που είχαν τώρα το πάνω χέρι, θεώρησαν ότι η Θεϊκή εύνοια χάθηκε εξαιτίας της υπερβολικής λατρείας των εικόνων που έφτανε να ισοδυναμεί με την ειδωλολατρεία Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο ο Λέων έκρινε ότι το κρίσιμο θέμα ήταν αυτό των εικόνων, ήταν η προσπάθειά του να προσελκύσει  μουσουλμάνους, ιουδαίους και οπαδούς διαφόρων αιρέσεων οι οποίοι όλοι απεχθάνονταν κάθε μορφής θρησκευτική απεικόνιση. Το πιθανότερο μάλιστα είναι ότι και ο ίδιος, ως Σύρος, ήταν επηρεασμένος από την αντίληψη αυτή. Ως στρατιωτικός, θαύμαζε την οργάνωση το σθένος και το δυναμισμό των Αράβων
               Με απόφασή του ζητά από  τους εκκλησιαστικούς άρχοντες να αποκαθηλώσουν τις εικόνες, προκαλώντας μεγάλες αντιδράσεις και από τον πατριάρχη και από τον Πάπα.  Απομακρύνεται η  εικόνα του Χριστού από την Χαλκή Πύλη της Κωνσταντινούπολης, ο λαός διαμαρτύρεται, και οι εικονόφιλοι τιμωρούνται  με εξορίες, φυλακίσεις και δημεύσεις περιουσιών Ωστόσο στα  χρόνια που ακολουθούν δεν υπάρχουν πολλές  μαρτυρίες για καταστροφή εικόνων.
             Ο γιος του Λέοντα, Κωνσταντίνος ο Ε’ θα επιμείνει στην ίδια πολιτική της κατάργησης των εικόνων. Μετά από μια σκληρή εμφύλια σύγκρουση με τον ειρηνόφιλο σφετεριστή του θρόνου Αρτάβασδο, όπου δεν έλειψαν οι βιαιότητες, ο Κωνσταντίνος σταθεροποιείται στο θρόνο και γίνεται παντοδύναμος. Αμέσως σχεδιάζει  τη σύγκληση εκκλησιαστικής συνόδου που θα επικυρώσει τις εικονομαχικές αντιλήψεις του. Τοποθετεί  λοιπόν στην ανώτερη εκκλησιαστική ιεραρχία πρόσωπα με εικονομαχικές απόψεις και ταυτόχρονα ο ίδιος επιδίδεται  σε συγγραφική δραστηριότητα σε θεολογικά ζητήματα, συγγράφοντας περίπου δεκατρείς πραγματείες
                 Από τις 10 Φεβρουαρίου 754 ως τις 8 Αυγούστου του ίδιου χρόνου στο ανάκτορο της Ιέρειας στη μικρασιατική ακτή του Βοσπόρου συγκλήθηκε σύνοδος με συμμετοχή 338 επισκόπων, που χωρίς εξαίρεση, υποστήριξαν την εικονοκλαστική διδασκαλία, αλλά χωρίς την παρουσία εκπροσώπων των εκκλησιών Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Οι εικονόφιλοι ονόμασαν τη σύνοδο ειρωνικά «ακέφαλη σύνοδο», αλλά αυτό δεν εμπόδισε τα μέλη της να διεκδικήσουν το κύρος οικουμενικής συνόδου.
              Υποστηρίχτηκε εξ αρχής το αδύνατο της απεικονίσεως του Χριστού και με τη χρήση χωρίων από την Αγία Γραφή και την πατερική γραμματεία κατέληξαν στην καταδίκη των ιερών εικόνων και της λατρείας τους με το ακόλουθο σκεπτικό: είναι ανάξιο για τα ιερά πρόσωπα να απεικονίζεται η μορφή τους σε ευτελή ύλη, η μορφή του Χριστού δεν είναι δυνατό να απεικονισθεί, εφόσον οι δύο φύσεις του είναι αμέριστες και ασύγχυτες. Υπάρχει κίνδυνος να θεωρηθεί η προσκύνηση των εικόνων αναβίωση της ειδωλολατρίας, γι’ αυτό πρέπει να αποκλεισθεί.  Στις 29 Αυγούστου δημοσιεύθηκαν στην αγορά της Κωνσταντινουπόλεως οι αποφάσεις της συνόδου και άρχισαν να καταστρέφουν τις ιερές εικόνες, αντικαθιστώντας τες με διακοσμητικές παραστάσεις με ζώα και φυτά ή εικόνες του αυτοκράτορα και σκηνές από ιπποδρομίες, πολέμους και κυνήγια.Ο Σταυρος θα ήταν πια το μοναδικό σύμβολο που θα ένωνε τις δύο αντιμαχόμενες σκληρά  παρατάξεις. Εικονομάχοι και εικονολάτρες χρησιμοποίησαν το σταυρό στις ευλογίες και στις προσευχές τους.
                 H Εκκλησία της Ρώμης δεν συμμετείχε απορρίπτοντας τις αποφάσεις της Συνόδου. Ο Πάπας θα βρει  την ευκαιρία να απομακρυνθεί αλλά και να αντιδράσει και εξαιτίας προσάρτησης περιοχών της δικαιοδοσίας του στο πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης.Το χασμα θα αρχίσει να διευρύνεται...
             Ακλούθησαν διωγμοί, διαπομπεύσεις καταδίκες και θανατώσεις. Στο επίκεντρο των διωγμών βρέθηκαν τα μοναστήρια και οι μοναχοί. Σε αρκετές περιπτώσεις η χλιδάτη ζωή των μοναχών, η εγκατάλειψη του πνευματικού τους ρόλου και η συνεχής ανάμιξή τους στις κοσμικές υποθέσεις προκαλούσαν την κοινωνία. Ονομαστές μονές, όπως του Δαλμάτου, μετατράπηκαν σε στρατώνες ή δημόσιους καταυλισμούς, άλλες ερειπώθηκαν και οι περιουσία τους περιήλθε στο κράτος. Οι μοναχοί υπέστησαν εξευτελισμούς, κυρώσεις, εξορίες. Σε πολλές περιπτώσεις διαπομπεύτηκαν, όπως όταν υποχρεώθηκαν να παρελάσουν στον κατάμεστο Ιππόδρομο στην Κωνσταντινούπολη κρατώντας από το χέρι ο καθένας μια μοναχή, καθώς υβρίζονταν από τους θεατές στις κερκίδες.
                Οι  στρατιωτικές επιτυχίες σε βάρος των εχθρών της αυτοκρατορίας ανέβαζαν το γόητρο των στρατιωτικών και συνέδεαν τις νίκες με την εικονομαχική πολιτική. Το 750 ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ πεθαίνει, στο θρόνο ανεβαίνει ο Λέοντας ο Δ΄ που θα παντρευτεί μια νύφη από την Αθήνα  την Ειρήνη. Η γυναίκα αυτή, θα είναι η πρώτη από τις τρεις συνολικά γυναίκες που θα ανατρέψον την κατάσταση...

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Οι Αραβικές επιθέσεις στην Κύπρο, 7ος αιώνας μ.Χ.- Βυζαντινή Κύπρος 2ο μέρος

                                        




 
                                        Οι Αραβικές επιθέσεις στην Κύπρο, 7ος αιώνας μ.Χ.      
                 Το 647 οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε η πρώτη σοβαρή και μεγάλη ναυτική επιχείρηση των Αράβων κατά της βυζαντινής Κύπρου, υπό την αρχηγία του ίδιου του εμίρη τότε της Συρίας Μωαβία, που εγκαινίασε και τη μακρά διαμάχη Βυζαντινών και Αράβων με επίκεντρο την Κύπρο, που κράτησε γύρω στους τρεις αιώνες (7ος - 10ος) και έπληξε καίρια ολόκληρο το νησί. Οι πηγές αναφέρουν ένα πολύ μεγάλο και υπερβολικό αριθμό καραβιών που χρησιμοποιήθηκαν για την επιδρομή αυτή (1.700 σκάφη, με αρχηγό του στόλου τον Αβδαλλάχ Ιμπν Καΐς). Πολλά από τα καράβια αυτά διέθεσε ο εμίρης της Αιγύπτου. Ο αιγυπτιακός στόλος πήρε μέρος στην επιδρομή κατά της Κύπρου πιθανότατα με κίνητρα εκδικητικά, επειδή το νησί είχε ίσως χρησιμοποιηθεί ως βάση για την επίθεση του βυζαντινού στόλου κατά της Αλεξάνδρειας στα 646, με αρχηγό το στρατηγό Μανουήλ.
                Ο Μωαβίας, εμίρης της Συρίας από το 639/640, ίσως να είχε επίσης δεχτεί επιθέσεις Βυζαντινών στη Συρία με ορμητήριο την Κύπρο. Το 647 πάντως έφτασε στο νησί, κατέλαβε ύστερα από σύντομη πολιορκία την πρωτεύουσα Κωνσταντία (Σαλαμίνα) την οποία και λεηλάτησε και στη συνέχεια κούρσεψε, όπως και πολλά άλλα μέρη του νησιού, χτυπώντας ιδίως τους παραθαλάσσιους οικισμούς του.
               Ο Μωαβίας, αφού πέτυχε εύκολη νίκη, μεταξύ άλλων επέβαλε στους κατοίκους της Κύπρου να πληρώνουν στους Άραβες ετήσιο φόρο από 7.200 χρυσά νομίσματα, δηλαδή τον ίδιο φόρο που κατέβαλλαν οι ντόπιοι και στους Βυζαντινούς. Τελικά όμως έφυγε από το νησί όταν πληροφορήθηκε ότι ο ισχυρός στόλος των Βυζαντινών έπλεε προς την Κύπρο. Η επιδρομή όμως αυτή είχε σαν  αποτέλεσμα της  να εγκαινιαστεί ένα περίεργο καθεστώς "ουδετερότητας" της Κύπρου ή και συγκυριαρχίας μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, που περιελάμβανε και την ίση κατανομή των φόρων που κατέβαλλαν οι Κύπριοι και στους Βυζαντινους και στους Άραβες.
                       Λίγα όμως χρόνια αργότερα, το 653, ο Μωαβίας οργάνωσε και δεύτερη επιδρομή κατά της Κύπρου, με την πρόφαση ότι οι Κύπριοι είχαν παραβεί τους όρους που είχαν τεθεί μετά την προηγούμενη επιδρομή του. Πρώτος στόχος ήταν και πάλι η πρωτεύουσα Κωνσταντία που καταλήφτηκε και,ύστερα από λεηλασία 40 ημερών, καταστράφηκε ολοσχερώς και δεν ξανακτίστηκε. Λεηλατήθηκαν στη συνέχεια όλες οι σημαντικές πόλεις, καταστράφηκαν ολοσχερώς και εγκαταλείφτηκαν. Η Πάφος πρόβαλε σθεναρή αντίσταση αλλά τελικά αναγκάστηκε να παραδοθεί ύστερα από σκληρή πολιορκία και μετά από υπογραφή συμφωνίας. Στην Κύπρο παρέμεινε ως φρουρά ένας ικανός αριθμός Αράβων, που φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν-τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς - σε περιοχή κοντά στην Πάφο. Δεν είναι γνωστό πότε αποσύρθηκε το στράτευμα αυτό από την Κύπρο. Πιθανότερο φαίνεται ο στρατός να ανακλήθηκε από τον ίδιο το Μωαβία γύρω στα 659, όταν αυτός, πιεζόμενος από σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, είχε υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς.
                  Γίνεται φανερό, ότι Βυζαντινοί και Άραβες είχαν κατανοήσει τη μεγάλη στρατηγική σημασία της Κύπρου καθώς και το μέγεθος των ωφελημάτων από τυχόν κατάληψή της.
                  Με την απομάκρυνση της αραβικής φρουράς και την αναγνώριση της ουδετερότητάς της, η Κύπρος γίνεται τόπος συνάντησης μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, που  έρχονται για ειρηνικούς και εμπορικούς σκοπούς. Στην Κύπρο υπήρχαν παράλληλα Βυζαντινοί αξιωματούχοι και Μουσουλμάνος κυβερνήτης, (wali), διορισμένος από τους Άραβες.
                 H ισορροπία αυτή ανατράπηκε στα 691/2 ξαφνικά, εξαιτίας μιας άστοχης, όπως αποδείχτηκε, κίνησης του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β', σχετικά με την Κύπρο. Συγκεκριμένα  ο αυτοκράτορας διέταξε τη μεταφορά του πληθυσμού της Κύπρου στην Κύζικο, αρχαία πόλη της Προποντίδας, ανάμεσα στην Πάνορμο και στην Αρτάκη (Ελλήσποντος).  Οι λόγοι της μεταφοράς αυτής του κυπριακού πληθυσμού στην Κύζικο ήταν η χρησιμοποίηση των Κυπρίων σε διάφορες σημαντικές  υπηρεσίες στην αυτοκρατορία, όπως στρατιωτικές, ναυτικές, ναυπηγικές αλλά και η μη καταβολή φόρων στους Άραβες με τη μετακίνηση τoυ πληθυσμού.
                Άμεση ήταν η αντίδραση του χαλίφη Αμπντ Αλ Μάλικ, ο οποίος μετέφερε στη συνέχεια τον υπόλοιπο κυπριακό πληθυσμό από την Κύπρο στη Συρία. Η ενέργεια αυτή του χαλίφη σήμαινε ότι θεωρούσε μέρος του πληθυσμού της Κύπρου ως υποκείμενο σε φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις απέναντί του.
                Στην Κύζικο μεταφέρθηκαν, πιθανότατα,  οι ικανότεροι από τους Κυπρίους για ναυτική και στρατιωτική υπηρεσία.. Η περιοχή του Ελλησπόντου στην οποία εγκαταστάθηκαν οι Κύπριοι, ονομάστηκε Νέα Ιουστινιανούπολις ή Ιουστινιανή. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της μετοικεσίας, ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος Κύπρου φέρει μέχρι σήμερα στον τίτλο <<αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου>>.
                  Η μεταφορά  των Κυπρίων στην Κύζικο (που πολλοί την θεώρησαν ως εξορία, αλλά που ήταν πράξη συνηθισμένη κατά το Μεσαίωνα) δε διάρκεσε για πολύ, αλλά στοίχισε σε πολλούς τη ζωή εξαιτίας των ταλαιπωριών. Γύρω στο 705, κατόπιν συμφωνίας,  επιστρέφοουν οι Κυπριοι από την Κύζικο στην πατρίδα τους αλλά και όσοι Κύπριοι  είχαν μεταφερθεί στη Συρία.
                 Με την επιστροφή των Κυπρίων στην πατρίδα τους, επέστρεψαν και επανεγκαταστάθηκαν στο νησί και Άραβες .Εφαρμόστηκε έτσι και πάλι το καθεστώς της "ουδετερότητας", της ισορροπίας και της συνύπαρξης. Με την επικράτηση ειρηνικών συνθηκών διευκολύνθηκε πολύ και το εμπόριο μεταξύ Κύπρου και Αράβων. Η Κύπρος χρησίμευε και σαν διαμετακομιστικός σταθμός.
             Ο Άραβας ιστορικός Ίμπν Χαουκάλ, που έζησε το 10ο αιώνα, αναφέρει τα εξής για την εποχή αυτή:<<Η Κύπρος παράγει ωραία μαστίχη και άφθονη ρητίνη και μεταξωτά και μάλλινα υφάσματα, η δε γονιμότητα της γης της ξεπερνά κάθε περιγραφή>>. Ο ίδιος συγγραφέας μιλώντας για την Κρήτη και για την Κύπρο γράφει: <<αυτά ήταν νησιά, όπου υπήρχαν άφθονα τα αγαθά και οι φόροι και το εμπόριο και η εξαγωγική και εισαγωγική κίνηση ήκμαζε>>. Ένας Άγγλος προσκυνητής που πέρασε από την Κύπρο την εποχή αυτή (723 μ.Χ.) και έμεινε τρεις εβδομάδες στην Πάφο και στην Κωνσταντία, ο Willibald, γράφει για τους Κυπρίους ότι βρίσκονταν μεταξύ των Ελλήνων και των Σαρακηνών και ότι ήταν άοπλοι, γιατί υπήρχε βαθιά ειρήνη και φιλία.
             Στη συνέχεια οι ειρηνικές συνθήκες διακόπτονται κατά διαστήματα από επιδρομές και αναστατώσεις. Το 747 μ.Χ., σε μια εποχή που στις χώρες του Βυζαντίου είχε εξαπλωθεί η πανούκλα, αναφέρεται ότι αραβικός στόλος από 1.000 πλοία ξεκίνησε για την Κύπρο. Ο αυτοκράτορας έστειλε εναντίον τους αυτοκρατορικές δυνάμεις, που κατέστρεψαν τα αραβικά πλοία.
             Γενικά μιλώντας για την περίοδο αυτή, μπορούμε να πούμε ότι οι τρεις περίπου αιώνες της εποχής των αραβικών επιδρομών είναι από τους πιο τραγικούς της Ιστορίας της Κύπρου. Οι Άραβες δεν επιδίωξαν (ή και δεν ήταν σε θέση να επιδιώξουν) μια μόνιμη επικυριαρχία στην Κύπρο και κατάληψη του νησιού. Αρκούνταν μόνο σε μεγάλες ή μικρότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις με τη μορφή των επιδρομών, που κατέληγαν σε εκτεταμένες λεηλασίες. Αμέσως μετά αναχωρούσαν, παίρνοντας  διάφορους θησαυρούς καθώς και πολλούς αιχμαλώτους που πουλιόνταν ως σκλάβοι στην Ανατολή. Άφηναν δε πίσω τους ερείπια και στάχτες, την καταστροφή, το θάνατο και την ερήμωση. Έτσι, το νησί οδηγήθηκε σε τέτοια κατάσταση παρακμής, ώστε κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς ως τόπος εξορίας ανθρώπων που έπεφταν σε δυσμένεια ή ήταν ηττημένοι πολιτικοί ή και θρησκευτικοί αντίπαλοι. Την περίοδο των αραβικών επιδρομών που συμπίπτει με την περίοδο της Εικονμαχίας, η Κύπρος αποτέλεσε και καταφύγιο πολλών εικονολατρών που μετέφεραν μαζί και τις εικόνες τους ή και καταφύγιο ανθρώπων από γειτονικές χώρες οι οποίοι επίσης υπέφεραν από την αραβική επέκταση και κυριαρχία.
                Η κατάσταση αυτή κράτησε ως το 965. Τη χρονιά εκείνη, ο Νικηφόρος Φωκάς συνέτριψε το στόλο των Αράβων στις ακτές της Μικράς Ασίας, ο δε στρατηγός του, Νικήτας Χαλκούτσης απελευθέρωσε οριστικά την Κύπρο από τα χέρια των Αράβων. Η Κύπρος για περισσότερο από δυο αιώνες θα ενταχτεί στην αυτοκρατορία, Θα κυβερνιέται από  Βυζαντινούς αξιωματούχους που συνήθως έφεραν τον τίτλο του δούκα. Με την υπαγωγή όμως ξανά της Κύπρου στο Βυζαντινό κόσμο, και τη διακυβέρνηση του νησιού από Βυζαντινούς κυβερνήτες, θα εμφανιστούν  και οι προσωπικές φιλοδοξίες μερικών από αυτούς, που θα δοκιμάσουν  και πάλι να αποκόψουν το νησί από την αυτοκρατορία και να γίνουν ανεξάρτητοι ηγεμόνες του.
                                      
 

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Ο ναός των Αγίων Αποστόλων






                  Ο ναός των Αγίων Αποστόλων ήταν ένας  χριστιανικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος χτίστηκε το 550 στον τέταρτο λόφο της Πόλης, βορειοδυτικά του υδραγωγείου του Ουάλη. Ήταν πολύ μεγάλος, σχεδόν όσο ο ναός της Αγίας Σοφίας και επί αιώνες (από τον 4ο ως τον 11ο) ενταφιάζονταν εκεί Αυτοκράτορες, Πατριάρχες και επίσκοποι. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκε εκεί προσωρινά η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
               Η σκέψη και η πραγματοποίηση του σχεδίου για την ανέγερση στην Κωνσταντινούπολη
μιας εκκλησίας προς τιμήν τών Αγίων Αποστόλων αποδίδεται στο Μεγάλο Κωνσταντίνο. Είναι φανερό, ότι με την ανέγερση του ναού των Αγίων Αποστόλων, ο Κωνσταντίνος απέβλεπε σε τρεις σκοπούς: τη συνέχιση της ρωμαϊκής παράδοσης των αυτοκρατορικών μαυσωλείων - ηρώων, τη σταδιακή μετάθεση του θρησκευτικού καί κοσμολογικού κέντρου απο την Ιερουσαλήμ στην Κωνσταντινούπολη και, κυρίως, την προσπάθεια καθιέρωσης του αυτοκράτορα ως αυθεντικού συνεχιστή της αποστολικής παράδοσης. Σκοπός του Αυτοκράτορα ήταν να συγκεντρώσει εκεί και τα λείψανα όλων των Αποστόλων.
                    Ο  αρχικός λοιπον ναός των Αγίων Αποστόλων κτίστηκε γύρω στο 330, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος έχτισε την Πόλη. Το 337, όταν ο Κωνσταντίνος πέθανε, ο ναός δεν είχε τελειώσει, και ο ίδιος ενταφιάστηκε προσωρινά στο ναό του Αγίου Ακακίου στην Κωνσταντινούπολη. Όταν ολοκληρώθηκε από το γιο του, Κωνστάντιο, ο ναός των Αγίων Αποστόλων, μεταφέρθηκε εκεί και η σoρός του Κωνσταντίνου.Τελικά, έγινε εφικτό να μεταφερθούν λείψανα μόνο του Αποστόλου Ανδρέα (από την Αχαΐα το 357), του Ευαγγελιστή Λουκά και του Αγίου Τιμοθέου (από την Έφεσο).
                    Δύο αιώνες μετά την αναδιαμόρφωση της εκκλησίας από τον Κωνστάντιο, ο Ιουστινιανός αποφάσισε τη ριζική ανακαίνιση των Αγίων Αποστόλων. Η παλαιά σταυρική εκκλησία κατεδαφίστηκε εντελώς και στην ίδια θέση άρχισε η κατασκευή της καινούριας. Ο νέος ναός σχεδιάστηκε και κτίστηκε υπό την επίβλεψη των αρχιτεκτόνων της Αγίας Σοφίας, Ανθέμιου και Ισίδωρου. Η τυπολογία που εισήγαγε αυτή η εκκλησία, άσκησε τη μεγαλύτερη ίσως επίδραση στην ανέγερση ναών. Έτσι, σχεδόν πανομοιότυπος ήταν ο ερειπωμένος σήμερα ναός του Αγίου Ιωάννη στην Έφεσο και ο μεταγενέστερος ναός το Αγίου Μάρκου στη Βενετία (δεύτερο μισό 11ου αιώνα).Ήταν σταυροειδής βασιλική, με πέντε τρούλους: ένας σε κάθε βραχίονα του σταυρού και ένας στο κέντρο, στο σημείο τομής των βραχιόνων. Να σημειωθεί ότι  Ιερό δεν υπήρχε, καθώς η Αγία Τράπεζα ήταν τοποθετημένη στο κέντρο του ναού, κάτω από τον κεντρικό τρούλο. Τα λείψανα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των τριών αγίων μεταφέρθηκαν στη νέα εκκλησία, ενώ κτίστηκε και σταυροειδές μαυσωλείο για τον Ιουστινιανό και την οικογένειά του, στο τέλος του βόρειου κλίτους. Τα εγκαίνια του νέου ναού έγιναν στις 28 Ιουνίου του 550.
                  Για πάνω από 7 αιώνες, ο ναός των Αγίων Αποστόλων ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος ναός της Βασιλεύουσας. Ενώ η Αγία Σοφία βρισκόταν στο παλαιό μέρος της Πόλης, οι Άγιοι Απόστολοι κυριαρχούσαν στην πλευρά των νεότερων επεκτάσεων, πάνω στην ονομαζόμενη Μέση ή Κεντρική Οδό. Ήταν προσκυνηματικό κέντρο, καθώς εκτός των τριών προαναφερθέντων αγίων, των Αυτοκρατόρων, των Πατριαρχών (μεταξύ αυτών και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου), των επισκόπων, αγίων και μαρτύρων που είχαν ενταφιαστεί εκεί, στην εκκλησία βρισκόταν και μέρος της Στήλης της Μαστιγώσεως, στην οποία κατά την παράδοση βασανίστηκε οΧριστος. Η εκκλησία έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στις αυτοκρατορικές τελετές, και το Περί βασιλείου τάξεως του Πορφυρογέννητου κατονομάζει τους Αγίους Αποστόλους ως σταθερό σημείο κατά μήκος της πομπικής οδού που ξεκινούσε από τη Χρυσή Πύλη. Στο Βίο Βασιλείου δίνονται πληροφορίες για τις επισκευές του 9ου αιώνα στην εκκλησία: ο Βασίλειος Α΄ περιγράφεται να ενισχύει το ναό με αντηρίδες και να επισκευάζει ορισμένα σημεία που είχαν καταρρεύσει.Κατά πάσα πιθανότητα, την ίδια περίοδο ο ναός διακοσμήθηκε με έναν κύκλο ψηφιδωτών, που περιγράφεται εν μέρει από τον Κωνσταντίνο Ρόδιο περί το 940. Κάποια στιγμή μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα, η εκκλησία ανακαινίστηκε και πάλι και τα ψηφιδωτά ανακατασκευάστηκαν εν μέρει, αυτά τα ψηφιδωτά τα περιέγραψε ο Νικόλαος Μεσαρίτης
                      Ο ναός λεηλατήθηκε το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Λειψανοθήκες, χρυσά και αργυρά σκεύη με πολύτιμους λίθους, εικόνες, πολυτελή άμφια και άλλοι ανεκτίμητοι θησαυροί του ναού εξαφανίστηκαν. Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει ότι ακόμη και οι τάφοι των Αυτοκρατόρων συλήθηκαν και αφαιρέθηκε οτιδήποτε πολύτιμο περιείχαν. Ανοίχθηκε ακόμη και ο τάφος του Ιουστινιανού, ενώ από τον τάφο του Αυτοκράτορα Ηρακλείου αφαιρέθηκε το χρυσό του διάδημα, μαζί με τα μαλλιά του, στα οποία είχε προσκολληθεί. Κάποιοι από αυτούς τους θησαυρούς μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, ενώ οι περισσότεροι στη Βενετία και είναι σήμερα σε κοινή θέα στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Πριν την επέλαση των Σταυροφόρων όμως, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ' Άγγελος, στην εποχή της κατάπτωσης και της παρακμής, είχε αφαιρέσει μεγάλος μέρος της πολύτιμης διακόσμησης των σαρκοφάγων του ναού και το οδήγησε στα χυτήρια, στην προσπάθειά του να εξοικονομήσει χρήματα για να εξαγοράσει τη συνεργασία των Σταυροφόορων.
           Όταν ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος επανακατέκτησε την Πόλη, ανήγειρε στο ναό ένα άγαλμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ επάνω σε στήλη, σε ανάμνηση του γεγονότος. Το άγαλμα καταστράφηκε από σεισμό το 1328. Στις αρχές του 14ου αιώνα, ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος αναπαλαίωσε το ναό, ο οποίος όμως κατόπιν εγκαταλείφθηκε, καθώς ολόκληρη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία παρήκμασε και ο πληθυσμός της Πόλης μειωνόταν συνεχώς. Σύμφωνα με μαρτυρία του Φλωρεντίνου καθολικού ιερέα Cristoforo Buondelmonti, το 1420 ο ναός ήταν ρημαγμένος.
                 Μετά την οθωμανική κατάκτηση το 1453, ο ναός παραχωρήθηκε στο Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο ως έδρα του Πατριαρχείου, αλλά γρήγορα αποδείχτηκε ακατάλληλος για αυτή τη χρήση, και το Πατριαρχείο μεταφέρθηκε στο ναό της Παμμακαρίστου. Ο Μωάμεθ Β΄ έχτισε εκεί το οθωμανικό Fatih Camii («το τέμενος του κατακτητή»)

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Βυζάντιο και επανάσταση του 1821

                                                  

 
  Βυζάντιο και επανάσταση του 1821


                   Οι αγωνιστές του 21 φέρουν ζωντανή μέσα τους την εικόνα του Βυζαντίου. Πρόσωπα όπως ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σύμβολα όπως ο δικέφαλος αετός, η αυτοκρατορική πορφύρα, το σύνθημα  <<εν τούτω νίκα>>, ενώνουν, εμπνέουν και καθοδηγούν τους επαναστατημένους Έλληνες. Τα ίδια τα ονόματα <<Ρωμιός >> και <<Ρωμιοσύνη>>,  εξακολουθούν να είναι κυρίαρχα και έχουν άμεση αναφορά στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Όταν μιλούν για το σκλαβωμένο γένος, ο νους τους τρέχει στο Βυζάντιο και στην Πόλη. Οι Έλληνες, βλέπουν ως φυσική κοιτίδα του γένους τους την Κων/πολη. Η ίδια η Μεγάλη Ιδέα που διατρέχει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία μέχρι τη μικρασιατική καταστροφή, στοχεύει στην ανασύσταση -ει δυνατόν- του Βυζαντίου. Ωστόσο, οι Έλληνες θα είναι οι μονοί από τους ομόδοξους Βαλκάνιους που δε θα καταφέρουν να απελευθερώσουν τη φυσική κοιτίδα τους, την Πόλη.

              Ο Θ. Κολοκοτρώνης διηγείται τον παρακάτω διάλογο με το στρατηγό Χάμιλτον:
<<Μίαν φοράν, όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθε ο Άμιλτων να με ιδή. Μου είπε ότι: “Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν και η Αγγλία να μεσιτεύση”. Εγώ του αποκρίθηκα ότι: “Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, καπετάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τον Τούρκο. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα”. Με είπε: “Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;”. “Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά”. Έτσι δεν με ομίλησε πλέον>>.
             Οι μαρτυρίες των περιηγητών που επισκέφτηκαν τότε την Ελλάδα είναι χαρακτηριστικές. Ο Τζων Καμ Κομπχάουζ (John Cam Cobhouse), το 1813,παρατηρεί: <<Μπορεί να φαίνεται τετριμμένο το να υπενθυμίζει κανείς στους Έλληνες τον Λεωνίδα, αλλά η αλήθεια είναι πως η πλειοψηφία του λαού έχει, τόσο γι’ αυτόν όσο και για τους άλλους ήρωες της αρχαιότητας, μια πολύ συγκεχυμένη ιδέα, και ελάχιστοι ανάμεσά τους πηγαίνουν πιο πίσω στο ένδοξο παρελθόν τους από την εποχή των Ελλήνων Αυτοκρατόρων. Όλες τους οι ελπίδες στρέφονται στην ανασύσταση του βυζαντινού τους βασιλείου…>>
                Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1824, ο Αμερικανός Μπρεκ (Breck), σε μια επιστολή του, προσπαθεί να εξηγήσει γιατί δεν είναι φιλέλληνας: << Οι σύγχρονοι Έλληνες δεν γνωρίζουν τίποτε για τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη, τον Σόλωνα και τις άλλες διασημότητες των αρχαίων καιρών· οι παραδόσεις τους δεν πηγαίνουν πέρα από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία...>>
                Οι Έλληνες πρόγονοί μας που μας απελευθέρωσαν το 1821 θεωρούσαν τους Βυζαντινούς ως προγόνους τους, δηλαδή Έλληνες κι αυτούς, και λέγανε “οι ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΙ ΗΜΩΝ αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως”. Στα   συντάγματα των επαναστατημένων Ελλήνων του 1821, υπάρχουν πολλές αναφορές στο Βυζάντιο:

-Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, ή Οργανισμός του Αρείου Πάγου, Γερουσίας της Ανατ. Ελλάδος, 4/11/1821: "Οι κοινωνικοί νόμοι των αειμνήστων χριστιανών αυτοκρατόρων της Ελλάδος μόνοι ισχύουσι κατά το παρόν εις την Ανατολικήν Χέρσον Ελλάδαν"
-Προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδος 1/1/1822, όπου μεταξύ άλλων λέει: "Άχρι της κοινοποιήσεως των ειρημένων κωδίκων, αι πολιτικαί και εγκληματικαι διαδικασίαι βάσιν έχουσι τους Νόμους των αειμνήστων Χριστιανών ημών αυτοκρατόρων".-Νόμος της Επιδαύρου, Β' Εθνική Συνέλευση, εν Άστρει 1823: "Διορίζεται επιτροπή για να εκθέση τα κυριώτερα των εγκληματικών εκ του προχείρου, ερανιζομένη από τους νόμους των ημετέρων αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων".-Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος, Τροιζήνα, 1827 :"Έως ότου δημοσιευθώσι Κώδικες οι Βυζαντινοί Νόμοι (..) και οι παρά της Ελληνικής Πολιτείας δημοσιευόμενοι νόμοι έχουν ισχύν.

              Το λαϊκό συναίσθημα συνέδεε  την ελευθερία με τη θρησκεία και το Σταυρό. Στις επαναστατικές σημαίες του 21 δεσπόζουν ο περήφανος δικέφαλος αετός με την κορώνα σε συνδυασμό με την πορφύρα, σύνδεσμος του ελληνισμού με το Βυζάντιο. Στο γνωστό ζωγραφικό πίνακα ο αγωνιστής Νικολάκης Μητρόπουλος κρατάει τρίχρωμη σημαία με το σταυρό και την επιγραφή από το όραμα του Μ. Κων/νου <<εν τούτω νίκα>>. Η σημαία που ύψωσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στο Ιάσιο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 έχει στο κέντρο της το σταυρό και την ίδια επιγραφή <<εν τούτω νίκα>>. Στην επαναστατική του προκήρυξη ο αγνός αυτός πατριώτης καλεί τους Έλληνες να αγωνιστούν: << Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος>> που παραπέμπει στα λόγια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου προς τους υπερασπιστές της Πόλης, όπως τα διασώζει ο ιστορικός της Άλωσης Γεώργιος Σφρατζης :<<Ξέρετε καλά, αδέρφια, ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε όλοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας, δεύτερον, για την πατρίδα,τρίτον, για το βασιλέα και το Χριστό και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους>>.
               Κυριακή της Ορθοδοξίας
        Στις 10 Μαρτίου του 843, το Σάββατο πριν από την πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής, ο πατριάρχης Μεθόδιος πραγματοποιεί μια αγρυπνία στις Βλαχέρνες μαζί με όλο τον κλήρο και το επόμενο πρωί πορεύεται στην Αγία Σοφία, αφού περάσει από το ναό των Αγίων Αποστόλων.
Νωρίς την Κυριακή, ο Μιχαήλ Γ΄, η Θεοδώρα και σύσσωμη η αυλή ξεκινούν από το ανάκτορο για να τους συναντήσουν στη Μεγάλη Εκκλησιά. Όλοι κρατούν σταυρούς, εικόνες και κεριά  Η καινούρια  λειτουργία τελέστηκε για πρώτη φορά στις 11 Μαρτίου 843. Έτσι ανατράπηκε η εικονομαχία.
                Η συγκεκριμένη λειτουργία τελείται και σήμερα την πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αρχίζει με ένα πρόλογο που συνοψίζει την απόρριψη της ασέβειας και την αποδοχή του ορθού δόγματος με τη χάρη του Θεού. Ύστερα από μια μακρά περίοδο ενός αιώνος περίπου, τερματίζεται οριστικά ο διχασμός στους κόλπους της Εκκλησίας αλλά και της κοινωνίας. Eίχε προηγηθεί η πρώτη αναστήλωση των εικόνων από την Ειρήνη την Αθηναία το 787 με την  Z' Οικ. Σύνοδο.
               Η αναστήλωση των εικόνων δε συνιστά νέα πολιτική, δεν αποτελεί νεωτερισμό. Η εκκλησιαστική τελετή που γίνεται στην Αγία Σοφία μπορεί να υποκαταστήσει την εκκλησιαστική σύνοδο και να ακυρώσει τις αποφάσεις της αντίστοιχης του 815 που καταδίκασε τη λατρεία  μέσω των εικόνων και να επιβεβαιώσει τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικ. Συνόδου του 787 που αποτελούν παραδόσεις της Εκκλησίας.
                                                       
                                  απο το βιβλίο της  Τζούντιθ Χέριν     <<Γυναίκες στην Πορφύρα>>
         
            

                    Σε ανάμνηση εκείνου του θριάμβου της Ορθοδοξίας κάθε χρόνο επαναλαμβάνονταν στη Κωνσταντινούπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η τελετή αυτή κατά τον ακόλουθο τρόπο: Ο κλήρος (ενδημούντες και παρεπιδημούντες) μαζί με τους μοναχούς που πρωτοστάτησαν στους αγώνες υπέρ των εικόνων τελούσαν "πανήχιον υμνολογίαν" στον Ιερό Ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών στο τέλος της οποίας ακολουθούσε λαμπρή λιτανεία στη Μεγάλη Εκκλησία παρουσία του  Αυτοκράτορα.
              Σήμερα σε ανάμνηση της αναστήλωσης των εικόνων, γιορτάζεται σε όλες τους χριστιανικούς ναούς η "Κυριακή της Ορθοδοξίας" όπου κατά τη λειτουργία διαβάζεται  με ιδιαίτερη έμφαση η περικοπή εκ της προς Εβραίους επιστολής  όπου εκτίθενται οι αγώνες των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης υπέρ της πίστεως, καθώς επίσης και περικοπή από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο  όπου ιστορείται η κλήση του Φιλίππου και Ναθαναήλ που ομολογησαν τον Ιησού Χριστό ως υιόν του Θεού "Ραββί, σύ εί ο υιός του Θεού, σύ εί ο Βασιλεύς του Ισραήλ".
                 Ιδιαίτερα στην Ελλάδα από Βασιλείας του Γεωργίου του Α' καθιερώθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας να προσέρχεται ο Βασιλιας στη Μητρόπολη Αθηνών και να απαγγέλλει  το “Σύμβολο της Πίστεως”. Το αυτοκρατορικό αυτό έθιμο, έφθασε μέχρι των ημερών μας επί Βασιλέως Κωνσταντίνου Β', όπου μετά την μεταπολίτευση συνεχίζεται από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Πανδιδακτήριο-Μαγναύρα






                                                     Πανδιδακτήριο-Μαγναύρα


                Το Πανδιδακτήριο ήταν εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολή) ανώτατης εκπαίδευσης, θεωρούμενο με σημερινούς όρους Πανεπιστήμιο. Ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' το 425 και έκτοτε τελούσε υπό την αιγίδα των Αυτοκρατόρων. Κατά τον 9ο αιώνα εγκαταστάθηκε στον περίβολο του παλατιού, στη Μαγναύρα( μεγάλη αυλή),σε μια από τις πολυτελέστατες οικοδομές των βασιλικών παλατιών του Βυζαντίου, γι αυτό και αναφερόταν ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας. Η λειτουργία του σταμάτησε οριστικά με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

                        Μέσα από το αυτό το πανεπιστήμιο της αυτοκρατορίας αναδείχτηκαν πολλοί πνευματικοί άνθρωποι από τον χώρο των επιστημών αλλά και της θεολογίας. Ένας από τους ανθρώπους που συντέλεσε στην ίδρυση του ήταν η Πουλχερία, αδελφή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, μια ευσεβής  γυναίκα καθώς και η Ευδοκία, (Αθηναΐς), σύζυγός του αυτοκράτορα, μαζί με τον έπαρχο του Πραιτορίου, Κύρο Πανοπολίτη, γνωστό τότε Έλληνα ποιητή και φιλόσοφο. Στις 27 Φεβρουαρίου του 425, εκδόθηκε το πρώτο σχετικό διάταγμα από τον Θεοδόσιο το Β' που ρύθμιζε τις λεπτομέρειες λειτουργίας της Σχολής.

                    Τα πρώτα μαθήματα που διδάσκονταν στο Πανδιδακτήριο, που λειτουργούσε  σαν ανεξάρτητο πνευματικό ίδρυμα ήταν γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία, διαλεκτική, δίκαιο, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική. Την ίδια περίοδο στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν υπήρχε ουσιαστικά καμία πνευματική αλλά και συγγραφική δραστηριότητα, (ευρωπαϊκός μεσαίωνας). Στην εποχή του Ιουστινιανού αναβαθμίστηκε η Νομική Σχολή, η οποία απέκτησε πενταετή διάρκεια σπουδών και ανεξαρτητοποιήθηκε, ενώ την ίδια περίοδο στην Πατριαρχική Σχολή διδασκόταν η θεολογία. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Φωκά, (602-610), το Πανδιδακτήριο διέκοψε τη λειτουργία του αλλά γρήγορα επαναλειτούργησε υπό τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, (610-641), ο οποίος μετά το 610 είχε καλέσει στην Κωνσταντινούπολη τον Στέφανο τον Αλεξανδρέα για να εποπτεύσει στην αναδιοργάνωση του πανεπιστημίου. 
                   
                   Ο 9ος αιώνας είναι εποχή μεγάλης ακμής στην οικονομία, τερματίζεται η εικονομαχική περίοδος, αντιμετωπίζονται οι εχθρικές επιθέσεις. Με την καλυτέρευση λοιπόν αυτών των συνθηκών, δίνεται βάρος στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών.  Ο Βάρδας (842-867), θείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' και Καίσαρας μετά το 862,  προχωρεί στην αναδιοργάνωση του Πανδιδακτηρίου και στην μετεγκατάσταση  στο ανάκτορο της Μαγναύρας. Η Ανώτατη Σχολή Μαγναύρας   ήταν  ήταν υπό τη διεύθυνση του Μαθηματικού Λέοντα που δίδασκε φιλοσοφία και
μαθηματικά, γεωμετρία δίδασκε ο μαθητής του Θεόδωρος,  αστρονομία ο Θεοδήγιος και  γραμμα-
τική ο Κομητάς. Σημαντική θέση στην Ανώτατη Σχολή είχαν επίσης ο Μέγας Φώτιος και  ο διαφωτιστής των Σλάβων Κύριλλος. Και οι δύο μαζί με τον καίσαρα  Βάρδα διαμόρφωσαν την πολιτική του εκχριστιανισμού των Σλάβων και επεξεργάστηκαν την δημιουργία ενός Σλάβικου αλφαβήτου.

                 Η ανώτατη αυτή σχολή έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διατήρηση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και των επιστημών και βοήθησε την μεταπήδηση του πνεύματος και  της γνώσης στην Δυτική Ευρώπη, κάτι  που τελικά οδήγησε στην Αναγέννηση.

                Όλοι αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι  του Πανεπιστημίου της Μαγναύρας συνδέονταν μεταξύ τους με στενούς προσωπικούς δεσμούς. Συναντιόντουσαν στη βιβλιοθήκη του Μεγάλου Φώτιου,όπου συζητούσαν θέματα θρησκευτικά, φιλοσοφία,ποίηση έργα του Πλάτωνα και Αριστοτέλη, Λογική, Μαθηματικά, Φυσική και Αστρονομία, δηλαδή όλο το φάσμα του πολιτισμου της αρχαίας Ελλάδας. Μέσω της Σχολής και ιδιαίτερα μέσω του  Φώτιου και του Αρέθα οφείλουμε την διάσωση πολλών κειμένων με την συγκέντρωση στις βιβλιοθήκες τους έργων της αρχαίας Εληνικής περιόδου.Μαζί με τον  πατριάρχη Φώτιο στη Σχολή δίδασκε και ο Αρέθας, μαθητής και συνεχιστής του έργου του.

                Το πανεπιστήμιο της Μαγνάυρας βελτιώθηκε τον 10ο αιώνα με πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, ο οποίος ενίσχυσε ηθικά αλλά και υλικά τους διδάσκοντες και τους σπουδαστές. Αναφέρεται ότι την εποχή εκείνη δίδασκαν τριάντα καθηγητές, δεκαπέντε στην ελληνική γλώσσα, γραμματική και φιλολογία, ενώ άλλοι δεκαπέντε δίδασκαν στη λατινική γλώσσα, ρωμαϊκή φιλολογία, φιλοσοφία και νομικά. Τον 11ο αιώνα ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος ενδιαφέρθηκε για την διεύρυνση των σπουδών στο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας και ίδρυσε δυο σχολές, το «Διδασκαλείον των Νόμων» και το «Γυμνάσιον», (φιλοσοφική). Στο Γυμνάσιον διδάσκονταν όλες οι επιστήμες, εκτός από τα νομικά που σπούδαζαν οι μελλοντικοί νομικοί, δικαστές και υπάλληλοι στο «Διδασκαλείο των Νόμων». Στο Γυμνάσιο, δηλαδή στη φιλοσοφική σχολή, διευθυντής, («Ύπατος των Φιλοσόφων»), τοποθετήθηκε ο Μιχαήλ Ψελλός και μετέπειτα ο Ιωάννης ο Ιταλός. Στο Διδασκαλείο των Νόμων διευθυντής έγινε ο Ιωάννης Ξιφιλίνος, Νομοφύλαξ του κράτους. Μετά τηνπερίοδο της φραγκοκρατίας και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς, το 1261, ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος, (1261-1282), ανέθεσε την διεύθυνση του πανεπιστημίου της Μαγναύρας στο Γεώργιο Ακροπολίτη, μεγάλο Λογοθέτη, ως καθηγητή της αριστοτελικής φιλοσοφίας και στον Γεώργιο Παχυμέρη, τη διδασκαλία της λεγόμενης «τετρακτύος», (δηλαδή αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική) στο αποκαλούμενο «Οικουμενικόν Διδασκαλείον»

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Βουκελάριος








                                                               Βουκελάριος


                 Βουκελάριος:αυτός που ανήκει στην «Αυτοκρατορική, Επίλεκτον, Ομοτράπεζον, Σύμμικτον και Καβαλλαρική (=Ιπποτική) Τάξη των ΒΟΥΚΕΛΑΡΙΩΝ» που αποτελούσε το πλέον ηρωικό, επίλεκτο και αξιόμαχο ιππικό σώμα της Αυτοκρατορίας, είχε αρχικώς ιδρυθεί το 514 μ.Χ. από τον  πολυνίκη θρυλικό Βελισάριο. Ο στρατηγός είχε την έμπνευση να συνδυάσει τον τρόπο μάχης των Ούννων ιπποτοξοτών με εκείνων των βαριά οπλισμένων Γότθων ιππέων σε ένα Τάγμα άριστα και σκληρά εκπαιδευμένων ιππέων.

          Οι Ιππότες Βουκελάριοι χαρακτηρίζονταν από Εχεμύθεια, Εμπιστοσύνη, Πίστη, Υπακοή, Πειθαρχία, Ζήλο, Θάρρος, Τόλμη, Σύνεση, Ψυχραιμία, Αποφασιστικότητα, Αποτελεσματικότητα, Αυτοπεποίθηση, Ταπεινοφροσύνη, Υπερηφάνεια, Τιμή και, φυσικά, από την ακραία, υπερέχουσα όλων των άλλων σε ποιότητα, πολεμική τους εκπαίδευση.
            Είχαν αναπτύξει δε, τις ικανότητες και δεξιότητές τους σε τέτοιο υψηλό βαθμό, που όταν ερχόταν η στιγμή να ασκήσουν την πολεμική τους αρετή δεν έχαναν ποτέ, όχι με την έννοια ότι ήταν αθάνατοι, αλλά ότι πάντα επέφεραν τη συντριβή στον εχθρό με αποτέλεσμα την ταπείνωσή του. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που, πολλές φορές, οι ηγέτες του εχθρού επέλεγαν την προώθηση του καλύτερου ή και του κυρίου τμήματος της στρατιάς τους ή ακόμη και ολόκληρης αυτής εναντίον μόνο αυτού του ολιγομελούς Τάγματος με σκοπό την πλήρη καταστροφή του.
             Οι Βουκελάριοι μνημονεύονται επίσης και ως μυστικοσύμβουλοι, σωματοφύλακες και ομοτράπεζοι των Συγκλητικών, οι οποίοι έβλεπαν στο πρόσωπό τους τούς αφοσιωμένους πιστούς σωματοφύλακές τους. Στην βυζαντινή εθιμοτυπία για να  τιμηθεί και λαμπρυνθεί κάποιος <<επ’ ευγενεία>>,  δεν αρκούσε η ακριβή του αμφίεση, ούτε καν η απονομή τίτλου με μολυβδόβουλο αλλά έπρεπε να προσκληθεί σε βασιλικό κλητώριο ( επίσημο δείπνο). Τους καλούσαν λοιπόν στο κοινό τραπέζι και συνέτρωγαν τον ίδιο άρτο, ο οποίος ονομαζόταν “Βουκέλα”, από τον οποίο προέρχεται και η ονομασία τους.
              Η Βουκέλα ήταν ένα είδος «Κρικέλλας», δηλ. Μεγάλου Άρτου σχήματος κρίκου γιατί την συνέτρωγαν, ως ομοτράπεζοι των Συγκλητικών, από κοινού με τους τελευταίους, παρακαθήμενοι στην ίδια Στρογγυλή Τράπεζα. Ποιοτικώς ήταν ανώτερος από εκείνον τον οποίον έτρωγε το υπόλοιπο στράτευμα και για την ακρίβεια ήταν το είδος εκείνο το οποίο χρησιμοποιείτο ως «Βούκα» (από την οποία ετυμολογείται η λέξη Βουκέλλα, δηλ. μεγάλη «Βούκα»), που
σημαίνει μπουκιά εμβαπτισμένη στον άκρατο οίνο της Θείας Ευχαριστίας, η οποία τότε ονομαζόταν «Βουκάκρατον». Η Βούκα ήταν επομένως ο Άρτος της Θείας Ευχαριστίας, ο οποίος συμβόλιζε το «Σώμα του Χριστού».
            Αναφέρονται επίσης και ως οι πρόδρομοι των  Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης, καθώς και ως εκείνοι οι οποίοι πρώτοι μετέδωσαν τα ιπποτικά ιδεώδη στην Δύση,όταν υπηρέτησαν ως μισθοφόροι τους δυτικούς Ευγενείς και Φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Και ήταν αυτά ακριβώς τα ιπποτικά ιδεώδη των Βουκελαρίων τα οποία ενστερνίστηκε 5-6 αιώνες αργότερατο σύνολο ίσως των δυτικών Ιπποτικών Ταγμάτων. Ενίοτε τα μεταγενέστερα δυτικά Ιπποτικά Τάγματα, εκτός από τα ιδεώδη τους, υιοθέτησαν μεταξύ άλλων και την όπλιση, τα σύμβολα, καθώς και τη δομή των Βουκελαρίων.

Χαιρετισμοί



«Ο Ακάθιστος Ύμνος», ρωσική εικόνα του 14ου αιώνα. Στο κέντρο εικονίζεται η Παναγία, ενώ καθεμιά από τις μικρές περιφερειακές εικόνες αφορά τη διήγηση ενός από τους 24 «οίκους» του Ακάθιστου Ύμνου

                                                                       Χαιρετισμοί

                   Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας είναι ένα αριστούργημα της Βυζαντινής Υμνογραφίας. Είναι ένα Κοντάκιο,  ένα σύνολο ύμνων με 24 μέρη, που έχουν αλφαβητική διάταξη. Αναφέρονται ανά ένα στην Παναγία και καταλήγουν με το<< χαίρε Νύφμη ανύμφευτε>> και ανά ένα στο Χριστό, που τελειώνουν με το <<Αλληλούϊα>>, που θα πει: Αινείτε τον Θεό, τον Κύριο.
                   Συγγραφέας του Ύμνου αυτού είναι ο  Ρωμανός ο μελωδός, αν και κάποιοι μελετητές έχουν διαφορετική άποψη ως προς τον άνθρωπο που τον συνέταξε.  Ο ύμνος  δεν ήταν δυνατό να συνετέθη  σε μία νύκτα. Άρα, μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο  ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει») με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
               To έτος 626μ.Χ. κι ενώ ο αυτοκράτορας Ηράκλειος βρίσκεται σε εκστρατεία στην Περσία, οι Άβαροι ήρθαν  σε συνεννόηση με τους Πέρσες και πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη. Η πόλη βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Οι εχθροί γύρω πολλοί, ενώ μέσα ο στρατός ελάχιστος. Τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, κι ενώ οι Άβαροι ήταν προ των πυλών κι ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση,  ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

                Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

«Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».

            Σύμφωνα όμως με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Θεωρείται πιθανό η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα,ιδιαιτερα αυτό συμβαίνει κατά την εικονομαχική περίοδο όπου οι<<νικητές>> εικονολάτρες επιθυμούν να σβήσουν τα ίχνη της περιόδου αυτής.
                Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή του.  Ο ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Σαρακοστή, προφανώς επειδή στην περίοδο αυτή της νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Σαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακάθιστου 'Υμνου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών.
             Ο Ακάθιστος Ύμνος έγινε κάτι σαν Εθνικός Ύμνος της Εκκλησίας και του Γένους μας Συμβολίζει  την Πίστη και την Πατρίδα. Χίλια διακόσια χρόνια μετα τους υπερασπιστές της Πόλης, κατα το μεγάλο ξεσηκωμό του Γένους, οι επαναστατημένοι ραγιάδες, κρατώντας το νήμα της Ιστορίας, θα ψάλλουν τον Ακάθιστο Ύμνο, ζητώντας τη βοήθεια της Παναγιάς..

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Σέργιος και Ηράκλειος

     








                                Σέργιος και Ηράκλειος
                          … όταν η εκκλησία πρόσφερε την περιουσία της για την
σωτηρία της Πόλης…


             Δυο μέρες και δυο νύχτες λεηλατούσαν οι βάρβαροι την περιοχή πέρα από τα τείχη.Την τρίτη φόρτωσαν σε κάρα τα λάφυρά τους και κίνησαν να φύγουν. Δυο μέρες και δυο νύχτες δεν έφυγε από τα τειχιά ο Ηράκλειος. Κοιτούσε, και μέσα του αντρειευότανε ο πόθος του να εκδικηθεί.

             Ήλθε κι ο Σέργιος και παρακολούθησε κι αυτός βουβός την λεηλασία και την καταστροφή, κι όταν είδε τους αιχμαλώτους που παίρναν το δρόμο για τη χώρα του Χαγάνου, τριγυρισμένους από πολεμιστές  που τους μαστίγωναν για να οδεύουν πιο γρήγορα, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό κι ευχήθηκε:

             <<Κύριε, κάνε τούτη η συμφορά να είναι η τελευταία…>>

             Ύστερα, όταν μόνο ο κουρνιαχτός πρόδιδε το δρόμο που ακλουθούσανε οι Άβαροι, γύρισε στον Ηράκλειο:

              <<Αύγουστε>>, πνιγότανε η φωνή του από συγκίνηση,<< την υπόσχεση που σου έδωσα, το θησαυρό των εκκλησιών της Νέας Ρώμης, τον βάζω από τη στιγμή αυτή στη διάθεσή σου. Ελπίζω ο Θεός να μου συγχωρέσει την αμαρτία που κάνω αποψιλώνοντας τους οίκους του από τις προσφορές των πιστών. Είναι αναρίθμητα τα πλούτη που μαζεύονται αιώνες τώρα για την δόξα Του. Δικά σου τώρα, Αύγουστε, γιατί ξέρω πως θα τα χρησιμοποιήσεις για να κερδίσει ο Σωτήρας μας τα όσα έχασε από τους απίστους.>>.

               <<Την ευλογία σου Παναγιότατε>>, γονάτισε μπροστά του ο Ηράκλειος. <<Δέχομαι τους θησαυρούς και σου ορκίζομαι στο τίμιο αίμα του Χριστού πως διπλά και τρίδιπλα θα σου αποδώσω τα όσα σήμερα με τόση απλοχεριά μου δίνεις>>.

              Ακούμπησε το λευκό του χέρι ο Παναγιότατος στα μαλλιά του Ηράκλειου κι ενώ με κόπο συγκρατούσε ένα λυγμό, μουρμούρισε:

               <<Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τω Ηρακλείω κατά βαρβάρων δωρούμενος …>>

                Εσκυψε,τον σήκωσε, τον αγκάλιασε και τον ασπάστηκε. Η Εκκλησία πρόσφερε όλα της τα πλούτη και θα γινόντουσαν χρυσά νομίσματα, και τα χρυσά νομίσματα  πιστοί στρατιώτες του Χριστού. Το λάβαρο του Χριστού με την ευλογία του κλήρου θα έκανε τους βαρβάρους να σκύψουν το κεφάλι…
                          
                                                      από το βιβλίο του Κώστα Κυριαζή <<Ηράκλειος>>

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Βυζαντινή Κύπρος - μέρος 1ο -

                 


                                   




                                       Βυζαντινή Κύπρος   - μέρος 1ο -


                              Στην Κύπρο από την αρχαιότητα κατοικούσαν Έλληνες. Αυτοί είχαν εμπορικές και πολιτιστικές επαφές με τους Έλληνες άλλων περιοχών Η οικονομία του νησιού στηριζόταν στη γεωργία, στο εμπόριο, στη ναυτιλία και στην εκμετάλλευση ορυχείων χαλκού και αργύρου.
                 Ο Μ. Κωνσταντίνος εκτιμά τη στρατηγική της θέση και φροντίζει για την αξιοποίησή της.  Στις αρχές του 4ου αιώνα η πρωτεύουσα Σαλαμίνα, η πλησιέστερη  σημαντική πόλη προς τη Μικρά Ασία και τα ηπειρωτικά εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας πλήττεται από μεγάλο σεισμό. Αμέσως αποφασίζεται οικονομική βοήθεια προς την πόλη και τους πολίτες της. Ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος χαρίζει για τέσσερα χρόνια τους φόρους στους πληγέντες κατοίκους της πόλης. Η ανοικοδόμηση έγινε στην ίδια περίπου περιοχή. Η νέα πόλη που κτίστηκε ήταν μικρότερη και, προς τιμή του αυτοκράτορα, ονομάστηκε Κωνσταντία.  Τη διοίκηση αναλαμβάνει Βυζαντινός διοικητής. Τοποθετείται φρουρά και δημιουργείται ναυτική βάση για την προστασία και ασφάλεια του νησιόυ.
                  Η Κύπρος παρέμεινε τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ώς το 395 μ.Χ. Κατά το έτος αυτό πέθανε ο Μέγας Θεοδόσιος, και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαιρέθηκε στο δυτικό κράτος με έδρα τη Ρώμη και αυτοκράτορα το γιό του Ονώριο, και το ανατολικό με έδρα το Βυζάντιο και αυτοκράτορα τον Αρκάδιο. Η Κύπρος αποτέλεσε τμήμα του Ανατολικού Βυζαντινού Κράτους και διατήρησε τον ελληνικό χαρακτήρα της. Από τη χρονιά αυτή, αρχίζει η βυζαντινή περίοδος της κυπριακής ιστορίας.
                   Η χριστιανική Εκκλησία της Κύπρου, η Εκκλησία που ίδρυσε ο Απόστολος Βαρνάβας, έγινε αυτοκέφαλη όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ζήνων, ύστερα από αίτημα του Επισκόπου Κωνσταντίας Ανθεμίου, συγκάλεσε το 488 μ.Χ. έκτακτη Οικουμενική Σύνοδο. Ο Ζήνων παραχώρησε στον Ανθέμιο και τους διαδόχους του αυτοκρατορικά προνόμια που διατηρούν οι Αρχιεπίσκοποι της Κύπρου έως και σήμερα: Υπογράφουν, όπως οι αυτοκράτορες, με κόκκινο μελάνι (με «κιννάβαριν»), φέρουν αυτοκρατορικό σκήπτρο αντί της συνηθισμένης ποιμαντορικής ράβδου και φορούν ερυθρό μανδύα.
                    Η Κύπρος, ως τμήμα του Βυζαντινού κράτους, έζησε ειρηνικά περισσότερο από δυο αιώνες. Τα γράμματα και οι τέχνες γνώρισαν αξιόλογη ανάπτυξη και ακμή, με έντονη την επίδραση της Εκκλησίας Ιδρύθηκαν πολλά μοναστήρια, σημαντικότερο από τα οποία είναι το μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου που ιδρύθηκε επί αυτοκρατορίας Αλεξίου Κομνηνού και βρισκόταν υπό την προστασία του. Η φήμη της μονής Κύκκου ξεπερνούσε τα σύνορα του νησιού, κυρίως επειδή την εικόνα της Παναγιάς που βρίσκεται εκεί την ζωγράφισε ο ευαγγελιστής Λουκάς. Την ίδια περίοδο ιδρύθηκε η μονή Μαχαιρά στα όρη του Τροόδους, του Αγίου Νεοφύτου και της Χρυσοροϊάτισσας στην επαρχία Πάφου. Η μονή Σταυροβονίου είναι η αρχαιότερη στο νησί (4ος αιώνας) και ιδρύθηκε, κατά την παράδοση, από την αγία Ελένη. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το Μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, προστάτη της Κύπρου που βρίσκεται στο τουρκοκρατούμενο, σήμερα, ανατολικό άκρο του νησιού.
                   Ο πλούτος και η τέχνη των τοιχογραφιών και των φορητών εικόνων των εκκλησιών αποτελούν αντικείμενα θαυμασμού. . Η σχέση ανάμεσα στη βυζαντινή τέχνη της Κύπρου και την τέχνη της Κωνσταντινούπολης είναι φανερή. Η Κύπρος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, ολόκληρη, ως Βυζαντινό Μουσείο, χάρη στον πλούτο των εκκλησιών, των τοιχογραφιών και των εικόνων. Παράλληλα με την τέχνη, η Κύπρος παρουσιάζει, κατά τη βυζαντινή περίοδο, αξιόλογη πνευματική ανάπτυξη. Ως σημαντικές μορφές των γραμμάτων αναφέρονται ο άγιος Επιφάνιος, ο άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος και ο Γεώργιος ο Κύπριος.
                Περισσότερο από κάθε άλλο ελληνικό χώρο αναπτύχθηκε στην Κύπρο η ακριτική ποίηση, ως αποτέλεσμα των αραβικών επιδρομών καθώς και των κοινών αγώνων του βυζαντινού κόσμου εναντίον των Αράβων. Οι αραβικές επιδρομές σηματοδοτούν και την αρχή των  σκληρών μαρτυρικών αγώνων της Κύπρου που θα αποτελεί λόγω της θέσης της και του πλούτου της, στόχο πολλών κατακτητών, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας...

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Οι Πορφυρογέννητοι - πώς γινόταν η ανάρρηση στο θρόνο







             


                   Πορφυρή αίθουσα ονoμαζόταν η αίθουσα τοκετού των βυζαντινών ανακτόρων (επειδή είχε κτιστεί  με πορφυρές   πλάκες), και οι γεννηθέντες στην αίθουσα της Πορφύρας ονομάζονταν Πορφυρογέννητοι.
                     Το επίθετο Πορφυρογέννητος έλκει την καταγωγή του από την αίθουσα της Πορφύρας. Αυτή ήταν ένα ειδικά σχεδιασμένο δωμάτιο επενδυμένο με πορφυρίτη, τον πορφυρό πολύτιμο λίθο ή ντυμένο με πορφυρά μεταξωτά υφάσματα, που κατασκευάστηκε μέσα στο Μεγάλο Παλάτιο πριν το 750. Τη χρονιά εκείνη η Ειρήνη, σύζυγος του Κωνσταντίνου του Ε΄, γέννησε ένα αγόρι που πήρε το όνομα του παππού του, Λέοντα. Αργότερα του δόθηκε η προσωνυμία <<Πορφυρογέννητος>>. Ήταν το πρώτο αυτοκρατορικό παιδι που γεννήθηκε στην πορφυρή αίθουσα. Η κατασκευή του ήταν μια πρωτοβουλία του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄. Η αίθουσα της Πορφύρας έγινε το δωμάτιο τοκετού και το επίθετο <<Πορφυρογέννητος>> χαρακτήριζε όλα τα παιδιά που γεννιόνταν μέσα σε αυτό. Ήταν ένα τέχνημα που λειτούργησε ως μέσο διασφάλισης της κληρονομικής εξουσίας, χάρη στη δημιουργία ενός νέου αυτοκρατορικού τίτλου.
             Η γέννηση του μικρού Λέοντα έγινε μετά από πολυετή αναμονή και ένα χρόνο μετά, ο  Λέοντας, γρήγορα και βιαστικά, στέφτηκε συναυτοκράτορας. Με τις δυο αυτές κινήσεις, την κατασκευή του δωματίου της Πορφύρας και την γρήγορη στέψη του γιου του, ο Κων/νος ο Ε΄ ήθελε να δημιουργήσει τετελεσμένα και να διασφαλίσει την διαδοχή  μέσω της συγγένειας, κάνοντας τον τίτλο του αυτοκράτορα κληρονομικό αξιωμα.
                 Το πολιτευμα στο Βυζάντιο ήταν αιρετή μοναρχία. Ο αυτοκράτορας δεν κληρονομουσε το αξίωμα από τον πατέρα του, αλλά έπρεπε να τηρεί ορισμένες  απαραίτητες προϋποθέσεις: να είναι χριστιανός ορθόδοξος αλλά και αρτιμελής. Η εκλογή του γινόταν από το λαό, τη σύγκλητο, το στρατό και τους δήμους, οι επευφημίες των οποίων αποτελούσαν και το μοναδικό  στοιχείο παρέμβασης του λαού στην αναγόρευσή  του. Στα μέσα του 5ου αιώνα μαρτυρείται για πρώτη φορά η στέψη του αυτοκράτορα από τον Πατριάρχη. Η στέψη, αν και δεν αποτελούσε ουσιαστικό στοιχείο της αναγόρευσης, με το πέρασμα του χρόνου αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Παράλληλα, ένα ακόμη χαρακτηριστικό συνόδευε την αναγόρευση του βυζαντινού αυτοκράτορα, η ύψωσή του πάνω στην ασπίδα, συνήθεια που κληροδοτήθηκε από τη ρωμαϊκή στρατιωτική παράδοση και είχε καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, καθώς θύμιζε τη στρατιωτική προέλευση και την αποστολή του αυτοκράτορα.
               Η αρχή της κληρονομικής βασιλείας είχε όμως αρχίσει να αντιμάχεται τον καθιερωμένο τρόπο εκλογής. Η γέννηση στην  αίθουσα της Πορφύρας θα αποτελέσει ένα νέο στοιχείο για την εκλογή αυτοκράτορα, προσπαθώντας να παραμερίσει την εκλογη από τη Σύγκλητο, το στρατό και το λαό. Μπορούμε να πούμε ότι η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί το πέρασμα από την αρχαιότητα στο μεσαίωνα. Από δω και περα, οι πορφυρογέννητοι θα είχαν δικαίωμα να ανεβούν στο θρόνο και να ενδυθούν την πορφύρα.
            Ο Λέοντας τελικά, όταν ο  Κωνσταντίνος ο Ε΄πέθανε, κατά τη διάρκεια εκστρατείας εναντίον των Βουλγάρων (775),  έγινε αυτοκράτορας, ο πρώτος πορφυρογέννητος αυτοκράτορας.Φυσικά όλα αυτά, σε άλλες περιπτώσεις,  δε θα εμποδίσουν τους ανταγωνιστές και σφετεριστές, που εποφθαλμιούσαν το θρόνο, να αντιδράσουν και να κάνουν τις κινήσεις τους για την κατάληψη του θρόνου.
                                                 


                                                             Η «Πορφύρα»


                      Η «Πορφύρα», το δωμάτιο όπου γεννιόνταν τα παιδιά του εκάστοτε αυτοκράτορα, το περιγράφει η Άννα Κομνηνη ( Αλεξ. Ζ΄, II) : <<Είναι δε η πορφύρα ένα δωμάτιο του παλατιού, από το δάπεδο ως το πάνω μέρος των τοίχων σχηματίζει ένα τέλειο τετράγωνο, ενώ η οροφή του έχει σχήμα πυραμίδας. Προς το μέρος της θάλασσας βλέπει στο λιμάνι, όπου είναι στημένοι οι πέτρινοι ταύροι και οι λέοντες. Το δάπεδο είναι όλο στρωμένο με μάρμαρο κι οι τοίχοι επίσης έχουν μαρμάρινη επένδυση. Και δεν είναι κοινό μάρμαρο ούτε καν από εκείνα τα πανάκριβα αλλά όχι και δυσεύρετα˙ είναι απ’ αυτά που οι βασιλείς προμηθεύονταν τον παλιό καιρό από τη Ρώμη. Για να μη τα πολυλογώ, η πέτρα αυτή είναι ολοπόρφυρη με κάποια λευκά στίγματα σπαρμένα σαν άμμος εδώ κι εκεί>>