Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η Στάση εναντίον του αυτοκράτορα Αναστασίου το 512

              
 
Δίπτυχο του 6ου αιώνα από ελεφαντόδοντο που παριστάνει είτε τον Αναστάσιο Α΄ είτε τον Ιουστινιανό Α΄
 
 
          Oι στάσεις και οι εξεγέρσεις δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο στο Βυζάντιο. Η εξουσία του αυτοκράτορα ήταν κυρίαρχη και σεβαστή, αλλά προσδιοριζόταν και περιοριζόταν από  την αντίληψη ότι ο αυτοκράτορας είναι ο αντιπρόσωπος του Θεού στη γη και συνεπώς πρέπει να κυβερνά δίκαια και με βάση τους χριστιανικούς νόμους, αλλά και από τη μακραίωνη ρωμαϊκή παράδοση που έδινε αρμοδιότητες και εξουσίες και σε άλλους φορείς, όπως το στρατό και τη σύγκλητο.
             Στην πρώτη περίοδο του Βυζαντίου(4ος –7ος αι.) το επίκεντρο των κονωνικών συγκρούσεων ήταν ο Ιππόδρομος και το λαϊκό αίσθημα το εξέφραζαν οι Δήμοι. Οι εξεγέρσεις αυτές ήταν αποτέλεσμα των θρησκευτικών συγκρούσεων, εξέφραζαν την κοινωνική δυσαρέσκεια κυρίως για την οικονομία και τους φόρους άλλα ενίοτε πίσω από αυτές κρύβονταν προσωπικές στρατηγικές και ατομικά συμφέροντα, συνωμοτικές κινήσεις και ληστρικές συμμορίες που έβρισκαν την ευκαιρία να δράσουν. 
          Με αφορμή ένα θρησκευτικής φύσης ζήτημα το 512, ξέσπασε στάση που λίγο έλειψε να στοιχίσει στον αυτοκράτορα Αναστάσιο το θρόνο. Για το γεγονός αυτό στα χρονικά του Ιωάννη Μαλάλα διαβάζουμε ότι ο λαός εξεγέρθηκε λόγω μιας προσθήκης στον Τρισάγιο Ύμνο, που θεωρήθηκε μονοφυσιτικής έμπνευσης. Ο έπαρχος της πόλης Πλάτων το έσκασε τρομαγμένος, ενώ οι στασιαστές απαιτούσαν την ανάρρηση άλλου αυτοκράτορα και επιτέθηκαν στα σπίτια όσων θεωρούσαν υπαίτιους των καινοτομιών. Ο Αναστάσιος αναγκάστηκε να εμφανιστεί στον Ιππόδρομο και να απευθυνθεί στο λαό, εξηγώντας την αβασιμότητα του φόβου για την πίστη.
          Την εποχή του Αναστασίου, το Βυζάντιο σπαρασσόταν από θρησκευτικές διαμάχες ανάμεσα στους Ορθοδόξους και τους Μονοφυσίτες της αίρεσης του Ευτυχούς. Ο αυτοκράτορας, αν και μονοφυσιτικών τάσεων, δήλωσε επίσημα την αποδοχή του Ορθόδοξου (Χαλκηδόνιου) δόγματος και προσπάθησε να ακολουθήσει ήπια πολιτική ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές. Ωστόσο με δικό του αυτοκρατορικό διάταγμα στο τρισάγιο (τρεις φορές Άγιος, Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος) που διαβάζεται στις εκκλησίες προστέθηκε η φράση: <<o σταυρωθείς δι ημάς, ελέησον ημάς>> . Για τους Ορθόδοξους η ερμηνεία ότι ο Θεός σταυρώθηκε για τους ανθρώπους είναι ομολογία μονοφυσιτικής έμπνευσης, γιατί ο Ιησούς είναι αυτός που σταυρώθηκε. 
         Η στάση ξεκίνησε με συγκρούσεις ανάμεσα στους <<λαικότερους>> Πράσινους και στους <<συντηρητικότερους>> Βένετους στους δρόμους της Πόλης, στο Φόρο του Κωνσταντίνου. Κραδαίνοντας ρόπαλα, πετώντας πέτρες και φωνάζοντας πολιτικά και θρησκευτικά συνθήματα άρχισαν να γεμίζουν τους δρόμους και τις πλατείες. Την ίδια στιγμή εξκουβίτορες και Βουκελλάριοι κινητοποιούνται για να καταστείλουν την εξέγερση. Μια ομάδα από τους εξεγερμένους βρίσκεται έξω από το σπίτι του στρατηγού Αρεόβινδου και του ζητά επιτακτικά να καταλάβει το θρόνο. Ο ίδιος, φοβούμενος τον κίνδυνο μιας τέτοιας λαϊκής εκλογής, <<δραπετεύει >> κυριολεκτικά από το σπίτι του και τρέχει προς το παλάτι, διαβεβαιώνοντας τον αυτοκράτορα για την πίστη του στο πρόσωπό του. Οι στασιαστές  κατευθύνονται προς τον Ιππόδρομο για να επιβάλλουν τη βούλησή τους στον αυτοκράτορα, να τον καθαιρέσουν σε περίπτωση που δεν εμφανιζόταν στον λαό.
          Σε όλη την διάρκεια της στάσης, όπως συνέβαινε σχεδόν πάντα σε τέτοιου είδους εξεγέρσεις, κλέφτες και λωποδύτες ξέκοβαν από το πλήθος και επιχειρούσαν να σπάσουν τα κλειστά πορτόφυλλα σπιτιών και καταστημάτων, χτυπώντας τα με πέτρες και τσεκούρια. Tα περισσότερα παραβιάζονταν και λεηλατούνταν από τους κοινούς κακοποιούς που έβρισκαν ευκαιρία να  κάνουν κάθε είδους παρανομία, ακόμα και εγκληματικές ενέργειες ,δολοφονίες και βιασμoύς.
            Χιλιάδες κόσμου είχαν μαζευτεί στον Ιππόδρομο και είχαν καταλάβει και τις κερκίδες και την πίστα.Το λαικό δικαστήριο για το μονοφυσίτη αυτοκράτορα είχε στηθεί και η ατμόσφαιρα μύριζε βαριά. Κανείς δεν ήξερε πώς θα κατέληγε αυτή η εξέγερση…
            Σε κάποια στιγμή ακούστηκαν φωνές: <<O βασιλέας έρχεται… Ο βασιλέας…>>. Ο κόσμος άρχισε να κραυγάζει και να χτυπά τα πόδια του στα σανίδια.
        Ο   αυτοκράτορας,κάνοντας μια τολμηρή κίνηση, εμφανίστηκε στο κάθισμά του, συνοδευόμενους από ελάχιστους φρουρούς. Ήταν με ακάλυπτο το κεφάλι, ντυμένος απλά με ένα λευκό χιτώνα. Ήταν αδύνατος, ωστόσο το παράστημά του εξέπεμπε μια μεγαλοπρέπεια. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και ξάφνου σώπασε ο όχλος και έπεσε μια βαθιά σιωπή.
         Ο Αναστάσιος άρχισε να μιλά. Με ηρεμία αλλά και αποφασιστικότητα, πότε με παρακλήσεις και πότε με απειλές, με νηνεμία αλλά και ένταση στο λόγο, απευθυνόμενος στη λογική αλλά και στην καρδιά των χριστιανών κατόρθωσε να συγκινήσει το πλήθος. Κατηγόρησε τους στασιαστές ότι επιτέθηκαν κατά ομοθρήσκων τους και λεηλάτησαν το βιος τους. Μίλησε για την οργή του Θεού, για τη θλίψη της Παναγιάς, όταν βλέπουν τους χριστιανούς να αλληλοσπαράσσονται. Ό ίδιος δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να παραιτηθεί και να αποσυρθεί στο μοναστήρι από όπου τον είχαν καλέσει για να ανεβεί στο θρόνο, αν αυτή ήταν η βούληση του λαού.
         Καθώς μιλούσε, άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες φωνές υπέρ του, ενισχυόμενες και από ανθρώπους του παλατιού. Οι φωνές αυτές πολλαπλασιάστηκαν και τελικά η εναντίον του αυτοκράτορα διαδήλωση κατέληξε σε εκδήλωση υπέρ της παραμονής του στο θρόνο. Δυο αυλικοί έφεραν  από το παλάτι το στέμμα. Ο αυτοκράτορας το φόρεσε προς επιβεβαίωση και νομιμοποίηση της εξουσίας του, ενώ το πλήθος άρχισε να ζητωκραυγάζει.
        Ο αυτοκράτορας με την πειθώ και τη διπλωματία μπόρεσε να ελέγξει την κατάσταση, χωρίς να χρησιμοποιήσει τη βία. Βέβαια τις επόμενες μέρες εξαπέλυσε ένα κυνηγητό και συνέλαβε τους πρωτεργάτες και υποστηρικτές της στάσης, για να αποτρέψει παρόμοια ενέργεια στο μέλλον…

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Έπιπλα και σκεύη του βυζαντινού σπιτιού


 
 
εσωτερικό βυζαντινού σπιτιού
 
 
 
 
                 Τα αντικείμενα ενός βυζαντινού σπιτιού ήταν κι αυτά σε άμεση σχέση με το κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο του ιδιοκτήτη.  Στη συντριπτική τους πλειοψηφία για το φτωχό λαό είναι από φτηνά υλικά όπως ξύλο, γυαλί,  χαλκός, τα όστρακα και ο πηλός. Τα μεταλλικά αντικείμενα χρησιμοποιούνται από τους πλούσιους, ενώ η αριστοκρατία χρησιμοποιεί αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα όπως χρυσό, ελεφαντόδοντο. Στο παλάτι τα αντικείμενα κατασκευάζονται και από πολύτιμους λίθους.
 
Τα έπιπλα του σπιτιού

Το κρεβάτι, κλινάριον ή κρεβάτιον   φτιάχνοταν μόνο από στρώματα γεμάτα άχυρα, βαμβάκι, κουρέλια ή πούπουλα, τα οποία απλώνονταν απευθείας στο πάτωμα ή πάνω σε κτιστούς πάγκους κατά μήκος των τοίχων του τρικλίνου . Για τους εύπορους υπήρχαν κρεβάτια που αποτελούνταν από σανίδες μέσα σε πλαίσιο που στηριζόταν σε δύο τρίποδα ή σε τέσσερα πόδια, ενίοτε επαργυρωμένα ή επιχρυσωμένα. Πάνω τους έριχναν τα στρωσίδια (κρεββατοστρώσια ή κρεββατοστρώμνια), τα μαξιλάρια (ή προσκεφάλαια), και τα σεντόνια, που ήταν φτιαγμένα από λινό ύφασμα ή μαλλί, ή ακόμη και από μετάξι, βαμμένα, κεντημένα ή υφασμένα με χρυσοκλωστές στην πάνω τους άκρη.
Τα τραπέζια είχαν κύριο υλικό κατασκευής το ξύλο. Στα συμπόσια η αριστοκρατία της εποχής δειπνούσε σε τραπέζια  από ασήμι, χρυσό ή με επένδυση από ελεφαντόδοντου. Τα χαμηλά τραπέζια (τάβλες) δεν χρησίμευαν μόνο για το σερβίρισμα του φαγητού, αλλά και ως πάγκοι εργασίας ή γραφεία. Ως καθίσματα αναφέρονται οι καρέκλες (θρονία) και τα σκαμνιά (σκάμνοι ή σελλία), χαμηλά καθίσματα με δύο ή τέσσερα πόδια. Τα μακροσκάμνια ήταν μάλλον πάγκοι μικρού ή μεγάλου μεγέθους, όπου μπορούσαν να καθίσουν περισσότερα άτομα.
             Ο θρόνος ήταν το επίσημο κάθισμα του αυτοκράτορα, του πατριάρχη, των επισκόπων και των ηγουμένων των μονών, και συνήθως συνοδεύονταν με υποπόδιο. Για να μην φθείρονται τα έπιπλα τα κάλυπταν με υφάσματα (σκαμνάλια).
           Τα ανάκλιντρα ήταν το αγαπημένο έπιπλο των πλουσίων και των παλατιανών, ιδιαίτερα κατά τα συμπόσιά τους.΄Ήταν φταιγμένα από ξύλο με μεταλλικές επενδύσεις, διακοσμημένα με ελεφαντόδοντο και είχαν κάλυψη με ακριβά υφάσματα.
          Tα σινδούκια ή σεντούκια, που χρησίμευαν για αποθήκευση, όπως και τα εντοιχισμένα ντουλάπια (ερμάρια) των δωματίων. Τα κιβώτια αυτά κλείδωναν για ασφάλεια και χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη: ψωμιού ή άλλων φαγώσιμων ειδών, υφασμάτων και ρούχων χρημάτων,χρυσών και αργυρών σκευών, κοσμημάτων, μπορεί και βιβλίων. Τα ρούχα τα φυλούσαν σε υφασμάτινους ή δερμάτινους σάκους, τους τσαμαντάδες. Τα ειδικά κιβώτια για τη φύλαξη διάφορων φαρμάκων και ιατρικών ειδών ονομάζονταν πανδέκτες.
          Τα δάπεδα συχνά καλύπτονταν από χαλιά (επεύχια ή υπεύχια) διαφόρων μεγεθών και πάχους. Επίσης, βαριές κουρτίνες (βήλα) κρέμονταν από την οροφή και διαχώριζαν τους χώρους του σπιτιού. Τα βήλα κατασκευάζονταν από λινό ή από μετάξι, ήταν μονόχρωμα ή πολύχρωμα, και είχαν παραστάσεις κεντημένες ή υφασμένες, ενώ στα ανάκτορα υπήρχαν και χρυσοΰφαντα βήλα. Στους τοίχους συχνά ήταν κρεμασμένες εικόνες, ενώ από τα αρχοντικά δεν απουσίαζαν τα τόξα, τα σπαθιά και διάφορα άλλα όπλα, καθώς και οι καθρέπτες.
          Ο φωτισμός των σπιτιών γινόταν με κεριά και λυχνάρια. Τα κεριά φτιάχνονταν αποκλειστικά από μελισσοκέρι, ενώ τα λυχνάρια ήταν πήλινα ή μεταλλικά, γέμιζαν με λάδι ή λίπος και στην άκρη τους έκαιγε φυτίλι. Κατά κανόνα ήταν φορητά ή στηρίζονταν σε μόνιμους λυχνοστάτες. Σε μεγάλους χώρους, όπως των ανακτόρων και των εκκλησιών,κρέμονταν με αλυσίδες από την οροφή μεταλλικά κυκλικά πολυκάνδηλα που είχαν πολλά γυάλινα κανδήλια. Για το φωτισμό το βράδυ εκτός σπιτιού χρησιμοποιούσαν επίσης φανάρια (φανούς). Να σημειωθεί ότι η Πόλη ήταν η πρώτη πόλη στον κόσμο που φωτιζόταν τη νύχτα. 
          Τα επιτραπέζια σκεύη ανήκαν επίσης στον εξοπλισμό του σπιτιού. Τα πιάτα (σκουτέλια ή πινάκια), οι δίσκοι, οι γαβάθες, τα ποτήρια, τα κύπελλα (καύκοι ή σκυφία), οι κανάτες (οινοχόοι) και οι αλατιέρες (αλατοδοχεία) ήταν πήλινα ή ξύλινα και σπανιότερα μεταλλικά. Ωστόσο, στα πλουσιότερα τραπέζια οι πηγές αναφέρουν χάλκινα σκεύη, ακόμη και αργυρά ή επίχρυσα, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους(διάλιθα) ή αχάτη, σαρδόνυχα, αλάβαστρο ή ορεία κρύσταλλο. Η ελίτ της βυζαντινής κοινωνίας από τον 9ο αιώνα έτρωγε κυριολεκτικά με χρυσά κουτάλια, μια συνήθεια που πέρασε στη Βενετία και στην Ευρώπη. Ορισμένα τέτοια σκεύη βρίσκονται στα θησαυροφυλάκια ναών της Δύσης, όπου κατέληξαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204.
              Τα σκεύη της κουζίνας ήταν πολλά, όσο και τα σημερινά. Σ’ αυτά ανήκαν οι πυροστάτες, οι σιδερένιοι τρίποδες που πάνω τους τοποθετούνταν οι πήλινες χύτρες και τα τσουκάλια για το μαγείρεμα των καθημερινών γευμάτων. Οι μεταλλικές, κυρίως χάλκινες, κατσαρόλες για το ζέσταμα του νερού, το πλύσιμο των χεριών, και για άλλες χρήσεις ονομάζονταν κούκουμοι ή κουκούμια. Η σχάρα ήταν μόνιμα πάνω στην εστία.
              Μικρά και μεγάλα τηγάνια χρησίμευαν για το σωτάρισμα και το μαγείρεμα, ενώ το φαγητό ανακάτευαν με μικρές και μεγάλες κουτάλες που φυλάσσονταν σε ειδικό μικρό κιβώτιο, την κουταλίστρα (κουταλοθήκη). Λίθινα γουδιά  χρησίμευαν στο άλεσμα των μπαχαρικών, σιτηρών ή οσπρίων, ενώ δεν έλειπαν και οι πιπεροτρίφτες για το τρίψιμο του πιπεριού. Τέλος, πήλινες λεκάνες ή λεκανίδες προορίζονταν για το πλύσιμο των επιτραπέζιων σκευών ή για το πλύσιμο των χεριών.
               Στο κελάρι του σπιτιού υπήρχαν πήλινα αγγεία (συνήθως πιθάρια μικρά και μεγάλα) για την αποθήκευση του λαδιού, του κρασιού, των σιτηρών και των οσπρίων. Για λόγους καλύτερης μόνωσης από το εξωτερικό περιβάλλον (διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας)αυτά τα αγγεία ήταν σφηνωμένα μέσα στο έδαφος. Μικρά πιθάρια (βυτίνια ή βυτινάρια) χρησίμευαν για την αποθήκευση του βουτύρου, του τυριού και των διατηρημένων με αλάτι τροφίμων. Για τη μεταφορά και την αποθήκευση του νερού χρησιμοποιούσαν πήλινες στάμνες (σταμνία ή κεράμια). Τα πήλινα δοχεία που χρησίμευαν για την επιτραπέζια χρήση νερού, κρασιού ή λαδιού τα έλεγαν λαγήνια. Τέλος, ειδικά σκεύη, τα κρυαντήρια, που ήταν κατασκευασμένα από κράματα μολύβδου κρατούσαν το νερό δροσερό.
 
Ο κύριος όγκος των πληροφοριών είναι απο τη σελίδα του Ευρωπαικού Κέντρου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά - Βοιωτία

 
 
 
 
 
 
 
 
            Τo σπουδαιότερο βυζαντινό μνημείο της Ελλάδας του 11ου αι, η Μονή του Οσίου Λουκά του Στειριώτη, είναι χτισμένο σε γραφική πλαγιά στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα, κάτω από την ακρόπολη της αρχαίας Στείριδας, κοντά στο χωριό Στείρι, στη Βοιωτία.Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της βυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στον κατάλογο τόπων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ από κοινού με τα μοναστήρια της Νέας Μονής και του Δαφνίου.
        Το μοναστήρι που είναι  αφιερωμένο στον τοπικό άγιο, απέκτησε σύντομα μοναδική ακτινοβολία και τούτο γιατί η μορφή της τέχνης του θεωρείται πρότυπο για τα βυζαντινά μνημεία του 11ου αι. σε όλη την Ελλάδα.
          Βασική πηγή των πληροφοριών μας για το μοναστήρι και τον Όσιο Λουκά είναι ο Βίος του, που συνέταξε ανώνυμος μαθητής του το 962, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Οσίου το 953.  Μαθαίνουμε ότι ήταν τοπικός αξιωματούχος, με στενή  σχέση με τους στρατηγούς του Θέματος της Ελλάδος, με έδρα την ακμάζουσα τότε Θήβα.
          Το συγκρότημα αποτελείται από το σύμπλεγμα δύο εκκλησιών, τη μονή της Παναγίας και το Καθολικό, που πλαισιώνονται από κελιά και βοηθητικά κτίσματα. Δύο μεγαλειώδεις βυζαντινές εκκλησίες, διακοσμημένες με τοιχογραφίες και ψηφιδωτά πάνω σε χρυσό βάθος (10ος-11ος αιώνας). Όλη η βυζαντινή πολυτέλεια σε ένα μοναστήρι, που κατοικείται ακόμα και αναδείχτηκε πρόσφατα χάρις σε ακόμα μια πετυχημένη αναστήλωση
         Πρώτα κτίστηκε ο ναός της Παναγίας στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα. Το καθολικό κατασκευάστηκε στη συνέχεια, στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα, για να στεγάσει το λείψανο του Οσίου. Οι τεράστιες δαπάνες που απαιτήθηκαν για την ανέγερση και η ποιότητα και η πολυτέλεια των υλικών φανερώνουν όχι μόνο την εύνοια Βυζαντινών αυτοκρατόρων και αξιωματούχων αλλά και τη μετάκληση συνεργείων από την Κωνσταντινούπολη.
          Η οικοδόμηση του Καθολικού αποδίδεται, σύμφωνα με την παράδοση, σε τρείς αυτοκράτορες του Βυζαντίου: Τον Ρωμανό Β΄ (959-963), τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο (976-1028) και τον Κωνσταντίνο Θ΄ το Μονομάχο(1042-1056).
          Ο Όσιος Λουκάς είχε προφητέψει το 941 ότι «Ρωμανός Κρήτην χειρούται», θα ελευθερώσει δηλαδή την Κρήτη από τους Σαρακηνούς.Όταν ρωτήθηκε αν επρόκειτο για τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α ΄ πού βασίλευε την εποχή εκείνη, απάντησε «ουχί ούτος αλλ’ έτερος». Έτσι η ανέγερση του Καθολικού συνδυάστηκε με την προφητεία αυτή, γιατί ήταν επόμενο ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ρωμανός Β΄ να θέλησε να ανεγείρει έναν μεγαλοπρεπή ναό από ευγνωμοσύνη στον Όσιο για την απελευθέρωση της Κρήτης (961), όπως είχε προφητέψει είκοσι χρόνια νωρίτερα. Όμως ο Ρωμανός Β΄ απεβίωσε το 963, δύο χρόνια μετά την ανακατάληψη της Κρήτης. Επομένως το χρονικό διάστημα των δύο ετών που μεσολάβησε κρίνεται ανεπαρκές για την αποπεράτωση του μεγαλεπήβολου αυτού έργου.
            Πιο πιθανή είναι η εκδοχή της συμβολής του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου στην ανέγερση του Καθολικού,καθώς η εποχή του συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο.
            Προς την κατεύθυνση αυτή μας οδηγεί και η πληροφορία του  περιηγητή Κυριακού  Αγκωνίτη (1391-1455). Τη Μονή επισκέφθηκε ο Κυριακός κατά την περιοδεία του στην Ελλάδα από το τέλος του 1435 ως το Μάρτιο του 1436. Ο περιηγητής έγραψε «ιδία χειρί», μικρό κείμενο, στο οποίο αναφέρει ότι ο ναός του Οσίου Λουκά κτίστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο και ότι την πληροφορία αυτή τη διάβασε  σε βιβλίο της Μονής.
             Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού της Κοιμήσεως της Παναγίας είναι τετρακιόνιος σταυροειδής με τρούλο. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου .
            Το Καθολικό που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του Οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον τύπο των «ηπειρωτικών οκταγωνικών ναών» και μάλιστα θεωρείται το πρότυπο όλων των μεταγενέστερων ναών αυτού του τύπου. Το καθολικό του Οσίου Λουκά χαρακτηρίζεται για τον ευρύ τρούλο του (διαμέτρου 9 μ. περίπου) και αντίστοιχα το διευρυμένο ενιαίο τετράγωνο χώρο κάτω από αυτόν. Το βάρος του τρούλου φέρουν οκτώ ογκώδεις πεσσοί. Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του Οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται και επικοινωνεί  με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του Οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού.
              Μετά την ανέγερση και των συνοδευτικών κτισμάτων, το συγκρότημα οχυρώθηκε, όμως, ελάχιστα τμήματα από την αρχική περιτοίχιση σώζονται σήμερα.
               Η γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά που μόνο  ένα τμήμα τους σώζονται σήμερα, υποβάλλουν στον επισκέπτη την εικόνα του εσωτερικού της μονής   όπως ήταν τα χρόνια που θεμελιώθηκε. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνιού. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι.
             Αναστηλωμένο σε μεγάλο βαθμό σήμερα όλο το συγκρότημα, είναι εγγεγραμμένο από το 1990 στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO και αποτελεί σπουδαίο βυζαντινό μνημείο του ελλαδικού χώρου.


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Η βυζαντινή κατοικία








            Η βυζαντινή κατοικία όπως και οι άλλες κατηγορίες των κατασκευών είναι επηρεασμένη από τα σχέδια και τις κατασκευές των προηγούμενων χρόνων.Το βυζαντινό σπίτι συνδυάζει  αρχαία ελληνικά, ρωμαϊκά και ανατολικά στοιχεία. Η μορφή των βυζαντινών σπιτιών εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση του ιδιοκτήτη, τη μορφολογία του εδάφους και φυσικά το διαθέσιμο χώρο.   Συνυπάρχουν  τόσο πολυτελείς επαύλεις όσο και φτωχικά σπίτια, ενώ διαφορές παρατηρούμε και ανάμεσα στα σπίτια της πόλης και στα σπίτια της υπαίθρου.
           Τα σπίτια, που προορίζονταν για την αριστοκρατία, είχαν μεγάλη έκταση και συχνά πολυτελή διακόσμηση. Η προσοψή τους πρέπει να ήταν ιδιαίτερα φροντισμένη, με ποικίλα συστήματα δομής, ορθομαρμαρώσεις και χρώματα που έδιναν μια ωραία όψη. Ο ιστορικός Χωνιάτης αναφέρει οτι <<οι τοίχοι των σπιτιών ήταν χρώμασι διηνθισμένοι >>. Τα δωμάτια, το πιο σημαντικό από τα οποία ήταν το τρικλίνιο που χρησίμευε ως τραπεζαρία, ήταν χτισμένα γύρω από μία αυλή. Γύρω από το τρικλκίνιο που έγινε γωνστό ως σάλα, ήταν   τα δωμάτια, κουβούκλια ή κοιτώνες  των ανδρών και των παιδιών, η τραπεζαρία και οι χώροι υγιεινής. Τα διαμερίσματα των γυναικών, τα λεγόμενα ματρωνίκια, βρίσκονταν στα ενδότερα των οικημάτων.Τα σπίτια διέθεταν ακόμα μπαλκόνια ή εξώστες -ηλιακά- όπως τα λέγανε  και  αυλές ή κήπους.  Ανάλογα με την οικονομική άνεση και το γούστο του ιδιοκτήτη υπήρχε διακόσμηση με ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και μωσαϊκά.
       Τα μεσαία στρώματα κατοικούσαν σε φτωχότερες παραλλαγές των παραπάνω σπιτιών.Το μεγαλύτερο μέρος πάντως του πληθυσμού κατοικούσε σε χαμηλά σπίτια ή σε δίπατες οικίες φτιαγμένες από φθηνά υλικά. Μια σειρά δωματίων γύρω από μία ανοιχτή αυλή, όπου συνήθως υπήρχε πηγάδι και φούρνος, αποτελούσε τον συνηθέστερο τύπο σπιτιού. Οι περισσότερες κατοικίες διέθεταν στέρνες στα ισόγεια ή χώρους για τα ζώα. Η αυλή ωστόσο, προδευτικά θα εγκαταλειφθεί λόγω της συγκέντρωσης πληθυσμού στα αστικά κέντρα και της έλλειψης χώρου. Τα κατώτερα  κοινωνικά στρώματα, όπου ανήκε η πλειοψηφία του πληθυσμού των πόλεων, κατοικούσαν σε πολυώροφες πολυκατοικίες.
          Στην Κωνσταντινούπολη από τον 5ο αιώνα και μετά υπήρχαν πολυώροφες πολυκατοικίες με πέντε πατώματα. Το 469μ.Χ., ένα διάταγμα του αυτοκράτορα Λέοντα Α' περιόριζε το ύψος των ιδιωτικών κτιρίων στα 24 μέτρα. Τον 10ο αι. ο Τζέτζης αναφέρει πενταώροφες οικοδομές, όπως και η Άννα Κομηνή τον 12ο αι. Οι οικοδομές αυτές μπορεί να είχαν και μπαλκόνι, ενώ διέθεταν και σύστημα αποχέτευσης.
           Στο  Μυστρά, όπου σώζονται τα καλύτερα διατηρημένα παραδείγματα υστεροβυζαντινών σπιτιών, τα σπίτια ήταν κατά κανόνα ορθογώνια δίπατα.'Iχνη χρωματιστής διακόσμησης σε προσόψεις σπιτιών υπάρχουν και εδώ.  Στο ισόγειο βρίσκονταν οι βοηθητικοί χώροι, ενώ στον όροφο βρισκόταν το τρικλινάρι, που φαίνεται ότι ενσωμάτωσε όλους τους πριν ξεχωριστούς χώρους. Καλοδιατηρημένες οικίες ευγενών στον Μυστρά είναι το λεγόμενο «παλατάκι» ή «αρχοντικό», που αποτελεί το αρχαιότερο σωζόμενο σπίτι, το αρχοντικό του «Φραγκόπουλου» και το αρχοντικό του «Λάσκαρη»  .

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Δ΄ Σταυροφορία (1204) -- H παράδοση και η λεηλασία

      





                                     Δ΄ Σταυροφορία H παράδοση και η λεηλασία


            Μια ομάδα ιερέων μαζί με μέλη της φρουράς των Βαράγγων διαπραγματεύονται με το Βονιφάτιο  Μονφερατικό την παράδοση της πόλης. Tα δυο παλάτια των Βλαχερνών και του Βουκολέοντα καταλαμβάνονται από το Βονιφάτιο και το Βαλδουίνο και η παράδοση και η συγκέντρωση των λάφυρων γίνεται με σχετική τάξη. Η Πόλη όμως παραδίδεται στις άγριες διαθέσεις των Σταυροφόρων...
             Η «βασιλίδα των πόλεων», απόρθητη από την εποχή της ίδρυσής της, υπoκύπτει για πρώτη φορά στον εχθρό. Φοβερές λεηλασίες και σφαγές ακολουθούν την άλωση της Πόλης. Kύριοι της Kωνσταντινούπολης οι σταυροφόροι και οι συνεργάτες τους Bενετοί, επιβάλλουν το δίκαιο του κατακτητή. Οι σφαγές και η λεηλασία των δημόσιων κτηρίων και των ιδιωτικών κατοικιών ξεπερνόυν κάθε προηγούμενο. Άπληστοι και ακόρεστοι οι ιππότες της Δύσης πέφτουν  πάνω στα θαυμαστά πλούτη και τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει αιώνες πολιτισμού στη Bασιλεύουσα Η λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη, δεν είχε όμοιο της. Όσοι τολμούν να αντισταθούν σφάζονταν επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό, εκκλησία, μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί  λεηλασία. Ιδίως τους προσελκύει ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπαίνουν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λερώνουν με τις κοπριές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και αρχίζουν  να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένως το κάνουν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάντηλα. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της λεηλασίας, ανεβάζουν μια πόρνη  στον πατριαρχικό θρόνο εξευτελίζοντας την Ορθοδοξία. Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλυτώνουν: συλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί. π.χ. το πτώμα του Βασιλείου Β΄  πετάχτηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν  οι Φράγκοι ειρωνικά  μια φλογέρα. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά».
              Κυρίως όμως καταστρέφονται αναρίθμητα έργα τέχνης. Τόσο της κλασσικής αρχαιότητας (π.χ. αγάλματα του Δια, του Απόλλωνα, των Διόσκουρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμης, της Ήρας κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσας) όσο και της ρωμαϊκής περιόδου, τα οποία κομματιάζουν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα λιώνουν επί τόπου στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα. Τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα καίγονται από τους σταυροφόρους, για να ψήσουν τα κρεατικά τους. Οι πιο φρικτοί από όλους είναι οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που είναι εξοικειωμένοι με το ρωμαϊκό πολιτισμό είναι προστατευτικοί έναντι των ηττημένων. Όλα όσα εκλάπηκαν βρίσκονται  σήμερα στα μουσεία της Ευρώπης  και ιδιαίτερα της Βενετίας, για να δηλώνουν με την παρουσία τους τη μεγαλύτερη ντροπή που διέπραξαν ποτέ  χριστιανοί…
           Επί τρεις ημέρες οι κάτοικοι της Πόλης,εκπληκτοι και πανικόβλητοι, υπέφεραν τα πάνδεινα. Σταυροφόροι έμπαιναν και έκαναν κατάληψη στα σπίτια τους, ταπεινώνοντας, βασανίζοντας και ανακρίνοντάς τους για να τους αποκαλύψουν πού κρύβουν τα πολύτιμα αντικείμενα. Βασανισμοί, δολοφονίες και βιασμοί από αυτούς που έφεραν στο μπράτσο τους το ιερό σύμβολο του Σταυρού. Πολλοί Βυζαντινοί για να γλιτώσουν προσπαθούν να απομακρυνθούν όπως-όπως από την Πόλη. Επειδή οι σταυροφόροι εισέβαλλαν από τη βόρεια πλευρά και την ακτή του Κεράτιου, οι πρόσφυγες απομακρύνονται από τη νότια πλευρά και βγαίνουν από τη Χρυσή Πύλη. Όσο για τους ηγέτες των Σταυροφόρων, ακόμα και αν κάποιοι διαφωνούσαν με τα αίσχη των στρατιωτών, δεν τους εμπόδισαν. Για το μόνο που ενδιαφέρθηκαν ήταν να καταλάβουν τα παλάτια και τις πολυτελείς κατοικίες που για πρώτη φορά έβλεπαν στη ζωή τους, και να καταστρώσουν σχέδια για τη μοιρασιά λάφυρων, τίτλων και εδαφών.
                                                    
                                                           Ο αυτόπτης μάρτυρας
Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης για την Άλωση της Πόλης: «Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..)Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (...) Τέτοιες παρανομίες έκαναν οι στρατοί από τη Δύση εναντίον της κληρονομιάς του Χριστού, χωρίς να δείξουν σε κανένα φιλανθρωπία, αλλά γυμνώνοντάς τους όλους από χρήματα και κτήματα, από σπίτια και ρούχα. (...) και το πιο σημαντικό, αυτοί που πήραν το σταυρό στους ώμους και πολλές φορές ορκίστηκαν σε αυτόν και στα θεία λόγια ότι θα περάσουν δίχως να πειράξουν τις χώρες των Χριστιανών, χωρίς να κοιτάξουν αριστερά ή να εκκλίνουν προς τα δεξιά, αλλά θα οπλιστούν κατά των Σαρακηνών και να βάψουν τα ξίφη τους με το αίμα τους.(...) Οι δε Σαρακηνοί δεν έκαναν έτσι, και φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά όταν κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ. Γιατί ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων, ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο,(...) και αφήνοντας όλους να φύγουν με ένα ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων και από τον καθένα έπαιρναν μερικά πράγματα αφήνοντας τα υπόλοιπα στους κατόχους τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν σαν την άμμο. Κι έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν το Χριστό [σ.σ: οι Άραβες] προς τους αλλόπιστους Λατίνους, ούτε με ξίφος ούτε με φωτιά ούτε με λιμό ούτε με διωγμούς ούτε με άλλα δεινά. Σε εμάς όμως τα προκάλεσαν αυτά τα παραπάνω οι φιλόχριστοι και ομόδοξοι [σ.σ: οι Δυτικοί της Δ΄ Σταυροφορίας], όπως είπαμε με συντομία, αν και δεν είχαμε κάνει κάποιο αδίκημα»
 
           Ο Γκύντερ του Παιρίς, ένας Κιστερσιανός μοναχός, αφηγείται την ιστορία από την άποψη κάποιου Αββά Μάρτιν, ο οποίος συνόδευσε τους Σταυροφόρους. Γράφει:
<<Ένας υπέρλαμπρος πλούτος από χρυσό και ασήμι, μια μεγαλοπρεπής λάμψη από πετράδια και ρουχισμό, μια μεγαλειώδης αφθονία αγαθών που εμπορεύονται, μια μοναδική σοδειά από καλλιέργειες, σπίτια ανυπέρβλητης ομορφιάς με απαράμιλλες ανέσεις κάθε είδους (…) οι φτωχοί και ξένοι προς την πόλη Σταυροφόροι μεταμορφώθηκαν ξαφνικά σε πλούσιους πολίτες >>.
 
             Ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, που συμμετείχε στη πολιορκία, στο έργο <<Χρονικό της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης>> γράφει...

«Εκείνη τη νύχτα [σ.σ: 12 προς 13 Απριλίου 1204], μπροστά στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερατικού, δεν ξέρω ποιοι άνθρωποι, που φοβόντουσαν μην τους επιτεθούν οι Έλληνες, βάλανε φωτιά στο χώρο ανάμεσα σε αυτούς και στους Έλληνες. Και η πόλη άρχισε να αρπάζει φωτιά και να καίγεται πολύ άσχημα, και καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι το απόγευμα. Και τούτη ήταν η τρίτη πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη από τότε που ήρθανε οι Φράγκοι στην χώρα. Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας. 

 Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει πόσα, χρυσάφι, και ασήμι και σκεύη και πολύτιμα πετράδια και μετάξια και γούνινα φορέματα από γκρίζο σκίουρο και από ερμίνα, και όλα τα ακριβά πράγματα που βρέθηκαν ποτέ στη γη. Και δίνει βέβαιη μαρτυρία ο Γοδεφρίδος ο Μαρεσάλης της Καμπανίας, αληθινά και έχοντας σωστά τα λογικά του, πως από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μια μόνο πόλη.
 
. Ο μαρκήσιος Βονιφάτιος του Μονφερράτου προχώρησε κατά μήκος της ακτής προς το παλάτι του Βουκολέοντα. Και σαν έφτασε εκεί, του το παρέδωσαν, για να σώσουν τη ζωή τους, εκείνοι που ήταν μέσα. Εκεί βρήκε τις περισσότερες από τις πιο σπουδαίες κυρίες όλου του κόσμου, που είχαν καταφύγει στο κάστρο. Εκεί βρισκόταν η αδελφή του βασιλιά της Γαλλίας, που ήταν κάποτε αυτοκράτειρα [Αγνή, κόρη του Λουδοβίκου Ζ΄], και η αδελφή του βασιλιά της Ουγγαρίας που ήταν κι αυτή αυτοκράτειρα, και πολλές σπουδαίες κυρίες. Για το θησαυρό που βρισκόταν σε εκείνο το παλάτι, δε πρέπει καθόλου να μιλάμε. Γιατί υπήρχαν τόσα που δεν έχουν ούτε τέλος ούτε αριθμό.
 Ο καθένας πήρε για να μείνει όποιο σπίτι ήθελε, και υπήρχαν πολλά. Και έπρεπε να δοξάσουν πολύ τον Κύριο Ημών, γιατί δεν είχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους ανάμεσά τους και με τη βοήθεια του Θεού νίκησαν τετρακόσιες χιλιάδες ανθρώπους ή και περισσότερους, και μάλιστα μέσα στην πιο ισχυρή πόλη που υπήρξε σε όλον τον κόσμο, που ήταν μεγάλη πόλη, και η πιο καλά οχυρωμένη. »

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Tα τείχη της Πόλης

                                                                   
 
 
 
 
                                                               Tα τείχη της Πόλης
 

              Το Βυζάντιο ήταν χτισμένο στα σύνορα δύο ηπείρων, σε ύψωμα και είχε ένα καλά προστατευμένο λιμάνι, το Χρυσό Κέρας. Η θάλασσα περιέβαλλε την πόλη από τρεις πλευρές: βόρεια με το χρυσό κέρας, ανατολικά με το Βόσπορο και νότια με τη θάλασσα του Μαρμαρά. Η μόνη οχύρωση που χρειαζόταν ήταν ένα τείχος στα δυτικά. Τα τείχη που θα υψωθούν, επιβλητικά ακόμα και σήμερα, παρά την εγκατάλειψη και ερήμωση, θα αποθαρρύνουν  τον οποιοδήποτε εισβολέα.
            Στην ιστορία της Πόλης η αρχική οχύρωση οφείλεται στον ιδρυτή της,το Μέγα Κωνσταντίνο, που σύμφωνα με την παράδοση χάραξε με άροτρο τη γραμμή που θα ακολουθούσαν τα τείχη. Ήταν ένα μονό οχυρωματικό τείχος μήκους 3 χμ., με πύργους.
            Καθώς αυξάνεται ο πληθυσμός της Πόλης και  χτίζονται κτίρια έξω από τα  αρχικά τείχη, προκύπτει η ανάγκη για νέα μεγαλύτερη και ισχυρότερη οχύρωση. Η  κατασκευή των νέων τειχών, των λεγόμενων <<Θεοδοσιανών>>, θα ξεκινήσει επί Θεοδοσίου του  Β' το 408, με γενικό επόπτη του έργου τον έπαρχο Ανθέμιο. Το έργο θα ολοκληρωθεί το 447 και αφού θα έχει μεσολαβήσει ένας δυνατός σεισμός που θα  επιφέρει καθυστέρηση  στην ολοκλήρωσή του..
              Η νέα οχυρωματική γραμμή ξεκινούσε δύο χμ. περίπου δυτικά της γραμμής των τειχών του Κων/νου και θα αποδειχτεί ισχυρή και ανθεκτική, προστατεύοντας τη Βασιλεύουσα για πάνω από μια χιλιετία. Το μήκος  των τειχών ήταν 5.570 μέτρα και είχαν χτιστεί με σύνθετο τρόπο ως μια διπλή οχυρωματική γραμμή. Δηλαδή οι εισβολείς συναντούσαν πρώτα μια αμυντική τάφρο  που χωριζόταν κάθετα σε τμήματα από τοίχους, στο εσωτερικό των οποίων κρύβονταν σωλήνες για την υδροδότηση της Πόλης. Στην εσωτερική πλευρά της υψωνόταν ένα τείχος ύψους 2 μέτρων, δυσχεραίνοντας τη διάβαση της από τους επίδοξους εισβολείς.  Αμέσως μετά ήταν  το έξω τείχος, γνωστό και ως μικρόν τείχος, ενώ εάν περνάγανε το πρώτο συναντούσαν το μεγαλύτερο έσω τείχος, γνωστό και ως μέγα τείχος ή κυρίως τείχος. Ανάμεσα στο εξωτερικό και στο εσωτερικό τείχος υπήρχε ένας περίβολος με πλάτος 15-20 μ.
             Η τάφρος είχε βάθος 10 μέτρα και πλάτος 21 μέτρα και απείχε από το έξω τείχος 15 με 17 μέτρα. Το εσωτερικό τείχος εκτεινόταν από τις ακτές της Προποντίδας ως τη συνοικία των Βλαχερνών. Τα υλικά κατασκευής ήταν τετραγωνισμένοι δόμοι ασβεστόλιθου που ενώνονταν μεταξύ τους με πέτρες και συνθετικό κονίαμα. Ανά συγκεκριμένα διαστήματα τοποθετούνταν σειρές από κόκκινους πλίνθους. Το τείχος είχε πάχος 5 μ. ύψος 10 μ. και διέθετε ανά διαστήματα 60-70 μέτρων 96 συνολικά πολυγωνικούς και τετράγωνους πύργους. Ηταν χτισμένοι σε δύο επίπεδα, το ανώτερο επίπεδο κατέληγε στις επάλξεις και εκεί ήταν τοποθετημένοι οι καταπέλτες, ενώ οι πύργοι του κάτω επιπέδου λειτουργούσαν ως φυλάκιο και αποθήκη.
            Η κατασκευή του εξωτερικού τείχους έγινε σε απόσταση 15 μέτρων από το εσωτερικό για τη μέγιστη προστασία της Πόλης.  Το προτείχισμα είχε πάχος 4,5 μ.  με ειδικές τοξοθυρίδες, δηλαδή ανοίγματα ειδικά κατασκευασμένα για τους τοξότες. Οι πύργοι ήταν τετράγωνοι ή οχτάγωνοι τοποθετημένοι εναλλάξ με τέτοιον τρόπο, ώστε ανάμεσα σε δύο πύργους του εσωτερικού τείχους να παρεμβάλλεται ένας του εξωτερικού.
          Κατά μήκος των τειχών υπήρχαν μεγάλες θωρακισμένες πύλες. Ξεκινώντας από το νότο προς βορρά, ήταν  διαδοχικά πέντε πολιτικές και πέντε στρατιωτικές: πρώτη στρατιωτική πύλη, μετά η περίφημη Χρυσή πύλη που ήταν η επίσημη- ενίοτε θριαμβική- είσοδος της Πόλης, δεύτερη στρατιωτική πύλη, η λεγόμενη Πύλη του Βελιγραδίου, η Πύλη της Σηλυβρίας ή της Πηγής, τρίτη στρατιωτική πύλη, η Πύλη του Ρηγίου, η τέταρτη στρατιωτική πύλη, η Πύλη του Αγίου Ρωμανού, η πέμπτη στρατιωτική πύλη και τέλος η Πύλη του Χαρισαίου. Εκτός από τις κύριες πύλες υπήρχαν και μικρότερες, οι πυλίδες, γνωστότερη από τις οποίες είναι η Κερκόπορτα…
           Τα παράλια τείχη στεφάνωναν την Πόλη από τη θάλασσα του Μαρμαρά ως τον Κεράτιο κολπο. Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξή τους γίνεται γύρω στο 439. Ήταν μικρότερα σε μήκος, χτισμένα σε μία σειρά, με πάχος 3-4 μέτρα, ύψος 10 μ. και είχαν κατά μήκος τους αρκετούς πύργους. Για την αποτροπή της εισόδου των εχθρών στον Κεράτιο, οι Βυζαντινοί τοποθετούσαν μια βαριά αλυσίδα που έφτανε ως το Γαλατά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι  εξαιτίας των ισχυρών θαλάσσιων ρευμάτων στο Μαρμαρά, η επίθεση του εχθρού από την θάλασσα ήταν σχεδόν αδύνατη.
            Τα τείχη δέχτηκαν επισκευές και επεκτάσεις μέσα στο πέρασμα του χρόνου.  Σημαντική προσθήκη έγινε από τον Μανουήλ Κομνηνό ο οποίος συμπλήρωσε ένα μακρύ τείχος για να προστατέψει την περιοχή του ανακτόρου των Βλαχερνών , που αποτέλεσε στόχο των Σταυροφόρων. Εκτεταμένες επισκευές έγιναν και από τον Ιουστινιανό αλλά και από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο λίγο πριν την τελευταία πολιορκία.
        Ατέλειωτες ορδές εχθρών έφτασαν μπροστά στα ορθωμένα τείχη, που σύμφωνα με τους υπερασπιστές η ίδια η Παναγιά στεκόταν από πάνω τους ακοίμητος φρουρός. Ο Αττίλας ο Ούννος, ίσως ο πιο τρομερός στρατηλάτης του κόσμου, όταν είδε τα τείχη αναθεώρησε οποιαδήποτε επιθυμία του να κατακτήσει την Πόλη. Άβαροι, Σλάβοι και Βούλγαροι προσπάθησαν να τα ανέβουν με τόξα, ακόντια και πέτρες  και τα είδαν να επιστρέφουν καταπάνω τους μαζί με το τρομερό υγρό πυρ, Άραβες έστησαν πολύμηνη πολιορκία και στο τέλος οι ίδιοι δεν άντεξαν, Τούρκοι προσπάθησαν να ανοίξουν λαγούμια και, όταν μετά από κόπο το πετύχαιναν, έβλεπαν μπροστά τους τον αμυνόμενο να τους καίει με τη φωτιά. Τελικά χρειάστηκε το  νέο όπλο, το κανόνι για να μπορέσουν, μετά από επίμονη προσπάθεια, να σπάσουν τα απόρθητα τείχη…

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Άννα Κομνηνή - η λόγια πριγκίπισσα





Έργα Ρώσικης ζωγραφικής.


                                           Άννα Κομνηνή - η λόγια πριγκίπισσα




             Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1083 στην Πορφύρα, το δωμάτιο στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης όπου γεννιούνταν τα παιδιά των αυτοκρατόρων. Η Άννα Κομνηνή καταγόταν από μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες της βυζαντινής αριστοκρατίας, από αυτούς τους μεγάλους οίκους που μέλη τους είχαν ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο, όπως είχε συμβεί άλλωστε και με τους οίκους των Δούκα, Αγγέλων, Παλαιολόγων, ή άλλες λιγότερο ισχυρές οικογένειες, όπως οι Δαλασηνοί, Βρυέννιοι κ.α. που διατηρούσαν μεγάλες εκτάσεις γης, ιδιωτικούς στρατούς, και είχαν κατορθώσει με επιγαμίες να συνάψουν συγγενικούς δεσμούς με τις αυτοκρατορικές δυναστείες.                    
            Έλαβε μία εξαιρετική παιδεία και μόρφωση ιδιαίτερα στην κλασσική γραμματεία, μελετώντας τους αρχαίους συγγραφείς, ιστορικούς, φιλοσόφους. Έκανε σπουδές στα μαθηματικά, μουσική, αστρονομία, ιατρική. Για ένα διάστημα ήταν διάδοχος του πατέρα της στον αυτοκρατορικό θρόνο, μέχρι την γέννηση του Ιωάννου Κομνηνού. Το 1097, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο.

• Όταν το 1118 πέθανε ο πατέρας της, οργάνωσε συνωμοσία κατά του νόμιμου διάδοχου, του αδελφού της Ιωάννη, η οποία απέτυχε λόγω της άρνησης του συζύγου της να πάρει μέρος σε αυτή.
• Το 1137, μετά τον θάνατο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου, αποσύρεται στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέγραψε μεταξύ του 1137 και του 1148 την <<Αλεξιάδα>> .
          Στο έργο της αυτό φαίνεται ότι η συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά τους αρχαίους συγγραφείς και είναι ιδιαίτερα επηρεασμένη από τον Θουκυδίδη, τον Πολύβιο αλλά και τον ιστορικό Προκόπιο. Το έργο της είναι σημαντικό γιατί αποτελεί σημαντική πηγή για την Α' Σταυροφορία και είναι επίσης πολύτιμο για τις γεωγραφικές και τοπογραφικές πληροφορίες που περιέχει. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η αρχαίζουσα ελληνική μιμούμενη τους αρχαίους συγγραφείς τους οποίους οι Βυζαντινοί θεωρούσαν σε πνευματικό επίπεδο  πρότυπά τους και τους εαυτούς τος συνεχιστές και κληρονόμους τους.
           Πέθανε μετά το 1148, αλλά άγνωστο ακριβώς πότε, και ετάφη κοντά στον πατέρα της, στη Μονή Παμμακάριστου.
 


  H γέννησή της...
Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, όταν γύρισε στο παλάτι από τους πολέμους του με τους Νορμανδούς, ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος. Μετά από τρεις ημέρες δέχτηκε το καλύτερο δώρο που μπορούσε να του χαρίσει η γυναίκα του Ειρήνη. Ένα όμορφο κοριτσάκι. Ο Αλέξιος σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και αναφώνησε:
-Ευχαριστώ, Κύριε. Αν δεν έρθει ξοπίσω της γιος, αυτή θα είναι διάδοχός μου, αυτή θα στηρίξει το θρόνο μου.
Μέσα στην κούνια τής φόρεσαν το αυτοκρατορικό διάδημα και την αρραβώνιασαν με το δεκάχρονο Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του εκθρονισμένου αυτοκράτορα Μ. Δούκα.
Από το πολύ καλό βιβλίο της Σοφίας Παπαδάκη, Ιστορίες από το Βυζάντιο

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Το μετάξι στο Βυζάντιο





Σπάνιο κομμάτι από μεταξωτό ύφασμα



             H ιστορία του μεταξιού χάνεται στα βάθη των αιώνων και είναι συνυφασμένη με κινέζικους μύθους. Φαίνεται ότι πολλούς αιώνες πριν αρχίσει η κατεργασία του μεταξιού, ο μεταξοσκώληκας ζούσε σε άγρια μορφή πάνω στα μορεόδενδρα. Σύμφωνα με τους Κινέζους συγγραφείς, η τέχνη της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και η κατεργασία του μεταξιού ανακαλύφθηκε τυχαία από την αυτοκράτειρα Σι Λιγκ Τσι γύρω στο 2690 π.Χ. Σύμφωνα με το μύθο ένα κουκούλι έπεσε πάνω στο βραστό νερό του τσαγιού. Στην προσπάθειά της να το βγάλει έξω, τράβηξε μία εξαιρετικά λεπτή αλλά ανθεκτική κλωστή, την πρώτη μεταξωτή ίνα. Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα τα προϊόντα αυτής της νέας βιομηχανίας παρέμειναν αποκλειστικό προνόμιο της αυλής, μονο ο αυτοκράτορας, οι συγγενείς του καθώς και ανώτεροι αξιωματούχοι του καθεστώτος είχαν το δικαίωμα να φορούν τα πολύτιμα μεταξωτά ενδύματα.
                Οι Κινέζοι απαγόρευαν με αυστηρούς νόμους τη διάδοση της σηροτροφίας, ενώ η εξαγωγή των σπόρων του μεταξοσκώληκα τιμωρούταν μεθάνατο. Επιτρεπόταν μόνο η εξαγωγή κατεργασμένων νημάτων και υφασμάτων. Η Ιαπωνία, οι Ινδίες, και η Περσία ήτα κέντρα εμπορίας του εξαγόμενου μεταξιού.Με τις εκστρατείες του Μ. Αλέξανδρου (336-323 π.Χ.) το μεταξωτό ύφασμα εισήχθη στην αρχαία Ελλάδα. Ο Μέγας Αλέξανδρος μάλιστα έστειλε δείγματα  στο δάσκαλό του Αριστοτέλη θέλοντας να μάθει το μυστικό της παραγωγής του μεταξιού, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
           Στα Ρωμαϊκά χρόνια συνεχίστηκαν οι εισαγωγές κατεργασμένης και ακατέργαστης σινικής κλωστής και έτοιμων υφασμάτων. Οι πηγές μαρτυρούν ότι κατά τα ρωμαϊκά χρόνια το μετάξι είχε τεράστια αξία, ίση με αυτή των πολύτιμων λίθων και του χρυσού. Ο αυτοκράτορας φορούσε αποκλειστικά την πορφυρή μέταξα, ενώ τα μεταξωτά ενδύματα φορούσαν οι αξιωματούχοι του κράτους και μερικοί ευκατάστατοι ιδιώτες.
           Το Βασίλειο των Σασανιδών (Πέρσες) κατά τα πρώτα βυζαντινά χρόνια,  έλεγχε μεγάλο μέρος από το δρόμο του μεταξιού. Γι’ αυτό ο Ιουστινιανός  προσπάθησε να χρησιμοποιήσει θαλάσσιους δρόμους προς τον Ινδικό ωκεανό, μέσα από την Ερυθρά Θάλασσα και το νησί της Ταπροβάνης (σημερινή Σρι Λάνκα). Οι έμποροι χρησιμοποιούσαν τους δρόμους αυτούς ήδη από την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή εποχή. Για να μπορέσει όμως να περιορίσει και να σταματήσει το εμπόριο και την αγορά μεταξωτών από την Κίνα και για να γίνει η ίδια η αυτοκρατορία κέντρο παραγωγής και εμπορίας του μεταξιού, έπρεπε να μάθουν το καλά κρυμμένο μυστικό της παραγωγής του.
         Σύμφωνα με την παράδοση η διάδοση της μεταξοκαλλιέργειας από την Ανατολή στη Δύση έγινε από μοναχούς του Βυζαντίου. Οι Βυζαντινοί μοναχοί  με εντολή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού αναλαμβάνοντας το έργο της μετάδοσης της Χριστιανικής θρησκείας, λειτουργώντας ως κατάσκοποι,περιηγήθηκαν στην Περσία και την Κίνα και κατά τη διάρκεια των περιηγήσεών τους μελετούσαν κάθε τι που είχε σχέση με τον μεταξοσκώληκα και την επεξεργασία του. Έτσι στο τέλος της περιοδείας του το 554 μ.Χ. μετέφεραν κρυφά μέσα στις κούφιες μαγκούρες τους αυγά μεταξοσκώληκα. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την παράδοση, με τον τρόπο αυτο περιήλθε η σηροτροφία στο Βυζάντιο.
 
Γράφει ο ιστορικός Προκοπιος:
Εκείνον τον καιρό [περίπου το 550] ήλθαν […] ορισμένοι μοναχοί, που έμαθαν
ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός δεν ήθελε πλέον να αγοράζουν οι Ρωμαίοι
μετάξι από τους Πέρσες. Πήγαν λοιπόν στον αυτοκράτορα και του υποσχέθη-
καν ότι θα του έδιναν τα υλικά για να παράγει το μετάξι, για να μην αγοράζουν
οι Ρωμαίοι ξανά αυτό το εμπόρευμα από τους Πέρσες, που ήταν εχθροί τους,
ή από κάποιον άλλο λαό […]. Ο αυτοκράτορας τους έκανε πολλές ερωτήσεις
για το μυστικό. Οι μοναχοί απάντησαν ότι το μετάξι έβγαινε από κάποια σκου-
λήκια και ότι η ίδια η φύση τα διδάσκει και τα αναγκάζει να το παράγουν […].
Τα κουκούλια από αυτά τα σκουλήκια, είπαν οι μοναχοί, έχουν αμέτρητα αβγά
το καθένα. Και οι άνθρωποι μπορούν να τα διατηρήσουν αν τα σκεπάσουν
με κοπριά. Και μετά, αν τα ζεστάνουν για όσο χρόνο χρειάζεται, μπορούν
να παράγουν τα έντομα […]. Οι μοναχοί γύρισαν στη Σηρίνδα [περιοχή στην
Κίνα] και μετέφεραν τα αβγά στο Βυζάντιο [Κωνσταντινούπολη]. […] Και έτσι
ξεκίνησε να παράγεται το μετάξι στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τότε σταμάτησαν
οι πόλεμοι μεταξύ Ρωμαίων και Περσών για το μετάξι.
                                     
                                                                       Προκόπιος, Ιστορία, έτος 553

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Η ενδυμασία στο Βυζάντιο

                                              
 
 
 
                                                        Η ενδυμασία στο Βυζάντιο
 
               Το Βυζάντιο διαμόρφωσε το δικό του ενδυματολογικό χαρακτήρα, συνεχίζοντας τη ρωμαϊκή παράδοση και αφομοιώνοντας στοιχεία από την Ανατολή και την Περσία. Μέσω της ενδυμασίας γινόταν η διάκριση των ανθρώπων όσον αφορά την κοινωνική τους θέση. Οι αριστοκράτες εμφανίζονταν με μακριά ενδύματα, σε αντίθεση με τους αγρότες και τους τεχνίτες, που φορούσαν συνήθως έναν κοντό  απλό χιτώνα.
             Για τον απλό  Βυζαντινό η ενδυμασία είχε τον καθαρά χρηστικό της χαρακτήρα. Ενδιαφερόταν για τα απλά καθημερινά ρούχα που θα τον προστάτευαν από τα καιρικά φαινόμενα κα θα του πρόσφεραν μια άνεση στις καθημερινές του εργασίες στο χωράφι, στο βοσκοτόπι, στο λιμάνι, στο εργαστήρι, στην αγορά. Bασικό ένδυμα για όλους στο Βυζάντιο ήταν ο χιτώνας σε σχήμα T, που διέφερε στο μήκος και τα μανίκια και συνήθως έδενε στη μέση με ζώνη. Ο μακρύς μoνόχρωμoς χιτώνας ήταν η τυπική καθημερινή φoρεσιά τoυ λαoύ σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου.
            Ο κοντός χιτώνας με κoντά μανίκια, απεικονίζεται συχνά σε ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Είναι το ένδυμα των φτωχών αγροτών αλλά και των παιδιών. Το χειμώνα έριχναν στην πλάτη τους μια κάπα, τη μηλωτή, ρούχο φτιαγμένο από δέρμα προβάτου, ή άλλου ζώου. Εξαίρεση στα καθημερινά και τετριμμένα τους ρούχα, σίγουρα θα αποτελούσε η ενδυμασία με την οποία θα προσέρχονταν στο ναό για την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, η οποία θα ήταν πιο περιποιημένη και καθαρή.
           Η βυζαντινή αριστοκρατία, οι αξιωματούχοι και οι αυλικοί που περιέβαλλαν τον αυτοκράτορα και βέβαια  ο ίδιος ο αυτοκράτορας και η οικογένειά του, πρόσεχαν και έδιναν ιδιάιτερη σημασία στην ενδυμασία τους. Στο Βυζαντιο η φροντισμένη και ακριβή ενδυμασία ήταν απαραίτητο στοιχείο σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις και συνδεόταν με τους τίτλους και τα αξιώματα. Φορούσαν πολυτελή ρούχα από ακριβά υφάσματα, όπως μετάξι από την Ανατολή, τα οποία είχαν δημιουργήσει ράπτες που δούλευαν αποκλειστικά για την αυτοκρατορική αυλή. Μεταξωτά και άλλα πoλυτελή υφάσματα, χρυσoκεντημένα και διακoσμημένα με πoλύτιμoυς λίθoυς, έντoνα χρώματα καθώς και πoικίλα γεωμετρικά και φυτικά σχέδια φανερώνουν τόσο την πολυτέλεια όσο και την έντονη επίδραση των ανατoλικών πoλιτισμών στην ενδυμασία. Η μεταξουργία -το μυστικό για τον τρόπο παραγωγής του μεταξιού μαθεύτηκε την εποχή του Ιουστινιανού- γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη και τα βυζαντινά μεταξωτά έγιναν γνωστά σε όλo τoν κόσμo. Στολίζονταν μάλιστα και με βαρύτιμα κοσμήματα φτιαγμένα με πολύτιμους λίθους.
         Τo χρώμα ήταν κύριο στοιχείο διαφoρoπoίησης των αξιωμάτων. Οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις και κυρίως οι αξιωματούχοι της αυλής είχαν ενδυμασίες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Διαφορετικά χρώματα, διακοσμητικά σχέδια και κεντήματα υποδήλωναν τα διάφορα αξιώματα.Τα κόκκινα παπούτσια και τα πορφυρά ρούχα ήταν αποκλειστικά προορισμένα για τον αυτοκράτορα και μόνο προς τα τέλη του 12ου αιώνα δόθηκε το δικαίωμα σε ανώτερους αξιωματούχους να ντύνονται με πορφύρα. Γνωρίζουμε ακόμη ότι, όταν ο αυτοκράτορας είχε πένθος, φορούσε λευκή στολή, ενώ όλοι οι άλλοι φορούσαν μαύρα. Η 'Aννα Κομνηνή περιγράφει ότι, όταν πέθανε ο πατέρας της Αλέξιος Α' Κομνηνός (1081-1118), η αυτοκράτειρα Ειρήνη Δούκαινα έβγαλε το αυτοκρατορικό πέπλο, έκοψε τα μαλλιά της, έβγαλε τα πορφυρά ενδύματά της και ντύθηκε στα μαύρα.
             Πολυτελής ήταν η ενδυμασία και των ανδρών που είχαν πολλές εργασίες και κοινωνικές συναναστροφές αλλά και των γυναικών της αριστοκρατίας και της βυζαντινής αυλής. 
             Την εποχή του Ιουστινιανού η Ρωμαϊκή Τόγκα άρχισε να αντικαθίσταται με την Τούνικα ιντίμα (που οι Έλληνες την ονόμαζαν χιτώνα) και την φορούσαν και άνδρες και γυναίκες. Οι άνδρες πάνω από την τούνικα φορούσαν την παραδοσιακή Δαλματική που ήταν πλατύτερη και κοντύτερη από την τούνικα.Το σκαραμαγγείον ήταν ένα είδος σακακιού που ήρθε από την Περσία. Το φορούσε ο αυτοκράτορας στις επίσημες τελετές.
               Οι κυρίες των τιμών στο παλάτι όπως και οι παλαιές Ρωμαίες κυρίες φορούσαν την στόλα, μακρύ πτυχωτό φόρεμα που έπεφτε με χάρη πάνω από την τούνικα ιντίμα. Η στόλα συνοδευόταν με την πάλλα, υφασμάτινο κάλυμα της κεφαλής. Τα υφάσματα ήταν μεταξωτά, αφού το μετάξι ήταν το αγαπημένο ύφασμα των πλούσίων.Όταν ο Ιουστινιανός εμφανιζόταν στις δημόσιες τελετές  φορούσε μια χλαμύδα δεμένη στο στήθος με περόνη (διακοσμητικό κουμπί).
             Οι αυτοκράτορες που έβγαιναν σε εκστρατείες φορούσαν κόκκινη χλαμύδα και σανδάλια,τα λεγόμενα κόκκινα τσαγγία του αυτοκράτορα, τα παπούτσια του, το στοιχείο της ένδυσής του που αποτέλεσε διαχρονικά το αποκλειστικό σύμβολο της εξουσίας του και που προσδιόριζε απόλυτα την ταυτότητά του. Τα τσαγγία κάλυπταν τις κνήμες, φτάνοντας ως το γόνατο.  Δεν είναι ξεκάθαρο αν ήταν ψηλές μπότες (όπως φαίνονται σε κάποιες απεικονίσεις) ή μάλλον πιο σύνθετα υποδήματα, αποτελούμενα από "πέδιλα" και "περικνημίδες" (βλ.Φραντζή, Χρονικόν). Αετοί από πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια ή χρυσοΰφαντοι στόλιζαν και τα βασιλικά τσαγγία στα πλάγια των κνημών, ως τους ταρσούς. Τα βασιλικά υποδήματα κατασκευάζονταν από ειδικό τεχνίτη, τον τζαγγά,(από εκεί βγαίνει η λέξη τσαγγάρης) φυλάσσονταν στο βεστιάριο και τα έφερνε στο βασιλιά ένα παιδί επιφορτισμένο με αυτήν την εργασία.
             Σύμφωνα με την παράδοση η σωρός του τελευταίου ηρωικού αυτοκράτορα εντοπίστηκε από τα πορφυρά τσαγγία με τους αετούς:
"ένθα δη τα πτώματα των αναιρεθέντων έκειτο σωροειδώς Χριστιανών τε και ασεβών. και πλείστας κεφαλάς των αναιρεθέντων έπλυναν, ει τύχη και την βασιλικήν γνωρίσωσι. και ούκ εδυνήθησαν γνωρίσαι αυτήν ει μη το τεθνεός πτώμα του βασιλέως ευρόντες, ο εγνώρισαν εκ των βασιλικών περικνημίδων ή και πεδίλων, ένθα χρυσοί αετοί ήσαν γεγραμμένοι, ως έθος υπήρχε τοις βασιλεύσι. και μαθών ο αμηράς περιχαρής και ευφραινόμενος υπήρχε. και προστάξει αυτού οι ευρεθέντες Χριστιανοί έθαψαν το βασιλικό πτώμα μετά βασιλικής τιμής."
            Τα υπόλοιπα εξαρτήματα της στολής του, όπως και των αξιωματικων που οι στολές και αυτών ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακές και φροντισμένες, είχαν σκούρα χρώματα για να μην φαίνεται το αίμα σε περίπτωση τραυματισμού.
 

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Δ΄Σταυροφορία.. οι δραματικές εξελιξεις ως την τελική επίθεση...






          
            Η λαική οργή εναντίον των ξένων αλλά και των ανίκανων αυτοκρατόρων δεν αργεί να ξεσπάσει. Οι εξεγερμένοι καταλαμβάνουν την Αγιά Σοφιά και απαιτούν την εκλογή νέου αυτοκράτορα. Γρήγορα και βιαστικά ανακηρύσσεται από το λαό αυτοκράτορας ο Νικόλαος Κανναβός. Πανικόβλητος ο Αλέξιος Δ΄ θα αναζητήσει χείρα βοηθείας από τους Σταυροφόρους και θα τους υποσχεθεί την παραχώρηση του παλατιού των Βλαχερνών στο οποίο και διαμενει.
          Την ίδια στιγμή οι επαναστάτες επιχειρούν να πυρπολήσουν το στόλο των Βενετών. Σε μικρά πλοιάρια τοποθετούν εύφλεκτα υλικά και τα αφήνουν να κυλήσουν προς τα σκάφη των αντιπάλων τους. Η επιχείρηση δεν πετυχαίνει γιατί οι Βενετοί αντιλαμβάνονται το κίνδυνο και με δεξιοτεχνία τα στρέφουν προς τον Κεράτιο και παρασυρόμενα από το ρεύμα καίγονται αργά. Οι Σταυροφόροι κινητοποιούνται αναμένοντας επίθεση, η οποία όμως δε θα εκδηλωθεί.
           Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Η στάση του επικίνδυνου Αλέξιου Δ΄ οδηγεί και τους τελευταίους υποστηρικτές του στο παλάτι να τον εγκαταλείψουν  και να στραφούν στον  Αλεξιο Δούκα Μούρτζουφλο. Τη νύχτα της 27ης προς 28η Ιανουαρίου ο Αλέξιος συλλαμβάνεται, ενώ ο Μούρτζουφλος  στέφεται στο παλάτι αυτοκράτορας…
          Τις κρίσιμες εκείνες μέρες η Πόλη βρίσκεται με τον αυτοκράτορα φυλακισμένο και με δύο διεκδικητές του θρόνου, ενώ οι Σταυροφόροι και οι Βενετοί καραδοκούν έξω από την Πόλη.
           Ο Μούρτζουφλος με αποφασιστικές κινήσεις θα ελέγξει την κατάσταση συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τον Κανναβό, ενώ ήδη έχει πεθάνει και ο γηραιός αυτοκράτορας Ισαάκιος. Αμέσως προσπαθεί να συνδιαλλαγεί  με τους Σταυροφόρους ζητώντας τους να αποχωρήσουν.  Οι Σταυροφόροι είναι φανερό ότι δεν πρόκειται να αποχωρήσουν << με άδεια  χέρια>>.  Δεν αναγνωρίζουν το Μούρτζουφλο και προβάλλουν το νέο υποκριτικό επιχείρημα ότι έχουν ηθική υποχρέωση να αποκαταστήσουν τον Αλέξιο Δ΄ στο θρόνο και να πάρουν όσα τους είχε υποσχεθεί.
            Η κατάσταση στο στρατόπεδο των Σταυροφόρων γίνεται δύσκολη εξαιτίας του αποκλεισμού τους από την Πόλη. Αρχίζουν να εμφανίζονται ελλείψεις σε τρόφιμα και εφόδια. Ο Μούρτζουφλος πληροφορείται για την κάθοδο μιας εφοδιοπομπής και θέλοντας να επιδείξει μια επιτυχία αποφασίζει να επιτεθεί.  Στήνει ενέδρα σε κοντινό δάσος, όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται ευνοϊκά. Οι Σταυροφόροι αποκρούουν την επίθεση και μάλιστα παίρνουν ως λάφυρο τη εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας που ο αυτοκράτορας είχε μαζί του. Την άλλη μέρα μια γαλέρα πλησιάζει τα τειχιά της Πόλης με υψωμένη ως λάφυρο την εικόνα της Παναγιάς, κίνηση που γίνεται για να καταβαραθρώσει το ηθικό των υπερασπιστών της Πόλης.
           Ο Μούρτζουφλος βλέποντας το αδιέξοδο ζητά να συναντηθεί με τον ουσιαστικό ηγέτη της εκστρατείας Δόγη Δάνδολο. Η συνάντηση θα γίνει στις 7 Φεβρουαρίου 1204, στο μοναστήρι του Αγίου Κοσμά, έξω από τα τείχη, κοντά στο παλάτι των Βλαχερνών. Ο Δάνδολος ζητά χρήματα, ενώ γίνεται λόγος και για την ένωση των εκκλησιών. Όταν καταβαίνει ότι ο Μούρτζουφλος δεν είναι διατεθειμένος να ικανοποιήσει τα αιτήματά του, κάνει σήμα να συλλάβουν τον αυτοκράτορα. Ο Μούρτζουφλος κατορθώνει να ξεφύγει. Διατάζει την άμεση εκτέλεση του Αλέξιου Δ΄.Τα περιθώρια πλέον έχουν στενέψει και όλα δείχνουν ότι οδηγούμαστε στην τελική σύγκρουση.
         Bενετοί και Σταυροφόροι σχεδιάζουν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τη μοιρασιά, με κεντρικό ζήτημα τα δύο βασικά αξιώματα του αυτοκράτορα και του πατριάρχη που συμφωνούν να τα κατέχουν εναλλάξ ένας Σταυροφόρος και ένας Βενετός. Όσα για τα λάφυρα θα τα μοίραζαν σε δύο ίσα μερίδια.
          Ο σχεδιασμός για την τελική επίθεση προέβλεπε την προσβολή των  βόρειων θαλασσίων τειχών κατά μήκος του Κεράτιου κόλπου, που από τις προηγούμενες επιθέσεις είχαν διαπιστώσει ότι ήταν τα πιο αδύνατα. Με σκάλες, πολιορκητικούς κριούς, εκπαιδευμένους άντρες στη διάνοιξη  ρηγμάτων, θα επιχειρήσουν να καταλάβουν την Πόλη. Από εκεί περιμένουν επίθεση και οι Βυζαντινοί, γι αυτό και ενισχύουν το τείχος με προσθήκη ξύλινων κατασκευών, για να αυξήσουν το ύψος του, ενώ σφραγίζονται όλες οι πύλες.
       
           Πράγματι η κύρια επίθεση γίνεται από τα θαλάσσια τείχη (αρχες Απρίλιος 1204), χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς οι Λατίνοι αποκρούονται. Στις 12 Απριλίου εκδηλώνεται η πιο οργανωμένη απόπειρα των Σταυροφόρων. Δένουν τα καράβια δυο δυο, για να μην παρασύρονται από το θαλάσσιο ρεύμα και εφορμούν μέσα σε καταιγισμό βλημάτων από τους καταπέλτες. Προς το απόγευμα, δυο βενετικά πλοία πλησιάζουν και καταλαμβάνουν έναν πύργο του τείχους. Ακολουθεί η κατάληψη και άλλων πύργων. Επόμενη κίνησή τους είναι να γκρεμίσουν τα τείχη. Εισβάλλουν πεζοί αλλά και έφιπποι σταυροφόροι και κατευθύνονται προς την πλατεία που είχε εγκαταστήσει το  στρατόπεδο του ο Μούρτζουφλους, ο οποίος μαζί με το επιτελείο του έχει διαφύγει στο παλάτι του Βουκολέοντα και από εκεί εγκαταλείπει την Πόλη. Οι σταυροφόροι είναι πλέον μέσα στην Πόλη. Φοβούνται την αντίδραση του κόσμου και για να σπείρουν τον πανικό μέσα στην νύχτα, βάζουν φωτιά που κατακαίει το κέντρο και τις συνοικίες της Πόλης.
          Θα γίνει μια τελευταία προσπάθεια αντίστασης. Ο Κωνσταντίνος Δούκας αναλαμβάνει χρέη αυτοκράτορα και προσπαθεί να οργανώσει την άμυνα. Με καταπονημένους όμως και απρόθυμους πλέον τους πάντες, η οποιαδήποτε προσπάθεια καταρρέει και ο Δόυκας και ο πατριάρχης αποχωρούν. Η Πόλη παραδίδεται στις καταστροφικές διαθέσεις των Σταυροφόρων... 

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Η βενετική κυριαρχία μέχρι και την εποχή των Σταυροφοριών

           



           Οι σχέσεις της Κωνσταντινούπολης με τη Βενετία είναι πολύ στενές και αμφίδρομες.Μέχρι τον 9ο αιώνα η Βενετία ανήκει στα μέρη που εξουσιάζει η αυτοκρατορία. Η στενή συμμαχία και συνεργασία θα συνεχιστεί μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα και την άλωση από τους Σταυροφόρους, για να ξεκινήσει από κει και πέρα η περίoδος της ενετοκρατίας αλλά και της εγκατάστασης Βυζαντινών στην Βενετία.
              Οι Βενετοί δεν ήταν Λατίνοι ή Ρωμαίοι, αλλά ένας ξεχωριστός Ινδοευρωπαϊκός λαός με προέλευση τη περιοχή της Πολωνίας και της Βαλτικής. Από εκεί ξεκινούν και φτάνουν γύρω στις αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ. στις περιοχές της Πάντοβας και Βιτσέντσας. Προοδευτικά εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής των Ρωμαίων. Το 600 μ.Χ. δέχονται την επίθεση των Λομβαρδών και αναγκάζονται να μετακινηθούν στα άγονα αμμώδη νησιά της λιμνοθάλασσας, σχηματίζοντας την πόλη της Βενετίας.
             Η Βυζαντινή κυριαρχία στην κεντρική και βόρεια Ιταλία δέχτηκε καίριο πλήγμα αργότερα κυρίως με την κατάκτηση του Εξαρχάτου της Ραβένας το 751 από τους Λομβαρδούς. Η αποίκηση των νησιών στη λιμνοθάλασσα πιθανόν αυξανόταν σε αντιστοιχία με τη Λομβαρδική κατάκτηση των Βυζαντινών εδαφών. Κάποια στιγμή τις πρώτες δεκαετίες του όγδοου αιώνα, οι άνθρωποι της λιμνοθάλασσας εξέλεξαν τον πρώτο τους ηγέτη Ούρσο, που επικυρώθηκε από το Βυζάντιο, και του δόθηκαν οι τίτλοι ύπατος και δουξ. Ήταν ο πρώτος στην ιστορία Δόγης της Βενετίας. Χάρη στην υποστήριξη του βυζαντινού στόλου, οι Βενετοί επιβιώνουν και προοδευτικά εξελίσσονται σε σπουδαίους ναυτικούς και εμπόρους σε όλη τη Μεσόγειο. Το 828 μεταφέρεται από την Αλεξάνδρεια το λείψανο του Αγίου Μάρκου που θα γίνει ο προστάτης Άγιος της Βενετίας. Το 1063 άρχισε η οικοδόμηση της βασιλικής το Αγίου με βάση το σχέδιο των Αγίων Αποστόλων της Πόλης. Ο ναός θα εγκαινιαστεί το 1094.
         Από τον ένατο ως το δωδέκατο αιώνα η Βενετία εξελίχθηκε σε πόλη-κράτος ( μία Ιταλική θαλασσοκρατία, Ναυτική Δημοκρατία ( Repubblica Marinara ), οι άλλες τρεις ήταν η Τζένοα, η Πίζα και το Αμάλφι ). Η στρατηγική της θέση στην κορυφή της Αδριατικής, κατέστησε τη ναυτική και εμπορική δύναμη της Βενετίας σχεδόν άτρωτη. Με την εξάλειψη των πειρατών κατά μήκος των Δαλματικών ακτών η πόλη έγινε ένα  εμπορικό κέντρο ανάμεσα στη Δυτική Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο ( ιδιαίτερα τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τον Ισλαμικό κόσμο ). Το 12ο αιώνα τέθηκαν τα θεμέλια της Βενετικής κυριαρχίας, όταν κατασκευάστηκε (1104) το Αρσενάλι της Βενετίας ( ένα συγκρότημα κρατικών ναυπηγείων και οπλοστασίων ).
           Η Βενετία έχοντας ως βάση τη ναυτική της υπεροχή, δε θα μείνει μια βυζαντινή επαρχία. Θα διεκδικήσει και θα πετύχει προνόμια και δικαιώματα, τα όποια θα της παραχωρηθούν με χρυσόβουλα των βυζαντινών αυτοκρατόρων. σε αντάλλαγμα της βοήθειας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία να αντισταθεί σε Νορμανδικές και Τουρκικές εισβολές. Το 992 το χρυσόβουλο του Βασιλείου Β΄ και κατόπιν του Κωνσταντίνου Η΄ δίνει δικαίωμα στα βενετικά πλοία να προσεγγίζουν ελεύθερα στην Πόλη. Στο πρώτο αυτό χρυσόβουλο η Βενετία αναγνώριζε το σεβασμό της στην Αυτοκρατορία.  Το 1082, για να ανταμείψει τους συμμάχους του (δηλαδή τους Βενετούς), ο Αλέξιος ο Α' τους έδωσε με νέο χρυσόβουλο εκτεταμένα προνόμια:
• Παραχώρησε τίτλους καθώς και χρηματικές χορηγίες στους άρχοντες της Βενετίας.
• Παραχώρησε στους εμπόρους της Βενετίας σκάλες (αποβάθρες) και εμπορικά καταστήματα στην προκυμαία της Κωνσταντινούπολης.
• Επέτρεψε στους Βενετούς να εμπορεύονται ελεύθερα χωρίς να χρειάζεται να πληρώνουν δασμούς σε όλα τα λιμάνια της αυτοκρατορίας.
          Το  δεύτερο αυτό χρυσόβουλο αντανακλά την εξασθένιση του Βυζαντίου και την αύξηση της δύναμης της Βενετίας. Θα ακολουθήσει η παραχώρηση και άλλων δικαιωμάτων από τον Ισαάκιο Κομνηνό (1198), από τον Ιωάννη Β΄ Κομνηνό (1126) και από τον Μανουήλ Α΄Κομνηνό, για να φτάσουμε στο 1204 και στην τέταρτη Σταυροφορία, όπου ο ρόλος της Βενετίας και του Δόγη Δάνδολου θα είναι καθοριστικός.
          Οι βυζαντινοί για να μειώσουν τη μεγάλη δύναμη των Βενετών, μετά την ανακατάληψη της Πόλης, θα παραχωρήσουν όλα τα  βενετικά προνόμια στους Γενουάτες, με τους οποίους ο ανταγωνισμός θα είναι σκληρός, ενώ θα γίνουν μεταξύ τους και πολεμικές συγκρουσεις. Ωστόσο οι δραστήριοι Βενετοί θα επανέλθουν με νέα χρυσόβουλα του 1285 και του 1302.
            Στα τέλη του δέκατου τρίτου αιώνα η Βενετία είναι η πιο ευημερούσα πόλη σε όλη την Ευρώπη. Στην αιχμή της δύναμης και του πλούτου της είχε 36.000 ναυτικούς σε 3.300 πλοία, κυριαρχώντας στο Μεσογειακό εμπόριο. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι η αρχή του χρηματοτραπεζικού συστήματος τοποθετείται  την εποχή αυτή στη Βενετία με την ίδρυση των πρώτων τραπεζών. Εκείνη την εποχή οι ηγετικές οικογένειες της Βενετίας συναγωνίζονταν να χτίσουν τα πιο μεγαλόπρεπα παλάτια και να υποστηρίξουν το έργο των μεγαλύτερων και πιο ταλαντούχων καλλιτεχνών.
           Μετά την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους, θα γίνουν εφτά Βενετοτουρικοί πόλεμοι από το 1453 μέχρι το 1718. Ο Ναπολέων θα καταλύσει τη δημοκρατία του Αγίου Μάρκου το 1797.

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Η πρώτη πολιορκία της Πόλης από τους Σταυροφόρους-- Ιούλιος 1203







             H θέα της Πόλης με τα ψηλά της τείχη, τα εντυπωσιακά κτίρια, τις εκκλησιές και τους τρούλους να στραφταλίζουν στο φως του ήλιου, εντυπωσίασε τους Σταυροφόρους. Ελάχιστοι είχαν ξαναδεί ένα τέτοιο τοπίο. Για τους περισσότερους η πόλη, έτσι όπως είχαν μάθει στις χώρες τους, ήταν ένας οικισμός με χαμηλα σπίτια και λασπωμένους δρόμους.
              H περιγραφή του αυτόπτη μάρτυρα Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου είναι χαρακτηριστική : <<Τώρα μπορείτε να μάθετε πως κοίταζαν επίμονα την Κωνσταντινούπολη εκείνοι που δεν την είχαν δει ποτέ [αναφέρεται στην στιγμή όπου τα δυτικά στρατεύματα πρωτοαντίκρυσαν την Πόλη, 24 Ιουνίου 1203]. Γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια τόσο ΠΛΟΥΣΙΑ πόλη, όταν είδαν αυτά τα ψηλά της τείχη και τους ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ πύργους κι αυτά τα ΠΛΟΥΣΙΑ παλάτια με τις ψηλές εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε αν δε το έβλεπε με τα μάτια του, και ακόμα το μήκος της πόλης που κυβερνούσε τις υπόλοιπες. Και μάθετε πως δεν υπήρξε άνθρωπος, άνθρωπος τόσο ασυγκίνητος, που να μην ανατριχιάσει. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου περίεργο, γιατί ποτέ δεν ανέλαβαν άνθρωποι μια τόσο μεγάλη επιχείρηση από τότε που χτίστηκε ο κόσμος>>.
            Είναι  24 Ιουνίου 1203. Οι Σταυροφόροι, αφού πλέουν γύρω από τα θαλάσσια τείχη κινούνται  προς την απέναντι ακτή του Βοσπόρου και αποβιβάζονται στη Χαλκηδόνα. Περιμένουν εκεί, συγκεντρώνοντας τρόφιμα και εφόδια, ενώ σημειώνονται  και οι πρώτες αψιμαχίες με τον ντόπιο πληθυσμό.
           Αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις. Ο αυτοκράτορας Αλεξιος ο Γ΄ υπόσχεται δώρα και χρήματα στους ηγέτες της Σταυροφορίας, αν δεχτούν να φύγουν, ενώ θέτει σε κινητοποίηση το στρατό. Οι επικεφαλής των σταυροφόρων αρνούνται. Αποφασίζουν να προβούν σε μια επίδειξη ισχύος, περιπλέοντας τα τείχη με τα καράβια ετοιμοπόλεμα και τα λάβαρα και τις σημαίες τους να ανεμίζουν Στη πιο σημαντική γαλέρα επιβιβάζονται ο  Βονιφάτιος, ο Δόγης Δάνδολος και ο έκπτωτος Αλέξιος. Σκοπός τους είναι να εντυπωσιάσουν το λαό της Πόλης. Ο κόσμος παρακολουθεί με αγωνία και σύγχυση, όσον αφορά τα πρόσωπα του έκπτωτου αλλά και του νυν αυτοκράτορα, κανείς από τους δύο δεν διαθέτει λαικά ερείσματα λογω της κακής τους διοίκησης.
            Μια ημέρα μετά, οι σταυροφόροι αποβιβάζονται στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, κοντά στον πύργο του Γαλατά, εκεί που κατέληγε η μεγάλη αλυσίδα που ξεκινούσε από τα τείχη της Πόλης και έκλεινε την είσοδο του Κεράτιου. Μετά από ένα επεισόδιο με τη φρουρά του πύργου, οι σταυροφόροι θα κατορθώσουν να καταλάβουν το νευραλγικό αυτό σημείο, να κατεβάσουν την αλυσίδα και να περάσουν τα πλοία τους μέσα στον Κεράτιο, αποκτώντας σημαντικό πλεονέκτημα.Το σχέδιο τους τώρα προβλέπει διμέτωπο αγώνα: οι σταυροφόροι προωθούνται και στήνουν το στρατόπεδό τους απέναντι από το παλάτι των Βλαχερνών, εκεί που ενώνονται τα τείχη της ξηράς με αυτά της Θάλασσας, ενώ οι Βενετοί θα επιχειρούν επιθέσεις κατά των θαλασσίων οχυρώσεων. Μετά από δέκα μέρες, στις 11 Ιουλίου 1203, με επικεφαλής τον Βαλδουίνο της Φλάνδρας επιτίθενται κατά του ανακτόρου των Βλαχερνών, χωρίς να καταφέρουν τίποτε σπουδαίο. Η κατάληψη της Πόλης φαίνεται ότι είναι μια δύσκολη υπόθεση...
            Οι Βενετοί με τα σκάφη τους άρχιζουν να βάλλουν κατά των τειχών, ωστόσο αποφεύγουν να προσεγγίσουν την ακτή. Τότε ο υπέργηρος και με αναπηρία Δόγης Δάνδολος, με μια ριψοκίνδυνη επίθεση, πλησίάζει με τη γαλέρα του την ακτή και στήνει το λάβαρο με το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Ακολουθούν και άλλα πλοία, με αποτέλεσμα να κατορθώσουν με δυσκολία να καταλάβουν έναν πύργο του θαλασσίου τείχους.
           Η είδηση ότι οι εχθροί προσέγγισαν την ακτή θα αναστατώσει την Πόλη. Οι Βενετοί προσπαθούν να μεταφέρουν ενισχύσεις και ανεβαίνουν κα σε άλλους πύργους. Την κρίσιμη στιγμή οι υπερασπιστες της Πόλης βάζουν φωτιά και με τον άνεμο ευνοικό, η φωτιά στρέφεται προς τους Βενετούς, αναγκάζοντάς τους να οπισθοχωρήσουν προς το τείχος. Ταυτοχρονα ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ βγαίνει με ισχυρές δυνάμεις από το τείχος της ξηράς και επιτίθεται στο στρατόπεδο των Σταυροφόρων. Οι Σταυροφόροι αιφνιδιάζονται, ο δογης διακοπτει την επίθεση από τη θάλασσα και σπεύδει στο μέτωπο της ξηράς, όμως την τελευταία στιγμή ο Αλέξιος διστάζει και διατάζει υποχώρηση. Ο χρόνος και οι συσχετισμοί ήταν ευνοϊκοί για τους Βυζαντινούς,όμως η ευκαιρία χάνεται...
             Το ίδιο εκείνο βράδυ ο Αλέξιος μην αντέχοντας το βάρος, τις αντιδράσεις και τις πιέσεις που δέχεται από το εσωτερικο, προβαίνει σε μια απονενοημένη ενέργεια: διαφεύγει στην Θράκη. Η Πόλη μένει ακέφαλη. Οι αξιωματούχοι του παλατιού επαναφέρουν τον Ισαακιο Άγγελο στο θρόνο, στέλνουν αγγελιοφόρους στους σταυροφόρους για να τερματιστούν οι επιθέσεις. Πράγματι οι σταυροφόροι, αν και επιφυλακτικοί στην αρχή διαπιστώνουν την αλλαγή, ζητούν όμως την επικύρωση των όσων είχαν συμφωνηθεί. Ο γέροντας Ισαάκιος, μη μπορώντας να κανει κάτι άλλο δέχεται και την 1η Αυγούστου του1203 σε επισημη τελετή παρουσία των ηγετών της Σταυροφορίας ο γιος του Αλέξιος στέφεται συναυτοκράτορας. Σύντομα όμως θα κληθεί να ικανοποιήσει τα όσα είχε υποσχεθεί στους ξένους…
           Οι σταυροφόροι θα μεταφέρουν το στρατόπεδό τους ευτυχώς έξω από τα τείχη. αλλά θα πηγαινοέρχονται στην Πόλη. Ο πλουτος, τα κτίρια, οι εκκλησιές που θα αντικρίζουν, θα μεγαλώνουν την αρπακτική τους διάθεση, ιδιαίτερα όσο θα καθυστερεί η πληρωμή. Τελικά ο Αλέξιος Δ΄ θα καταφέρει να συγκεντρώσει τα μισά χρήματα (100,000) από τα οποία το μεγαλύτερο μέρος (85.000) πήραν οι Βενετοί και τα λίγα που έμειναν οι Στυροφόροι. Άλλα χρήματα δεν υπάρχουν και ο Αλεξιος με συνεχείς επαφές και διπλωματικές κινήσεις θα καταφέρει να πείσει τους ξένους να περιμένουν παρατείνοντας τη διαμονή τους ως την άνοιξη-άλλωστε κατά τη διάρκεια του χειμώνα δεν θα μπορούσαν να εκστρατεύσουν στην Αίγυπτο, όπως προέβλεπε το αρχικο σχέδιο..
            Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους τα μικροεπεσόδια, η καχυποψία και η ένταση ανάμεσα στα δύο μέρη θα περισσέψει, μέχρι που θα εκδηλωθεί η μεγάλη φωτια… Κάποιοι από τους Σταροφόρους σε μια εκδήλωση θρησκευτικού φανατισμού, βάζουν φωτιά στο μουσουλμανικο τέμενος που υπήρχε στην Πόλη για τους μουσουλμάνους εμπόρους- επισκέπτες. Η φωτιά παίρνει μεγάλες διαστάσεις και αποτελεί το έναυσμα για τα σοβαρά επεισόδια που ξεσπούν στους  δρόμους της Πόλης. Οι σταυροφόροι αναγκάζονται να αποχωρήσουν στο στρατόπεδό τους. Θα τους ακολουθήσουν για λόγους ασφαλείας και οι Λατίνοι που ζούν μόνιμα στη Βασιλεύουσα, έμποροι των ιταλικών πόλεων.
            Τα επεισόδια αυτά έλαβαν χώρα κατά τη διαρκεια απουσίας του αυτοκτατορα σε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του θείου του Αλέξιου Γ΄. Με την επιστροφή του, για να αποπληρώσει το χρέος του, αυξάνει τους φόρους και μεγαλώνει τη δυσαρέσκεια των πολιτών, η πλειοψηφία των οποίων επιθυμεί την εκδίωξη των ξένων.
            Τον Ιαγουάριο του 1204 οι Σταυροφόροι, πιεστικοί όσο ποτέ, στέλνουν αντιπροσωπεία στο παλάτι, ζητώντας επιτακτικά τα οφειλόμενα. O Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος που ήταν μελος της αντιπροσωπείας αναφέρει τι διαμήνυσαν:
           << Oι άρχοντές μας σας έχουν ζητήσει επανειλημμένα να εκπληρώσετε τους όρους της συμφωνίας. Και θα είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένοι αν το πράξετε. Διαγορετικά΄δε θα σας αντιμετωπίζουν πλέον ως ηγεμόνα και φίλο, αλλά θα χρησιμοποιήσουν κάθε δυνατό τρόπο για να λάβουν την υποσχόμενη αμοιβή>>,
            Και ο Βιλεαρδουίνος συνεχίζει: << Οι Έλληνες ξαφνιάστηκαν κι έμεινα άναυδοι στο άκουσμα αυτού του απειλητικού μηνύματος(…)  Οργισμένες φωνές ξεπήδησαν από παντού και κατέκλυσαν τον χώρο>>.
            Ο κόσμος απειλεί και προγκάει τους απεσταλμένους με την ανοχή  του αυτοκράτορα. Η κατάσταση ξεφεύγει, ενώ ήδη γίνονται παρασκηνιακές κινήσεις για αλλαγή στο θρόνο με επικρατέστερους τον  αξιωματικό Θεόδωρο Λάσκαρη και τον Αλέξιο Δούκα, γνωστό ως Μούρτζουφλο... οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες...

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Το παρασκήνιο της Δ΄Σταυροφορίας

                 




               To 1198 στον παπικό θρόνο ανέρχεται ο  Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄.Είναι και φιλόδοξος και ρεαλιστής. Φιλοδoξεί να επιβάλλει τον έλεγχο της παπικής έδρας στους κοσμικούς ηγεμόνες. Ξέρει ότι πρέπει να χρησιμοποιήσει διπλωματία και πολιτική. Επειδή κατά την Γ΄ Σταυροφορία υπήρξε μεγάλη αντιπαλότητα μεταξύ των βασιλιάδων Αγγλίας  και Γαλλίας, αποφασίζει τώρα να απευθυνθεί σε ισχυρούς ευγενείς και όχι σε βασιλιάδες. Ιππότες από όλη τη Δυτική Ευρώπη με επικεφαλής τον κόμη Τιμπώ της Καμπανίας, τον Βαλδουίνο της Φλάνδρας συγκεντρώθηκαν και οργάνωσαν ένα καινούριο στρατηγικό σχέδιο: σκόπευαν να επιτεθούν στου Μουσουλμάνους από την Αίγυπτο. Καθένας από τους ευγενείς ακολουθούνταν από τον προσωπικό του στρατό. Έτσι η Δ Σταυροφορία διέθετε πολύ λιγότερους μη μάχιμους σε σχέση με τις προηγούμενες, επομένως μπορούσε να κινηθεί πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά.
             Η επιλογή της Αιγύπτου οδηγούσε τους σταυροφόρους στην ανάγκη να αναζητήσουν πλοία για τη μεταφορά τους. Η Βενετία συμφώνησε να αναλάβει εξ΄ ολοκλήρου τη μεταφορά. Η τελική συμφωνία επιτεύχθηκε τον Απρίλιο του 1201. Σύμφωνα με τους όρους της, οι σταυροφόροι θα κατέβαλαν στους Βενετούς 85.000 μάρκα για τη μεταφορά 4.500 ιπποτών με τα άλογά τους, 9.000 ακολούθων και 20.000 πεζών. Εκτός από τα μεταγωγικά, οι Βενετοί συμφώνησαν να προσφέρουν και 50 πολεμικές γαλέρες με τον όρο ότι τα μισά από τα εδάφη που κατακτούσαν θα δίνονταν στους Βενετούς. Το έργο της μεταφοράς ενός τόσου μεγάλου στρατού ήταν τεράστιο, όπως ανάλογα δυσθεώρητο ήταν και το αντίτιμο.
            Την πολιτική των Βενετών εξέφραζε ο υπέργηρος αλλά δραστήριος Δογης της Βενετίας Ερρίκος Δάνδολος, που είχε λόγους να μισεί τους Βυζαντινούς, καθώς ήταν υπεύθυνοι για την αναπηρία του ( ο Μανουήλ Κομνηνός είχε διατάξει την τύφλωσή του σε μια φιλονικία τους). Την αρχηγία της εκστρατείας αναλαμβάνει τελικά ο γερμανόφιλος Βονιφάτιος Μομφερατικός, προς μεγάλη απογοήτευση του Πάπα.
           Στην Κωνσταντινούπολη, μέσα σε ένα νμοσηρό κλιμα, είχε ξεσπάσει μια ακόμη διαμάχη για το θρόνο. Ο γηραιός Ισαάκιος Άγγελος ανατράπηκε από τον αδερφό του Αλέξιο Άγγελο και φυλακίστηκε μαζί με το γιο του. Το 1201 ο Αλέξιος, ο γιος του αυτοκράτορα Ισαακίου, κατορθώνει να δραπετεύσει και καταφεύγει στο Γερμανό Φίλιππο της Σουαβίας και ζητά βοήθεια για να καταλάβει τον βυζαντινό θρόνο.Τότε παρουσία και του Βονιφάτιου αρχίζουν να καταστρώνονται τα σχέδια για πιθανή εκτροπή της εκστρατείας προς την Πόλη, χωρίς ακόμα τίποτα να είναι σίγουρο.
           Toν Ιούνιο του 1202 όλες οι δυνάμεις των Σταυροφόρων άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Βενετία. Η συμφωνία για τη μεταφορά προέβλεπε την άμεση καταβολή του τεράστιου ποσού που ήταν να δύσκολο να βρεθεί. Τότε έφτασε στη Βενετία επίσημη αντιπροσωπεία του Γερμανού Φίλιππου, που ζητούσε από τους Σταυροφόρους να κατευθυνθούν στην Πόλη και να παρέμβουν υπέρ του έκπτωτου Αλέξιου Άγγελου. Ζητήθηκε μάλιστα και η έγκριση του Πάπα που όμως αρνήθηκε γιατί ήδη είχε αρχίσει να αναπτύσσει σχέσεις με τον νυν αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄.
          Οι διαπραγματεύσεις και τα σχέδια θα έμεναν στα χαρτιά όσο υπήρχε η αδυναμία να βρεθεί το ποσό.Τελικά κατόρθωσαν να μαζέψουν περίπου τα μισά μάρκα και να δεχτούν την πρόταση του Δάνδολου: να τον βοηθήσουν να καταλάβει τη δαλματική πόλη Ζάρα (σημερινή Ζαντάρ) που είχε αποσπαστεί από τη Βενετία για να προσαρτηθεί στην Ουγγαρία. Αν και ο βασιλιάς της Ουγγαρίας μετείχε στην Σταυροφορία, οι Σταυροφόροι δέχτηκαν την πρόταση του δόγη και κατευθύνθηκαν εναντίον της Ζάρα, μιας πόλης που επρόκειτο να συμμετάσχει στη Σταυροφορία!  Έτσι  η Σταυροφορία που προορίζονταν να στραφεί κατά των μουσουλμάνων "απίστων" άρχισε την πολιορκία μιας χριστιανικής πόλης στην οποία ζούσαν Σταυροφόροι. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Πάπα και τις απειλές για μαζικούς αφορισμούς, οι σταυροφόροι κατέλαβαν τη Ζάρα και την κατέστρεψαν.
           Όταν ο Πάπας πληροφορήθηκε την κατάληψη της Ζάρα και άκουσε τα εναντίον των Σταυροφόρων και των Ενετών παράπονα του Βασιλιά της Ουγγαρίας, προέβη στον αφορισμό τους. Είχε καταλάβει πλέον ότι δεν ελέγχει την εκστρατεία. Αυτός ο αφορισμός δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, αν και τον ανακάλεσε μετέπειτα για τους Σταυροφόρους, άφησε όμως 'τιμωρημένους' τους Βενετούς.
           Κατά τη διάρκεια του χειμώνα έφτασε στη Ζάρα αντιπροσωπεία του Φιλίπου της γερμανικής Σουαβίας για να επαναλάβει εκ νέου το αίτημα για βοήθεια προς τον έπτωτο βυζαντινό αυτοκράτορα και το γιο του. Το ζωηρό ενδιαφέρον του Γερμανού ηγεμόνα δικαιολογούταν από το γάμο του με την κόρη του έκπτωτου αυτοκράτορα. Ο ίδιος ο γιος του που είχε δραπετεύσει, ο Αλέξιος Άγγελος υποσχόταν το μυθικό ποσό των 200.000 μάρκων  για να εξοφλήσουν τους Βενετούς και να καλύψουν τις ανάγκες τους, την σύνδρομή 10.000 στρατιωτών για τη συνέχεια της Σταυροφορίας και βέβαια την ένωση- πιθανότατα και την υποταγή- της ανατολικής με τη δυτική εκκλησία. Οι προτάσεις ήταν άκρως δελεαστικές για τους περισσότερους συμμετέχοντες και πρώτα και κύρια για τον Βονιφάτιο Μομφερατικό που ήταν όργανο των Γερμανών αλλά και για τον ραδιούργο Δόγη της Βενετίας που θα εξασφάλιζε με τον ένα ή το άλλον τρόπο (η συνέχεια θα το αποδείξει) την χρηματοδότηση της εκστρατείας και θα έδινε νέες προοπτικές στην κυριαρχία των Βενετών σε όλη την Ανατολκή Μεσόγειο, καταφέροντας ένα αποφασιστικο χτύπημα στις άλλες ιταλικές πόλεις.
           Στις τάξεις των Σταυροφόρων αρκετοί ήταν αυτοί που διαφωνούσαν με τους οικονομικούς όρους της εκστρατείας (συμφωνία με τους Βενετούς) και με την πορεία (κατεύθυνση στην Αίγυπτο). Ακόμα περισσότεροι διαφώνησαν ανοικτά με την απόφαση να κατευθυνθούν στη Πολη, βλέποντας πόσο πολύ είχαν παρεκκλίνει από τους αρχικούς τους στόχους. Για αυτούς τους λογούς είτε αποχώρησαν είτε αποφάσισαν να κινηθούν με δικά τους μέσα προς του Αγίους Τόπους. Οι υπόλοιποι τους κατηγορούσαν σαν εχθρούς της χριστιανοσύνης, με το υποκριτικό επιχείρημα ότι δεν θέλουν την ένωση τωνΕκκλησιών. Σίγουρο είναι ότι την ώρα της αναχώρησης για την Κωνσταντινούπολη η σταυροφορία είχε ως ένα βαθμό αποδυναμωθεί.
         Το θέμα της ερμηνείας και της αναζήτησης ευθυνών για την παρέκκλιση της πορείας των Σταυροφόρων, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και έχει απασχολήσει πολλούς ιστορικούς. Στην εξέλιξη αυτή  ενήργησαν πολλές δυνάμεις και πρώτα και κύρια της Βενετίας και του Γερμανού Βασιλιά σε σχέση και με τα κίνητρα του Πάπα. Την αφορμή και <<δικαιολογία>> έδωσαν οι δυναστικές έριδες και οι προδοτικές συμπεριφορές ανίκανων βυζαντινών ηγεμόνων.
          Ό ίδιος ο  επιπόλαιος και απερίσκεπτος Αλέξιος Άγγελος με τις τοσο επικίνδυνες και ανεκπλήρωτες -όπως θα αποδειχτεί- προτάσεις του, έφτασε στη Ζάρα τον Απρίλιο του 1203 για να συνοδεύσει την εκστρατεία. Τα πλοία απέπλευσαν με πρώτο προορισμό το Δυρράχιο, με τους εναπομείναντες σταυροφόρους να έχουν αποπροσανατολιστεί και ξεφύγει από τον αρχικό τους στόχο και να κυριαρχούν τώρα πια οι φιλοδοξίες και οι αρπακτικές διαθέσεις για γρήγορο πλουτισμό, κατακτήσεις νέων εδαφών, δημιουργία βασιλείων κά.
          Μετά την εύκολη κατάληψη του Δυρραχίου πέρασαν από την Κέρκυρα (24 Μάιου 1203) και περιπλέοντας  την Πελοπόννησο, σταμάτησαν στην Χαλκίδα. Τελικά, κατά τα τέλη του Ιουνίου του 1203, ο στόλος των Σταυροφόρων έφτασε στην Κωνσταντινούπολη όπου οι Σταυροφόροι θαύμασαν και εντυπωσιάστηκαν με αυτά που είδαν…