Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Κωνσταντινούπολη, η Βασιλεύουσα, του Στήβεν Ράνσιμαν

 
 
 
                                              Κωνσταντινούπολη, η Βασιλεύουσα
                                      του Στήβεν Ράνσιμαν, κορυφαίου Βυζαντινολόγου

              Τον 5ο ήδη αιώνα ό πληθυσμός τής Κωνσταντινούπολης, χωρίς τα προάστιά της, πρέπει να ήταν περίπου ένα εκατομμύριο και ό αριθμός αυτός διατηρήθηκε κατά προσέγγιση ως τη λατινική κατάκτηση. Μετά τη λατινική κατάκτηση όμως άρχισε να λιγοστεύει με γρήγορο ρυθμό, ώσπου το 1453 αυτοί πού έμεναν δεν ήταν ούτε εκατό χιλιάδες. Η έκταση τής Πόλης ήταν πολύ πιο μεγάλη και από όσο θα δικαιολογούσε ένας τέτοιος αριθμός. Η βάση τού Τριγώνου, όπου ήταν χτισμένη, είχε περίπου εφτάμιση χιλιόμετρα μήκος και εκεί, σε διπλή γραμμή, από τον Μαρμαρά ως τον Κεράτιο κόλπο, εκτείνονταν τα χερσαία τείχη, πού είχε χτίσει ό Θεοδόσιος Β’, με τις έντεκα πύλες τους, εκ περιτροπής μιά στρατιωτική και μιά πολιτική. Από τις δύο άκρες τους άρχιζαν τα θαλάσσια τείχη, πού το καθένα είχε δέκα περίπου χιλιόμετρα μήκος, για να συναντηθούν στην αμβλεία κορυφή τού τριγώνου στο Βόσπορο. Μέσα στα τείχη υπήρχαν διάφορες πολυάνθρωπες πόλεις και χωριά, πού τα χώριζαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και κήποι. Όπως ή παλιά Ρώμη έτσι και ή Κωνσταντινούπολη μπορούσε να υπερηφανεύεται για τούς εφτά της λόφους. Οι λόφοι αυτοί ορθώνονταν απότομοι πάνω από το Βόσπορο και τον Κεράτιο κόλπο, προς τη θάλασσα όμως τού Μαρμαρά οι πλαγιές ήταν πιο μαλακές και οι χώροι ανάμεσά τους πιο μεγάλοι.
           Ο ταξιδιώτης που ερχόταν από τη θάλασσα, από το νότο ή από τη δύση, καθώς πλησίαζε την Πόλη, έβλεπε στο δεξί του χέρι τούς θόλους και τις σκεπασμένες με κεραμίδια στοές τού Μεγάλου Παλατίου, την Αγία Σοφία να υψώνεται από πίσω και κήπους να απλώνονται ως κάτω στο Βόσπορο. Ύστερα έβλεπε τον πελώριο κυρτό τοίχο, πού ακόμα και σήμερα υποστηρίζει το νότιο άκρο τού ιπποδρόμου, να υψώνεται πάνω από το κομψό λιμάνι τού παλατιού, την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, και πιο χαμηλά μιά συνοικία με παλάτια μικρότερα. Στα αριστερά το θαλάσσιο τείχος, με τούς αραιούς πύργους του, ήταν κατά διαστήματα κομμένο, και στα σημεία αυτά υπήρχαν μικρά τεχνητά λιμάνια για τα πλοία πού δεν ήθελαν να κάμουν το γύρο ως τον Κεράτιο κόλπο. Γύρω από τα λιμάνια αυτά ήταν ένα πλήθος σπίτια πυκνοχτισμένα. Από πίσω, κυρίως στην κοιλάδα τού μικρού ποταμού Λύκου, υπήρχαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, ακόμα και χωράφια με σιτάρι, στην κορυφή όμως τού λόφου δέσποζε ή εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και άλλα μεγάλα κτίρια. Λίγο αριστερότερα το τοπίο γινόταν πιο ομαλό. Στην όχθη βρισκόταν ή πολυάνθρωπη συνοικία τού Στουδίου με το ξακουστό μοναστήρι της. Από πίσω έβλεπε κανείς το απάνω μέρος των χερσαίων τειχών καθώς κατέβαιναν προς τη θάλασσα. Και έξω όμως από τα τείχη τα σπίτια των προαστίων ήταν πυκνά σε μιά απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων κατά μήκος της ακτής.
             Από την πλευρά τού Κερατίου κόλπου ή όψη της Πόλης ήταν τελείως διαφορετική. Εκεί, μπρος από τα τείχη, έβλεπε κανείς μιά ακτή πού, με την πάροδο των αιώνων, συνεχώς μεγάλωνε, γεμάτη προβλήτες, αποθήκες και αποβάθρες, όπου ήταν αγκυροβολημένα τα εμπορικά πλοία, και λίγο πιο πέρα έβλεπε κανείς και σπίτια χτισμένα μέσα στο νερό απάνω σε πασσάλους. Από πίσω ένα πλήθος πύλες έβγαζαν στις εμπορικές συνοικίες. Εκεί δεν έβλεπε κανείς πολλή πρασινάδα. Οι πιο απότομες πλαγιές, πού ανέβαιναν στην κεντρική κορυφή, ήταν γεμάτες σπίτια, εκτός από τη συνοικία τού φρουρίου στην ανατολική άκρη και την ακόμα μεγαλύτερη περιοχή των Βλαχερνών, στο ακρότατο δυτικό σημείο, όπου ένα αυτοκρατορικό παλάτι και μιά πολύ ιερή εκκλησία έδιναν σε όλη τη συνοικία έναν τόνο αρχοντιάς. Στον ενδιάμεσο χώρο βρισκόταν το κέντρο της εμπορικής δραστηριότητας τής Πόλης, τα γραφεία των πλοιοκτητών και των εξαγωγέων και τα καταστήματα των ξένων εμπόρων. Σ’ αυτό το μέρος επιτρέψανε στους Ιταλούς εμπόρους να εγκατασταθούν για πρώτη φορά .
                Ή συνοικία με τα κομψά μαγαζιά βρισκόταν στο εσωτερικό. Ξεκινώντας από την είσοδο τού παλατιού και τού Ιπποδρόμου ή οδός πού λεγόταν Μέση, ό κυριότερος δρόμος, προχωρούσε κατά μήκος τού κεντρικού λόφου σε μιά απόσταση τριών χιλιομέτρων προς τα αριστερά. Ήταν δρόμος πλατύς με στοές και από τις δύο πλευρές, και περνούσε μέσα από δύο φ ό ρ ο υ ς ή αγορές (forum) — μεγάλες εκτάσεις στολισμένες με αγάλματα — το φ ό ρ ο τού Κωνσταντίνου κοντά στο παλάτι και τον ακόμα μεγαλύτερο τού Θεοδοσίου. Τελικά χωριζόταν σε δύο μεγάλους δρόμους, πού ό ένας, περνώντας από το φ ό ρ ο τού Βοός και τού Αρκαδίου, πήγαινε στη συνοικία τού Στουδίου, στη Χρυσή Πύλη και στην πύλη των Πηγών, ενώ ό άλλος περνούσε μπρος από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και έφτανε στις Βλαχέρνες και στη Χαρισία πύλη ή πύλη τού Πολυανδρίου. Στις στοές τής Μέσης ήταν τα πιο σπουδαία μαγαζιά, κατά ομάδες, ανάλογα με τα εμπορεύματα πού πουλούσαν — Τα χρυσοχοεΐα και δίπλα τους τα αργυροχοεϊα, τα καταστήματα των υφασμάτων, τα επιπλοποιεϊα κ.ο.κ. Τα πολυτελέστερα ήταν κοντά στο παλάτι, στα λουτρά τού Ζευξίππου. Εκεί ήταν τα καταστήματα των μεταξωτών, στη μεγάλη αγορά πού την έλεγαν Λαμπτήρα ή Λαμπτήρων Οίκο γιατί τα παράθυρά της ήταν φωτισμένα τη νύχτα .
           Ιδιαίτερη αριστοκρατική συνοικία δεν υπήρχε. Παλάτια, καλύβες και σπιτάκια ήταν όλα στριμωγμένα κοντά - κοντά. Οι πλούσιοι έχτιζαν τα σπίτια τους κατά τον παλιό ρωμαϊκό τρόπο: διώροφα, με πρόσοψη γυμνή, και με μιά εσωτερική αυλή πού πότε - πότε ήταν σκεπασμένη και πού συνήθως την στόλιζαν με καμιά δεξαμενή, αλλά και με ό,τι άλλο εξωτικό στολίδι τούς περνούσε από τη φαντασία τους. Τα φτωχότερα σπίτια είχαν μπαλκόνια ή παράθυρα, πού εξείχαν πάνω από το δρόμο, και από κει οι πιο αργόσχολες νοικοκυρές παρακολουθούσαν την καθημερινή ζωή των γειτόνων τους . Οι δρόμοι αυτοί με τις κατοικίες είχαν χτιστεί κυρίως από ιδιώτες και εργολάβους, ένας νόμος όμως τού Ζήνωνος προσπάθησε να βάλει κάποια τάξη. Οι δρόμοι έπρεπε να έχουν 3,60 μέτρα πλάτος, τα μπαλκόνια έπρεπε να απέχουν τουλάχιστον 3 μέτρα από τον απέναντι τοίχο και να βρίσκονται σε 4,50 μέτρα ύψος από το έδαφος. Οι εξωτερικές σκάλες απαγορεύονταν και εκεί πού οι δρόμοι ήταν κιόλας χτισμένοι και ήταν στενότεροι από 3,60 μέτρα, δεν επιτρέπανε μεγάλα παράθυρα για θέα, μονάχα δικτυωτά για αερισμό. Αυτός ό νόμος έμεινε ως το τέλος ό καταστατικός χάρτης τής βυζαντινής πολεοδομίας. Υπήρχαν αυστηροί κανονισμοί για τούς υπονόμους, πού όλοι έβγαζαν στη θάλασσα. Κανένας, εκτός από πρόσωπα αυτοκρατορικά, δεν μπορούσε να ταφεί μέσα στην Πόλη. Σε κάθε ενορία υπήρχαν υγειονομικοί υπάλληλοι πού ή δουλειά τους ήταν να φροντίζουν με κάθε λεπτομέρεια για τη δημοσία υγεία.
            Σε αντίθεση με τούς δρόμους πού ήταν στενοί, υπήρχαν μεγάλα δημόσια πάρκα πού τα συντηρούσε με έξοδά του ό δήμος. Το Μέγα Παλάτιον και ό περίβολός του έπιαναν ολόκληρη την νοτιοανατολική γωνία τής Πόλης και τα διάφορα κτίριά του ήταν απλωμένα σε μιά έκταση σχεδόν ενάμιση χιλιομέτρου. Δίπλα ήταν το παλάτι τού πατριάρχη με τα παραρτήματά του και σε όλη την Πόλη υπήρχαν και πολλά άλλα αυτοκρατορικά παλάτια. Σε κάθε σχεδόν γωνία έβλεπε κανείς εκκλησίες. Υπήρχαν οι μεγάλες εκκλησίες τής Αγίας Σοφίας, των Αγίων Αποστόλων και ή Νέα του Βασιλείου Α’ και πλήθος άλλες μικρότερες. Σε πολλές άπ’ αυτές ήταν προσαρτημένα μοναστήρια, μέσα σε πελώριους σκυθρωπούς περιβόλους, καθώς και νοσοκομεία, ορφανοτροφεία και πανδοχεία. Υπήρχαν τα κτίρια τού πανεπιστημίου, βιβλιοθήκες, υδραγωγεία, δεξαμενές, δημόσια λουτρά, και πάνω από όλα ό μεγάλος ιππόδρομος. Ένα άγαλμα τής Αφροδίτης έδειχνε το μοναδικό οίκο ανοχής τής Πόλης, στη συνοικία πού λεγόταν Ζεύγμα, στον Κεράτιο κόλπο. Οι κυριότεροι δρόμοι, και προπαντός οι φ ό ρ ο ι, ήταν αληθινά μουσεία, όπου ήταν τοποθετημένα τα ωραιότερα έργα της αρχαίας γλυπτικής. Στους πρώτους αιώνες υπήρχε ένα πραγματικό μουσείο, το σπίτι του Lausus, κάηκε όμως μαζί με όλους τούς θησαυρούς του το 476. Τα αγάλματα ωστόσο των δρόμων επιζήσανε ώσπου τα κατάστρεψαν ή τα έκλεψαν οι Λατίνοι σταυροφόροι.
              Γύρω από την Πόλη ήταν τα προάστια, πού άλλα, όπως ή Χαλκηδών και αργότερα ό ιταλικός Γαλατάς, ήταν πολυάσχολες εμπορικές πόλεις, και άλλα, όπως το Ιερόν, όπου ή Θεοδώρα είχε το αγαπημένο της παλάτι, και τα χωριά τού Βοσπόρου, ήταν κυρίως έξοχές όπου πήγαιναν το καλοκαίρι οι πλούσιοι. Στις Πηγές, έξω ακριβώς από τα τείχη, υπήρχε μιά ονομαστή εκκλησία τής Παναγίας. Στο Έβδομον, σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων από το μίλιον, τον χιλιομετρικό δείχτη τής πύλης τού Μεγάλου Παλατίου, υπήρχε ένας περίφημος χώρος παρελάσεων, όπου διαδραματίστηκαν πολλά σημαντικά επεισόδια τής βυζαντινής ιστορίας.
             Για την εξωτερική όψη της Πόλης, την εποχή τής ακμής της, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Οι φανταστικοί θόλοι και τα αετώματα και οι χρωματιστές αψίδες, πού αποτελούν το φόντο στις μικρογραφίες των ιστορημένων χειρογράφων, μας δίνουν μιά εικόνα πιο λαμπρή άπ’ την πραγματική, γιατί οι βυζαντινοί αρχιτέκτονες τις ωραιότερες δημιουργίες τους τις φύλαγαν για τα εσωτερικά. Ακόμα όμως και επί Παλαιολόγων, όταν τεράστιες εκτάσεις τής Πόλης κείτονταν σε ερείπια και το ίδιο το Μέγα Παλάτιον δεν ήταν πια κατοικήσιμο, εξακολουθούσε και τότε να κάνει εντύπωση στους ταξιδιώτες ή μεγαλοπρέπεια της Κωνσταντινούπολης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου