Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Η πολιορκία του Χάνδακα από τους Τούρκους --1669--

 
 
 
 
 
 
              Μετά την οθωμανική κατάληψη της Κύπρου, το 1571, η Κρήτη και τα νησιά του Ιονίου ήταν τα μοναδικά χριστιανικά εδάφη στην ανατολική Μεσόγειο.  Παρά τις προσπάθειες των Βενετών να ενισχύσουν την άμυνα του νησιού ώστε ν` αντέξει σε πιθανή τουρκική επίθεση, το μέλλον είναι πλέον προδιαγεγραμμένο. Οι Τούρκοι καταβάλλουν έντονες προσπάθειες να κυριαρχήσουν στην πολύτιμη για τον έλεγχο της Μεσογείου, Κρήτη.
              Η αφορμή για να εισβάλει η  οθωμανική Τουρκία στην Κρήτη, ήταν ένα περιστατικό που θεωρήθηκε ως πρόφαση για την τουρκική πλευρά, που αναζητούσε κάποιο τρόπο να πατήσει το πόδι της στο Βασίλειο της Κάνδιας, όπως  ονομαζόταν από τους Ενετούς η Κρήτη. Το 1644 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Μάλτας συνάντησαν και κατέλαβαν κοντά στην Κρήτη ένα τουρκικό πλοίο το οποίο μετέφερε προσκυνητές στη Μέκκα. Στην υπόθεση αυτής της πειρατείας ενέπλεξαν άμεσα την Κρήτη, βρίσκοντας τον τρόπο να επιτεθούν.
             Το 1645 αρχίζει η εκστρατεία κατάληψης της Κρήτης από τους Τούρκους. Ο ισχυρός τουρκικός στόλος αποτελούνταν από 100 πολεμικά, 300 μεταγωγικά και 50.ΟΟΟ στρατιώτες, από τους οποίους 7.000 ήταν γενίτσαροι. Πρώτα επιτίθενται στα Χανιά και μετά από μια δίμηνη σκληρή πολιορκία, η πόλη παραδίνεται  στις 22 Αυγούστου 1645. Ως το 1648, καταλαμβάνεται ολόκληρη η Κρήτη εκτός από τα φρούρια της Σούδας της Σπιναλόγκας και της Γραμβούσας και το ισχυρό και καλά οχυρωμένο Μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο). Η πόλη αποκλείεται τελείως από την ξηρά, εφοδιάζεται όμως συνεχώς από τα πλοία που στέλνουν οι Βενετοί.  
           Μέχρι το 1666 οι Τούρκοι αδυνατούσαν να καταλάβουν τον Χάνδακα, παρά τις μεγάλες δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν και τα σύγχρονα, για την εποχή, μέσα τους. Τα Τείχη της πόλης άντεχαν και σταδιακά στον πόλεμο έμπαιναν και δυνάμεις από τα άλλα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, στο πλευρό των πολιορκούμενων.   Χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιορκίας ήταν ο «υπόγειος πόλεμος», ο πόλεμος των υπονόμων. Τόσο οι υπερασπιστές του Χάνδακα όσο και οι Τούρκοι έσκαβαν κάτω από το έδαφος λαγούμια, τα οποία έφθαναν μέχρι την πλευρά που βρισκόταν ο αντίπαλος, και τα πυροδοτούσαν, προκαλώντας θύματα και ζημιές. Συχνά οι αντίπαλοι συναντιόντουσαν, καθώς έσκαβαν, και οι μάχες πλέον γίνονταν κάτω από το έδαφος.
              Απογοητευμένος ο σουλτάνος αντικαθιστά τον αρχιστράτηγό του με τον βεζίρη Αχμέτ Φαζίλ Κιοπτουλή, ενώ στο Χάνδακα τη διοίκηση της πόλης αναλαμβάνει ο Φραγκίσκος Μοροζίνι. Η πολυετής πολιορκία είχε εξαντλησει τους πολιορκημένους. Ωστόσο θα συμβούν δυο καθοριστικά γεγονότα που θα καθορίσουν την τύχη της πολιορκίας: η προδοτική συμπεριφορά του  Ενετού μηχανικού Ανδρέα Μπαρότση, ο οποίος στα τέλη του 1667 έφυγε κρυφά από τον Χάνδακα και παρουσιάστηκε στον Κιοπρουλή, παραδίδοντάς του τα σχέδια των Τειχών και του φρουρίου της πόλης και υποδεικνύοντας τα ευάλωτα σημεία του τείχους. Δεύτερο αρνητικό γεγονός ήταν η εγκατάλειψη του Χάνδακα από τους Γάλλους, κυρίως, στην κρίσιμη περίοδο του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1669.
              Έχοντας μείνει με ελάχιστους μόνο υπερασπιστές, χωρίς εφόδια σε μια πόλη ερειπίων, ο Μοροζίνι αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Κιοπρουλή τη συνθηκολόγηση. Στις 16 Σεπτεμβρίου συμφωνήθηκε ότι στον πληθυσμό της πόλης θα δινόταν περιθώριο 12 ημερών για να διαφύγει με όλη την κινητή του περιουσία. Η πλειοψηφία των κατοίκων που διέφυγε ήταν Βενετοί, κυρίως στα νησιά του Ιονίου και στη Βενετία.  Στην κυριαρχία των Ενετών θα παρέμεναν τα φρούρια της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας, που θα καταλειφθούν  από τους Τούρκους πολλά χρόνια αργότερα.
           Ο πόλεμος, που διήρκεσε σχεδόν 25 χρόνια, και η 22χρονη πολιορκία του Χάνδακα είχαν πάρει ένα δραματικό τέλος. Οι Τούρκοι ιστορικοί έχουν αναφέρει ότι κατά την πολιορκία της πόλης σκοτώθηκαν περισσότεροι από 137.000 στρατιώτες και αξιωματούχοι της Υψηλής Πύλης.
              Μια νέα μαρτυρική ιστορική περίοδος αρχίζει για το νησί: η τουρκοκρατία με καταστροφές και λεηλασίες, καταπίεση και βαριά φορολογία. Το εμποριο και η οικονομική δραστηριότητα παρήκμασε, οι ντόπιοι έχασαν τη γη τους και έγιναν δουλοπάροικοι, ενώ η πλειοψηφία των χριστιανών  κατέφυγαν στα ορεινά, που οι συνθήκες ζωής μπορεί να ήταν δύσκολες, αλλά δεν υπήρχε η τουρκική καταπίεση και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία.

1 σχόλιο: