Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Bυζαντινά καστροχώρια - Όλυμπος, Κάρπαθος


 
 
 
 
             Kάρπαθος --  O Χριστιανισμός φαίνεται πως εισήχθηκε νωρίς στο νησί και η Kαρπαθιακή Εκκλησία βρισκόταν σε μεγάλη ακμή και το νησί σε οικονομική και πολιτιστική άνθηση. Tα πλούσια κατάλοιπα σχετικών μνημείων (βασιλικές κ.ά.) είναι μάρτυρες αυτής της εποχής και εντυπωσιάζουν.
 Η ακμή των αιώνων αυτών που κράτησε μέχρι τον 7ο αι. μ.X., διακόπτεται από τις επιθέσεις και καταστροφές που υπέστησαν τα νησιά  από επιδρομές των Περσών (620 μ.X.), Σαρακηνών, Αράβων (624 μ.X.).
             Oι αιώνες που ακολουθούν είναι δύσκολοι και σημαδεύουν αμείλικτα τη ζωή στο νησί. Όμως μέσα στους κινδύνους και τις αναστατώσεις συνεχίσθηκε αδιάκοπα  ο κοινωνικός βίος. Η σωτηρία οφειλόταν στην τοπική διαμόρφωση (απόκρημνα βουνά, σπήλαια, απρόσιτα κρησφύγετα) που επέτρεπε στους κατοίκους να διαφεύγουν από τους κινδύνους και να επιβιώνουν.
             H απελευθέρωση της Kρήτης από το Nικηφόρο Φωκά το 961 θα αποκαταστήσει την ηρεμία στο Aιγαίο, η Κάρπαθος μαζί με την Κάσο θα ενταχτούν στο <<Θέμα>> της Κρήτης. Σύμφωνα μάλιστα με το βυζαντινό ιστορικό του 11ου αιώνα Mιχαήλ Aτταλειάτη, καρπαθικά πλοία υπέδειξαν στο Nικηφόρο Φωκά το δρόμο προς την Kρήτη, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του για την ανακατάληψη της μεγαλονήσου. Στα χρόνια της Λατινοκρατίας το νησί θα περάσει διαδοχικά στα χέρια των Βενετών, Γενουατών αλλά και των Ιωαννιτών ιπποτών της Ρόδου.
     
                 
                                                     Ο οικισμός της Ολύμπου
              Tα περισσότερα χωριά, εξαιτίας των πειρατικών επιδρομών που ταλάνισαν επί αιώνες το νησί, αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό, μακριά από τη θάλασσα. Ξεχωριστή γεωγραφική αλλά και πολιτισμική ενότητα αποτελεί η βόρεια Kάρπαθος, με μοναδική κοινότητα την Όλυμπο και το επίνειό της Διαφάνι.
            Τον 7ο αιώνα μ.Χ. λόγω των πειρατικών επιδρομών, κυρίως Σαρακηνών πειρατών, οι κάτοικοι των αρχαίων πόλεων εγκατέλειψαν τις αρχικές τους εστίες και αναζήτησαν καταφύγιο σε ορεινότερα και πιο δυσπρόσιτα σημεία του νησιού με αποτέλεσμα να ιδρύσουν τον σημερινό οικισμό. Ο οικισμός χτίστηκε ακολουθώντας την αρχιτεκτονική των μεσαιωνικών νησιωτικών οικισμών και την εικόνα αυτή διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. Την ονομασία Όλυμπος την οφείλει στο παλαιότερο όνομα του βουνού στο οποίο χτίστηκε, το οποίο σήμερα ονομάζεται προφήτης Ηλίας.
           Η περιοχή της Ολύμπου είναι ορεινή. Ορεινοί όγκοι με τις διακλαδώσεις τους καταλαμβάνουν όλη την έκταση, Το χωριό είναι χτισμένο στις βορινές υπώρειες του βουνού Προφήτης Ηλίας. Φαίνεται ότι το βουνό λεγόταν Όλυμπος στα προχριστιανικά χρόνια, λόγω της αγέρωχης μεγαλοπρέπειας που είχε, κι αποκεί πήρε το όνομα το χωριό. Ο οικισμός, σε υψόμετρο γύρω στα 250 μέτρα, απλώνεται από τη μια και την άλλη μεριά της κορυφογραμμής.
            Στην κορυφογραμμή υψώνεται η σειρά από τους πεταλόσχημους (σε κάτοψη) παραδοσιακούς ανεμόμυλους, που μοιάζουν σαν πύργοι μεσαιωνικών οχυρώσεων. Από τη δυτική πλευρά απότομες πλαγιές κατηφορίζουν μέχρι την βραχώδη ακτή και το συνήθως τρικυμισμένο πέλαγος. Προς τ’ ανατολικά βρίσκεται μια γραφική κοιλάδα που παλαιότερα, στα χρόνια της γεωργικής ακμής, ήταν ωραιότερη με τα νερά και την πλούσια βλάστηση. Μια χαράδρα υπάρχει προς τα βορινά και στην απέναντι μεριά ένας επιβλητικός ορεινός όγκος, το Κορύφι.
           Τα παραδοσιακά σπίτια της Ολύμπου είναι ισόγεια μονόσπιτα με ένα βοηθητικό χώρο, που χρησιμοποιείται ως μαγειρείο. Χωρίζονται σε δυο μέρη: στο κυρίως δάπεδο, τον «πάτο», και στο σουφά με το πανωσούφι, όπου κοιμόταν η οικογένεια. Σε πολλά παλιά σπίτια υπάρχει ο στύλος, που στηρίζει τη μεσαία δοκό της οροφής. Ο στύλος είναι στολισμένος με περίτεχνο κέντημα, την στυλιομαντήλα. Τα σπίτια είναι καταστόλιστα με ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις (όπως τα στολίδια του σουφά, το καμαροσάνιο, το εικονοστάσι), με διακοσμητικά πιάτα στα ράφια, που έφερναν από τα μακρινά τους ταξίδια στα παλαιότερα χρόνια οι ξενιτεμένοι, με υφαντά, πλεκτά και κεντήματα.Εδώ η γυναικεία χειροτεχνία κι η φανταχτερή νοικοκυροσύνη της Ολυμπίτισσας δημιούργησε αυτό τον εντυπωσιακό εσωτερικό διάκοσμο.
             Εντυπωσιακή είναι η κεντρική εκκλησία του χωριού, η Κοίμηση της Θεοτόκου, βυζαντινού ρυθμού, με ενδιαφέρουσες αγιογραφίες της εποχής της Τουρκοκρατίας σ’ όλο το εσωτερικό της κι ένα ξυλόγλυπτο τέμπλο εξαιρετικής τέχνης. Στο προαύλιό της, το «Πλατύ», γίνονται οι τρεις πάνδημοι χοροί των Ολυμπιτών, της Καθαροδευτέρας, της Τρίτης του Πάσχα και του Δεκαπενταύγουστου. Εκτός από τον κεντρικό ναό ολόκληρος ο οικισμός καθώς κι ολόκληρη η ευρύτερη περιοχή είναι κατάσπαρτη από γραφικά ναϋδρια. .
           Το ηλιοβασίλεμα από την Όλυμπο έχει μια μοναδική ομορφιά. Εξαιρετικό είναι το θέαμα και πρωτόγνωρη η αίσθηση που προσφέρουν και οι συννεφιασμένες μέρες, όταν αντικρίζοντας προς τις δυτικές ακτές, βλέπεις τα σύννεφα ν’ ανεβαίνουν προς το μέρος σου.
          Στον απομακρυσμένο Βορρά του νησιού της Καρπάθου, στην Όλυμπο, με διαρκή μουσική υπόκρουση τους ανεμόμυλους που δεν σταματούν να γυρίζουν, ζουν 350 άνθρωποι που φτάνουν τους 600 το καλοκαίρι. Η επίσκεψη  στον οικισμό της Ολύμπου με τα στενά δρομάκια, τα λιτά κτίσματα, την πέτρα που κυριαρχεί παντού, τη σοφή τάξη με την οποία συγκατοικούσαν οι κάτοικοι, είναι για τον επισκέπτη μια εμπειρία ζωής....
 
 



Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Η Βυζαντινή γυναίκα και ο έρωτας

 
 
 

 

Ζεύγος εραστών σε κήπο. Εφυαλωμένο πιάτο (αρχές 13ου αι.) από την

Κόρινθο. Κόρινθος, Αρχαιολογικό Μουσείο.
 
 
                          Κοντά σου τη φωτιά του πάθους πώς θ' αντέξω;
                         Μόνο ένα φάρμακο για αυτή τη δίψα ξέρω.
                      Τον έρωτα, έρωτας πιο φλογερός τον σβήνει.
                                                       
                                                     Ιωάννης Γεωμέτρης, βυζαντινός ποιητής
 
 
            Στο Βυζάντιο, που οι κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές του δομές ήταν απόρροια του
 Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού,υπήρξε έντονη σύγκρουση ανάμεσα στον ερωτισμό και τη χριστιανική ηθική. Ιδιαίτερα στην πρώιμη περίοδο (4ος-7ος αι.), οι αυστηροί κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας συγκρούστηκαν με τον ειδωλολατρικό αισθησιασμό και την απόλαυση της ζωής που εξακολουθούσε να επιζεί ως κληρονομιά της αρχαιότητας.
           Ο έρωτας όμως, ως θεμελιώδης έκφραση της ανθρώπινης ύπαρξης είναι παντού παρόντας, η βυζαντινή κοινωνία αποτελεί μια κοινωνία ανθρώπων που, παρά τη μεγάλη σημασία που αποδίδει στο θείο, δεν παύει να  ερωτοτροπεί και να ερωτεύεται σε όλες τις μορφές και εκφράσεις, από τη χυδαία μορφή του αγοραίου έρωτα, τα ερωτικά κελεύσματα και μηνύματα κάτω από δυσκολίες και περιορισμούς, τις ερωτικές περιπέτειες στα λουτρά, μέχρι τον  υψηλό και ιδανικό έρωτα, όπως περιγράφεται στα ερωτικά μυθιστορήματα και ποιήματα.

            Ποια όμως ήταν η σχέση της βυζαντινής γυναίκας με τον έρωτα; Aπό το βιβλίο του πρύτανη της βυζαντινολογίας Φαίδωνα Κουκουλέ, διαβάζουμε:
            Η οικογένεια, οι γονείς, πειθαρχώντας στις επιταγές της Εκκλησίας, φρόντιζαν να κρατούν τις κόρες τους μακριά από τα βλέμματα των ανδρών, κρατώντας τες περιορισμένες στα σπίτια τους. Παρόλα αυτά όμως, δεν ήταν πάντα δυνατόν να νικήσουν την ανθρώπινη φύση ούτε να αποτρέψουν την εμφάνιση των ερωτικών αισθημάτων. Ο φτερωτός θεός, ακόμα και μέσα από τις κλειδαμπαρωμένες πόρτες και τα σφαλιστά παραθυρόφυλλα, πετύχαινε να ρίξει τα βέλη του. Και έτσι οι κόρες των βυζαντινών ερωτεύονταν και σαγηνεύονταν από την ομορφιά των νέων, τους οποίους έβλεπαν στις λίγες κοινωνικές εξόδους τους ή άκουγαν τα ερωτικά τους τραγούδια κάτω από τα παραθύρια τους.
               ...η ομορφιά και η μελωδία λαβώνει την καρδίαν  << Διήγησις του Διγενή>>

            Οι νέοι της εποχής χρησιμοποιούσαν διάφορα μέσα για να προσελκύσουν τον έρωτα ενός κοριτσιού: παραφυλούσαν μέχρι να τη δουν να βγαίνει από το σπίτι, κολακεύοντας την ομορφιά της και ζηλεύοντας το μέλλοντα σύζυγό της. Πολλές φορές, ήταν μαζί με φίλους και με συνοδεία μουσικών οργάνων τραγουδούσαν ερωτικά τραγούδια, σαν αυτά που παίζονταν στη σκηνή από τους ηθοποιούς και που η Εκκλησία τα χαρακτήριζε πορνικά. Ελάχιστα από αυτά τα τραγούδια δυστυχώς έχουν σωθεί.
            Τα τραγούδια αυτά αναστάτωναν τα κορίτσια που παρατούσαν τις δουλειές τους και στέκονταν ν΄ ακούσουν κρυφά από τις μητέρες τους που, αν τις αντιλαμβάνονταν, τις επέπλητταν ή και τις χτυπούσαν.
           Για να εμφανιστεί η νέα στο παραθύρι ή να βγει στην αυλή, πολλές φορές ο εραστής αναγκαζόταν να καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες, δωροδοκώντας μέχρι και την υπηρέτρια ή το θυρωρό ή και την τροφό της νέας.
            Η πρώτη αρχή των ερωτικών σχέσεων γινόταν <<διά της των βλεμμάτων αφής>>, όπως λέει και ο Μ. Βασίλειος, αφού όπως αναφέρουν οι συγγραφείς, ο  έρωτας από τα μάτια πιάνεται και μετά ριζώνει στην καρδιά.
           Ευτυχισμένος λοιπόν ήταν ο εραστής, αν κατόρθωνε να δει την ερωμένη του και να της στείλει ένα ερωτικό μήνυμα, ακόμα ευτυχέστερος,  αν μπορούσε να ανταλλάξει λίγες λέξεις μαζί της.
            Μετά από τα  μάτια ακολουθούσε, ως συνέπεια του ερωτικού πάθους το άγγιγμα των χεριών, μετά ο εναγκαλισμός και το φίλημα. Οι έμπειροι  μάλιστα στα ερωτικά έδιναν στους πρωτόπειρους  οδηγίες, πώς να πιάσουν πρώτα το χέρι της κοπέλας και μετά να προχωρήσουν στα περαιτέρω, μέχρι δηλαδή το λεγόμενο μανταλωτό φιλί, που σημαίνει  το φίλημα με το χείλος του ενός εραστή στο   πάνω χείλος  του άλλου, που με τη σειρά του φιλούσε το κάτω χείλος του άλλου. Υπερέβαινε βέβαια τα όρια η κόρη να φιλά, μπροστά μάλιστα σε άλλους, τον νέο, ωστόσο υπάρχουν και τέτοιες μαρτυρίες.
             Το φίλημα λοιπόν ήταν στην ημερήσια διάταξη παρά τις εκκλησιαστικές απαγορεύσεις  που επέβαλαν μάλιστα και ποινή: σαρανταήμερη ξηροφαγία και εκατό μετάνοιες για τον φιλούντα.
           Τα ερωτικά ραντεβού και τις ερωτικές περιπτύξεις  εννοείται ότι τις συνόδευαν λόγια ερωτικά. Ο ερωτευμένος την αγαπημένη του την φώναζε δέσποινα, χρυσή, φως των οφθαλμών του και παρηγοριά της λύπης του,φως και πνοή του, άνθος και ψυχή της ψυχής του, ψυχή της ζωής του, περιστέρα του όμορφη και άλλα σχετικά. Πρόθυμα έκαναν όρκους αιώνιας αγάπης που βέβαια, τις περισσότερες φορές, παρέβαιναν.
          Σύμφωνα με τις αντιλήψεις των βυζαντινών, ωραία γυναίκα θεωρούνταν αυτή που είχε ευθυτενές ανάστημα σαν κυπαρίσσι, στρογγυλό μικρό πρόσωπο σαν του φεγγαριού τον κύκλο, λαμπερά  και υγρά μάτια, σπινθηροβόλα και μεγάλα, μαύρα στο χρώμα, φρύδια μαύρα και τοξοειδή, λευκά μάγουλα και στη μέση κοκκινωπά, ευθεία μύτη, μακριά μαλλιά με πλούσια χαίτη, κόκκινα χείλη, στόμα μικρό, δόντια που να γυαλίζουν σαν μαργαριτάρια, μακριά δάχτυλα, λευκό και καλοσχηματισμένο λαιμό και μαρμαρώδες στήθος…
           Ας σημειωθεί τέλος ότι μιλώντας για τις ωραίες γυναίκες, οι βυζαντινοί έλεγαν ότι αυτές λάμπουν όπως ό ήλιος ή ότι ήταν ηλιογέννητες…

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η μάχη στο Κλειδί --1014--

 

Σχεδιάγραμμα της μάχης όπου φαίνεται η κυκλωτική κίνηση του βυζαντινού αποσπάσματος και η ταυτόχρονη επίθεση των βυζαντινών στρατευμάτων
 
             Η μάχη στο  Κλειδί (γνωστή και με το όνομα Μάχη της οροσειράς Μπέλλες) διεξήχθη στις 29 Ιουλίου 1014 μεταξύ της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας . Η μάχη αποτέλεσε το αποκορύφωμα της πολύχρονης διαμάχης μεταξύ του Σαμουήλ της Βουλγαρίας και του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Η μάχη τελείωσε με νίκη των Βυζαντινών.
             Η προετοιμασία - Τρεις χειμώνες προετοίμαζε ο Βασίλειος τη μάχη στο Κλειδί. Οι διαρκείς επιθέσεις του στα βουλγαρικά εδάφη είχαν κλονίσει την δύναμη του Σαμουήλ που αγωνιζόταν να σταθεροποιήσει την εξουσία του στο κεντρικό τμήμα της ηγεμονίας του.
            Εχοντας ως βάση και κέντρο ανεφοδιασμού τις Σέρρες συγκέντρωνε στρατό και οπλισμό. Την άνοιξη του 1014 ξεκίνησε για το Κλειδί, το σημερινό Ρούπελ. Η διάταξη του στρατεύματός του είχε πάντα την ίδια μορφή: δύο ίλες ιππικού ως εμπροσθοφυλακή, μία από κατάφρακτους και μία από μονόζωνους και ακολουθούσε το κύριο σώμα. Ο Βασίλειος επιδίωκε να φθάσει στο στενό ανάμεσα σε Κλειδί και Κίμβα Λόγγο, με απώτερο στόχο την κοιλάδα του Μελένικου και της Στρούμνιτζας, όπου υπήρχαν ακόμη τότε αρκετές βουλγαρικές κτήσεις. Η κατάκτησή τους θα του άνοιγε τον δρόμο για τις Πρέσπες και την Αχρίδα, την καρδιά του βουλγαρικού κράτους.
           Η οργάνωση και ο αντιπερισπασμός των Βούλγαρων-  Ο τσάρος Σαμουήλ γνωρίζοντας ότι το στενό στο Κλειδί αποτελούσε το σημείο από όπου διέβαινε κάθε φορά ο Βασίλειος, οσες φορές  εκστράτευε κατά της Ανατολικής Βουλγαρίας, αποφάσισε να συγκεντρώσει το σύνολο του στρατού και να οχυρωθεί στο Κλειδί, που ήταν το στενότερο σημείο στην κοιλάδα του ποταμού Στρώμνιτσα (παραπόταμου του Στρυμόνα) και ανέμενε την επίθεση των Βυζαντινών.
          Πριν από την καθοριστική σύγκρουση επιχείρησε με αντιπερισπασμό να διασπάσει την ενότητα των βυζαντινών δυνάμεων, στέλνοντας έναν από τους πλέον έμπιστους στρατηγούς του, τον Δαβίδ Νεστορίτση, με σημαντικές δυνάμεις νότια, με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης (Ιούλιος 1014).
         Τη Θεσσαλονίκη υπερασπιζόταν τότε ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης. Ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης με τη σύμπραξη του γιου του Μιχαήλ κατόρθωσε να αναχαιτίσει τη βουλγαρική επίθεση, να συντρίψει το σώμα του Νεστορίτση έξω από τη Θεσσαλονίκη και να τρέψει τους Βουλγάρους σε φυγή, συλλαμβάνοντας πλήθος αιχμαλώτων και πολλά λάφυρα και τελικά να επιστρέψει στο Κλειδί για ενταχτεί στο κύριο σώμα του βυζαντινού στρατού .
                                                              Οι πρώτες επιθέσεις
             Ο Βασίλειος, φθάνοντας στο Κλειδί, στρατοπέδευσε σε απόσταση δύο ωρών από το στενό και έστειλε ανιχνευτές να εντοπίσουν τον εχθρό. Αν και το στενό είχε κλείσει με πρόχειρα αναχώματα από πέτρες και κορμούς, κάρα και βράχους, οι Βούλγαροι ήταν άφαντοι. Η απειλή ενέδρας φόβισε τον Βασίλειο που αποφάσισε να αλλάξει τη διάταξη του στρατού και να τοποθετήσει μπροστά το πεζικό και πίσω το ιππικό, θεωρώντας ότι οι άνδρες του δεν θα ανακόπτονταν από πιθανά εμπόδια, σε αντίθεση με τα άλογα.
              Η διαταγή του αυτοκράτορα ήταν σαφής, το στράτευμα όφειλε να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, οπλισμένο, με πλήρη εξάρτυση, ετοιμοπόλεμο ανά πάσα στιγμή. Η πρώτη νύχτα κύλησε ήρεμα, οι Βούλγαροι δεν φαίνονταν πουθενά στις γύρω βουνοκορφές. Την επομένη ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή στον στρατό να προχωρήσει προς το στενό, ενώ ήταν σίγουρος ότι οι Βούλγαροι θα επετίθεντο όταν οι Βυζαντινοί θα πλησίαζαν τα αναχώματα.
             Πράγματι, μόλις η εμπροσθοφυλακή του βυζαντινού στρατού ζύγωσε τα εμπόδια, εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση από τους Βουλγάρους, οι οποίοι έσπρωχναν βράχους από ψηλά, ενώ παράλληλα στόχευαν με βέλη και πέτρες τους Βυζαντινούς. Παρά την ορμή του βυζαντινού στρατού, και οι δύο προσπάθειές τους να περάσουν τα αναχώματα απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα πολυάριθμους νεκρούς και τραυματίες.
            Ο αυτοκράτορας, βλέποντας τη δυσκολία του εγχειρήματος, διέταξε υποχώρηση του στρατεύματος. Κατανόησε ότι η αδυναμία ανάπτυξης των στρατευμάτων λόγω του στενού   δε θα επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα με κατά μέτωπο επιθέσεις, ακόμα κι αν αυτές ήταν συνεχείς και επιπονες.
                                                                        Το νέο σχέδιο
             Ως λύση προκρίθηκε ένα τολμηρό εγχείρημα για να αιφνιδιαστεί ο εχθρός. Την κρίσιμη αποστολή ανέλαβε ο στρατηγός του Θέματος της Μακεδονίας Νικηφόρος Ξιφίας με τρεις τούρμες  ο οποίος επιχείρησε κυκλωτική κίνηση και ανέβηκε το ψηλότερο βουνό, νότια του Κλειδίου, τη Βελάσιτα, μέσα από δύσβατα μονοπάτια και με απόλυτη μυστικότητα. Στις 28 Ιουλίου του 1014 βρέθηκε στα νώτα  των Βουλγάρων. Ο στρατηγός θα ειδοποιούσε, όταν το σώμα του θα είχε λάβει θέσεις μάχης με τριπλό σάλπισμα.
          Το μεσημέρι της επομένης, της 29ης Ιουλίου 1014, εκδηλώθηκε η ταυτόχρονη  επίθεση. Μόλις ακούστηκε το σύνθημα του στρατηγού Ξιφία, ξεκίνησε η ταυτόχρονη επίθεση,το αυτοκρατορικό φουσάτο, από νωρίς σε ετοιμότητα, όρμησε προς τα αναχώματα με ηγέτη τον ίδιο τον Βασίλειο, τον αυτοκράτορα-πολεμιστή, ο οποίος, παρά τα πενήντα του χρόνια, ήταν ακμαίος και δυνατός, πάντα στη πρώτη γραμμή, αποτελώντας παράδειγμα για αξιωματικούς και στρατιώτες.
           Οι Βούλγαροι, βρισκόμενοι ανάμεσα σε δύο εχθρικές επιθέσεις, αιφνιδιάστηκαν και άρχισαν να εγκαταλείπουν τη μάχη. Οι περισσότεροι πετούσαν τα όπλα τους και έτρεχαν να σωθούν. Λίγοι πολέμησαν μέχρι τέλους, μεταξύ αυτών και ο τσάρος Σαμουήλ με τον γιο του και την προσωπική φρουρά του, αλλά και αυτοί τελικά αναζήτησαν καταφύγιο την τελευταία στιγμή στο φρούριο Πρίλαπο (το σημερινό Περλεπέ).
                                                     Η τύφλωση των αιχμαλώτων
           Η μάχη στο Κλειδί και η αποφασιστικής σημασίας για την υποταγή των Βουλγάρων νίκη του Βασιλείου είναι γνωστή με την τιμωρία τύφλωση των χιλιάδων αιχμαλώτων (15000) του βουλγαρικού στρατού.
         Οι Βυζαντινοί χώριζαν τους αιχμαλώτους σε ομάδες των εκατό, και ανά χίλιους τους οδηγούσαν σε ειδικό χώρο του στρατοπέδου, όπου, αφού τους έδεναν, με πυρωμένες στη φωτιά σιδερένιες βέργες τύφλωναν τους ενενήντα εννέα και από τα δύο τους μάτια, ενώ τον εκατοστό μόνο από το ένα, ούτως ώστε να χρησιμεύσει, ως οδηγός των υπολοίπων. Αμέσως μετά την τιμωρία τους οι αιχμάλωτοι αφήνονταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
            Για το γεγονός αυτό, υπάρχουν δεδομένα που αναθεωρούν κάποιες απόψεις. Πριν από τη σύγκρουση στο Κλειδί, είχαν συμβεί μεγαλύτερες συγκρούσεις, όπως η μάχη στο Σπερχειό το 997, και είναι δύσκολο οι Βυζαντινοί να δέχτηκαν στο Κλειδί μια τόσο πολυπληθή επίθεση, μια που και οι δυο αντίπαλοι είχαν απώλειες, πριν την τελική νίκη των Βυζαντινών.Οι αριθμοί λοιπόν που αναφέρονται από τους Βυζαντινούς ιστορικούς  είναι υπερβολικοί.
          Η  βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε ως ποινή κολασμού τόσο την τύφλωση όσο και τον ακρωτηριασμό για κάθε βυζαντινό πολίτη που θα προέβαινε σε επαναστατική ενέργεια, συνωμοσία ή στάση κατά της νόμιμης βυζαντινής εξουσίας, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Ο Βασίλειος αντιμετώπισε και τιμώρησε τους βούλγαρους αιχμαλώτους, όχι ως εχθρούς της Αυτοκρατορίας αλλά ως υπηκόους του και βυζαντινούς πολίτες που είχαν επαναστατήσει, δεδομένου ότι ήδη από το 971 το σύνολο της σημερινής βουλγαρικής επικράτειας είχε κατακτηθεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και υπαχθεί στη βυζαντινή διοίκηση.
           Οι βουλγαρικές πηγές ιστορούν ότι η επιστροφή των αιχμαλώτων προκάλεσε μέγα πένθος στην Αχρίδα, η οποία ήταν τότε πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους. Το  φρικτό και τραγικό θέαμα της πορείας των τυφλών στρατιωτών συγκλόνισε τους πάντες . Ο Σαμουήλ δεν άντεξε την ταπείνωση αυτή και, δύο μέρες μετά, ξεψύχησε από τη συντριβή και τον ψυχικό κλονισμό.
        
                                               Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος 
          Στα τέλη του 12ου αιώνα ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης  προσέδωσε στον Βασίλειο το επίθετο <<Βουλγαροκτόνος>>, για να υπενθυμίσει τις παρατεταμένες εκστρατείες και νίκες του αυτοκράτορα. Η προσωπικότητα και το μέγεθος του Βασιλείου του Β΄, τα τεράστια στρατιωτικά του επιτεύγματα, ο εκχριστιανισμός των Ρως, το μεγάλο κοινωνικό του έργο υπέρ των φτωχών, η  εκκίνηση επί των ημερών του της <<μακεδονικής αναγέννησης>> στις τέχνες και στο πολιτισμό, παρ΄ότι ο ίδιος δεν ήταν άνθρωπος των γραμμάτων, συνιστούν τη μορφή ενός εκ των σπουδαιότερων αυτοκρατόρων της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας.
                        Ίσως τελικά για το Βασίλειο να ισχύει αυτό που είπε από τη μεριά του ένας Βούλγαρος διανοητής, ο Αλεξάντερ Κιόσεφ:  <<Ο ήρωας ενός έθνους μπορεί να είναι ο κακός του γείτονά του >>.

*  Αξίζει να σημειωθεί ότι στην περιοχή της τοποθεσίας <<Κλειδί>>, διεξήχθησαν μάχες τόσο κατά την περίοδο του β΄ βαλκανικού πολέμου μεταξύ της Ελλάδας και Βουλγαρίας, όσο και κατά την γερμανική επίθεση τον Απρίλη του 1941.

Πηγές
Ιστορία βυζαντινής αυτοκρατορίας Α.Α. Βασίλιεφ
Τι είναι το Βυζάντιο, Τζούντιθ Χέριν
Βυζαντινοβουλγαρικοί πόλεμοι, περιοδικό <<Στρατιωτική Ιστορία>>
Μεγάλοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, Ε- Ιστορικά
Η μάχη στο Κλειδί, εφημερίδα << Το Βήμα>>


Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Μονή Αγίου Παντελεήμονος -- Ρωσικό Μοναστήρι

 
 
 
 
                                      Μονή Αγίου Παντελεήμονος -- Ρωσικό Μοναστήρι

                Η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος βρίσκεται στη δυτική πλευρά της χερσονήσου του Άθω, επί της παραλίας. Από την πρωτεύουσα, τις Καρυές, απέχει 15 χλμ.
                Είναι  πιο γνωστή ως το ρώσικο μοναστήρι, ένα πραγματικά τεράστιο και επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα. Από μακρυά δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για φρουριακό συγκρότημα με πολυποίκιλους τρούλους και πολλά παράθυρα.
               Η Μονή ιδρύθηκε στη θέση αυτή το 1765. Το παλιότερο κτηριακό συγκρότημα ανάγεται στον 11ο αιώνα. Τον 13ο αι. η Μονή καίγεται και την ανακατασκευή της ενισχύουν οικονομικά ο Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος και Σέρβοι ηγεμόνες. Περίοδοι ακμής εναλλάσσονται με περιόδους ανέχειας. Οι μοναχοί είναι κυρίως Έλληνες αλλά και Ρώσοι, οι οποίοι υπερτερούν αριθμητικά μετά τα 1497.
             Στη μονή αυτή άρχισαν να συρρέουν από το 1840 πολλοί Ρώσοι μοναχοί, οι οποίοι στα τέλη του 19ου αι. ξεπέρασαν τα 1000 άτομα. Μάλιστα από το 1875 μπορούσαν να εκλέγουν Ρώσο ηγούμενο. Με τις γενναίες χορηγίες των Ρώσων τσάρων και του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Σκαρλάτου Καλιμαύχη, χτίστηκε το τεράστιο κτιριακό συγκρότημα, τα πολλά και μεγάλα παρεκκλήσια και όλα στολίστηκαν με χρυσάφι και ασήμι. Όμως η πτώση της τσαρικής Ρωσίας οδήγησε τη μονή σε παρακμή. Πάντως τα τελευταία χρόνια έρχονται να μονάσουν στον Άγιο Παντελεήμονα νέοι μοναχοί από τη Ρωσία και τις άλλες ρωσόφωνες χώρες. Επίσης η μονή απέκτησε μέρος της λάμψης της ύστερα από την ανακαίνιση των περισσοτέρων κτιρίων της.
           Όλα τα οικοδομήματα αποτελούν δείγματα της ρωσικής αρχιτεκτονικής και είναι διακοσμημένα με τοιχογραφίες της ρωσικής ζωγραφικής σχολής του 19ου αι. Το καθολικό είναι αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα. Κτίστηκε το διάστημα 1812-1821 και ακολουθεί τη μορφή και το τυπικό των αθωνικών ναών. Εκτός του κεντρικού ναού υπάρχουν τα μεγάλα παρεκκλήσια της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του Αγίου Μητροφάνη και της Αναλήψεως του Κυρίου, το πενταόροφο οικοδόμημα των κελιών των μοναχών.
             Η Τράπεζα, χτίστηκε το 1890 και τοιχογραφήθηκε το 1897. Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το καθολικό, που μπορεί να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα σχεδόν 1000 άτομα. Πάνω από την είσοδο της Τράπεζας είναι το καμπαναριό. Ένα επιβλητικό κτίριο με 32 καμπάνες. Η μεγαλύτερη βρίσκεται στον πρώτο όροφο και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στον κόσμο. Έχει διάμετρο σχεδόν 3 μέτρα, ζυγίζει 13 τόνους και όταν κτυπά ακούγεται μέχρι τον Πολύγυρο, 70 χιλιόμετρα μακριά.
            Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες μονές η Θεία Λειτουργία δεν τελείται στο καθολικό, αλλά στο παρεκκλήσι της Αγίας Σκέπης. Αυτό γίνεται διότι σύμφωνα με το Τυπικό της μονής, η Θεία Λειτουργία τελείται στο καθολικό στα ελληνικά και στα ρωσικά εκ περιτροπής, ενώ σε όλα τα υπόλοιπα παρεκκλήσια μόνο στα ρωσικά.
           Στη Μονή αυτή αξίζει να δουν οι επισκέπτες το μεγάλο καμπαναριό κατασκευής 1893, με τη μεγαλύτερη αγειορίτικη καμπάνα, καθώς και τη βιβλιοθήκη της Μονής με τα σπάνια εικονογραφημένα χειρόγραφα. Στη βιβλιοθήκη φυλάγονται 1064 χειρόγραφοι κώδικες σε δέρμα και σε χαρτί και 25.000 Ελληνικά και Σλάβικα έντυπα. Στο σκευοφυλάκιο φυλάγονται Τίμιο Ξύλο, θαυμάσιες φορητές εικόνες, λείψανα πολλών αγίων, εξαίρετα χρυσοκέντητα άμφια, πολλά λειτουργικά σκεύη από χρυσό και άργυρο, εικόνες με πολύτιμους λίθους αξίας, σταυροί και άλλα πολλά.
 

 

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Η ανακατάληψη της Πόλης από την αυτοκρατορία της Νίκαιας --1261--

 


Στις 25 Ιουλίου 1261 ο στρατηγός Αλέξιος Στρατηγόπουλος κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη. Στην εικόνα, μολυβδόβουλο (μολύβδινη σφραγίδα) του Αλέξιου Στρατηγόπουλου, περίπου 1251-8.
 
 
                             Η ανακατάληψη της Πόλης από την αυτοκρατορία της Νίκαιας
          
            Ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος γεννήθηκε στα τέλη του 12ου με αρχές του 13ου αιώνα. Ήταν στρατηγός της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και είχε λάβει το αξίωμα του Μεγάλου Δομέστιχου επί βασιλείας του Μιχαήλ Η´ του Παλαιολόγου. Έμεινε γνωστός, κυρίως λόγω της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους.
           Καταγόταν από αρχοντική γενιά. Στις γραπτές πηγές εμφανίζεται, όταν λαμβάνει ηγετικό ρόλο και ανακηρύσσεται στον βαθμό του στρατηγού. Συμμετέχει στις εμφύλιες συγκρούσεις των ελληνικών κρατών που είχαν σχηματιστεί μετά την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους.
          Συγκεκριμένα ο Αξέξιος Στρατηγόπουλος, ως στρατηγός, ηγείται μαζί με άλλους της εκστρατείας της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας εναντίον του Δεσποτάτου της Ηπείρου που καταλήγει σε μεγάλη ήττα των Νικαιατών. Αιχμαλωτίζεται και φυλακίζεται στην Ήπειρο. Το 1261, απελευθερώνεται με ενέργειες του Δεσπότη της Νίκαιας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, με τον όρο να κατευθυνθεί με στρατό 800 στρατιωτών, στα περίχωρα της Βασιλεύουσας προκειμένου να κατασκοπεύσει και να τρομοκρατήσει τους αμυνόμενους Λατίνους.
          Βρισκόμενος στη Σηλυβρία της Θράκης, πληροφορείται την απουσία του μεγαλύτερου τμήματος του λατινικού στρατού από αγρότες που καλλιεργούσαν κτήματα έξω από την Κωνσταντινούπολη. Εκτός από το στρατό απουσίαζε και ο βενετικός στόλος για μια επιδρομή στα μικρασιατικά παράλια. Η πόλη ήταν ουσιαστικά αφύλαχτη. Τη νύχτα της 24ης προς την 25η Ιουλίου 1261, με τη βοήθεια ανθρώπων από το εσωτερικό της Πόλης  και χάρη σε ένα ρήγμα που εντοπίστηκε, η Πύλη της Ζωοδόχου Πηγής ανοίγει και ο Στρατηγόπουλος με τους στρατιώτες του γρήγορα εισβάλλουν και ανακαταλαμβάνουν την Πόλη. Οι Λατίνοι αιφνιδιάζονται, ο ίδιος ο Βαλδουίνος ο Β΄ προσπαθεί να αντισταθεί, αλλά η απουσία στρατού και στόλου είναι καθοριστική… Τελικά οι Λατίνοι επιβιβιβάζονται σε καράβια από το λιμάνι του Βουκουλέοντα και αναχωρούν…
             Τα επόμενα χρόνια ο Στρατηγόπουλος συμμετέχει και πάλι σε εκστρατεία εναντίον του Δεσποτάτου της Ηπείρου που καταλήγει σε νέα αποτυχία. Πεθαίνει πιθανόν στην Πόλη, ανάμεσα στο 1271-1275.
 
Η περιγραφή του ιστορικού της Λατινοκρατίας και αυτόπτη μάρτυρα Γεώργιου Ακροπολίτη
 
          <<… Ξαφνικά λοιπόν ο καίσαρας Αλέξιος Στρατηγόπουλος εξορμώντας κατά τη διάρκεια της νύχτας, προσέγγισε την Κωνσταντινούπολη. Καθώς όμως είχε μαζί του και κάποιους άνδρες που προέρχονταν από την Πόλη και γνώριζαν επακριβώς τι συνέβαινε σ΄  αύτήν και αφού τους ρώτησε έμαθε ότι υπήρχε κάποια τρύπα στην περιφέρεια του τείχους της Πόλης, από την οποία θα μπορούσε να εισχωρήσει στρατιώτης. Χωρίς λοιπόν διόλου να χρονοτριβήσει, ανέλαβε την επιχείρηση. Και πέρασε από την τρύπα έναν και τον ακολούθησε άλλος, εκείνον  ύστερα άλλος κι έτσι έγινε ως τον δέκατο πέμπτο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα μπήκαν περισσότεροι άνδρες στην Πόλη. Όταν όμως ανακάλυψαν κατά το τείχος της πόλης έναν από αυτούς που ήταν επιφορτισμένοι με την υπεράσπισή του, σκαρφαλώνοντας και πιάνοντάς τον από τα πόδια κάποιοι από τους δικούς μας τον γκρέμισαν έξω από την πόλη. Οι υπόλοιποι παίρνοντας στα χέρια τους αξίνες και σπάζοντας τις αμπάρες των πυλών κατέστησαν απρόσκοπτη την είσοδο του στρατεύματος στην πόλη. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο καίσαρ Στρατηγόπουλος κι όλοι όσοι, Ρωμαίοι και Σκύθες τον ακολουθούσαν βρέθηκαν μέσα στην Πόλη
           (…) Ο ηγεμόνας της πόλης Βαλδουίνος κατευθύνθηκε στο μεγάλο παλάτι. Και οι Λατίνοι που είχαν μεταβεί στη Δαφνουσία ( εννοεί το στρατιωτικό σώμα των Λατίνων που είχε βγει από την Πόλη και κινήθηκε για να καταλάβει τη νήσου Δαφνουσία) χωρίς να έχουν μάθει τίποτα, κάνοντας την αντίθετη κίνηση, επέστρεψαν  στην πόλη (…) μόλις έφτασαν και πληροφορήθηκαν τα γεγονότα κινήθηκαν βιαστικά για να εισβάλλουν στην πόλη. Αλλά οι Ρωμαίοι στρατιώτες, όταν το αντιλήφθηκαν, έβαλαν φωτιά στα σπίτια των Λατίνων που βρίσκονταν κοντά στην προκυμαία και τα πυρπόλησαν και πρώτα τα σπίτια των Βενετών, στην περιοχή <<κάμποι>>. Κι όταν οι Λατίνοι στρατιώτες είδαν την πόλη να καίγεται, γρονθοκοπώντας τα μάγουλά τους και παίρνοντας μαζί τους όσους μπόρεσαν στις τριήρεις τους τράπηκαν σε φυγή μαζί με τον αυτοκράτορά τους Βαλδουίνο, που παραλίγο θα είχε συλληφθεί.
Χάρη λοιπόν στη Θεία Πρόνοια, η Κωνσταντινούπολη πέρασε ξανά στην εξουσία του βασιλιά των Ρωμαίων, όπως ήταν δίκαιο και όπως έπρεπε την εικοστή Πέμπτη Ιουλίου, κατά την τέταρτη επινέμηση και κατά το έτος έξι χιλιάδες εφτακόσια εξήντα εννιά από γενέσεως κόσμου, ενώ ήταν υπό κατοχή για πενήντα οχτώ χρόνια>>.
                
                          ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΙΤΗΣ, η χρονική συγγραφή της λατινοκρατίας (1204-1261)



Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Το παιχνίδι στο Βυζάντιο

 
 
 
 
                                                        Το παιχνίδι στο Βυζάντιο
            Οι χώροι που έπαιζαν τα παιδιά, συνήθως τα αγόρια, ήταν οι αυλές και οι αλάνες. Αντίθετα, τα κορίτσια έμεναν κυρίως στο σπίτι και έπαιζαν  με κέρινες, πήλινες ή γύψινες κούκλες, τα νινία ή πλαγγόνες. Ωστόσο, ο ποιητής των Ιουστινιάνειων χρόνων Αγαθίας, παριστάνει ένα κορίτσι να παραπονιέται, διότι τα αγόρια επιτρέπεται να παίζουν στους δρόμους, ενώ τα κορίτσια είναι αναγκασμένα να μένουν σπίτι και να ασχολούνται με ανιαρές δουλειές.
           Το σείστρο είναι το κλασσικό παιδικό παιχνίδι. Πρόκειται για πανάρχαιο κρουστό όργανο, από ξύλο, μέταλλο, πηλό ή συνδυασμό τους, με ποικίλο, διαπεραστικό και ακαθόριστο ήχο. Αποτελούνταν συνήθως από μια χειρολαβή και ένα πεταλοειδές πλαίσιο που έφερε είτε μετακινούμενες (κρουόμενες στα τοιχώματά του) παράλληλες ράβδους, είτε σταθερές ράβδους με μετακινούμενα διάτρητα ηχογόνα αντικείμενα.
           Παιδικό παιχνίδι με το οποίο διασκέδαζαν τα παιδιά ήταν και η σφυρίχτρα. Τα αγόρια έπαιζαν με πήλινα αλογάκια και αμάξια, υπήρχαν μάλιστα και κατασκευαστές που έφτιαχναν πήλινα είδωλα ζώων για τα παιδιά.  Στις γειτονιές και στους δρόμους κατασκεύαζαν με χώμα σπιτάκια. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι  τα παιδιά συνήθιζαν να φτιάχνουν στεφάνια από αγριολούλουδα και να τρέχουν φορώντας τα στο κεφάλι. Άλλο αγαπημένο παιχνίδι ήταν το αλογάκι, μια βέργα- καλάμι δηλαδή, την οποία τα παιδιά <<καβαλίκευαν>> παριστάνοντας το άλογο. Ανάλογη ήταν η συνήθεια των παιδιών να μιμούνται τους ιπποδρομιακούς αγώνες << μετατρέποντας>> ένα παιδί σε ίππο με ένα σκοινί και να κάνουν ότι σέρνουν ένα άρμα.
           Έπιαναν το χρυσοκάνθαρο, τον μπούμπουλα ή μπάμπουρα, τον έδεναν με κλωστή από το λαιμό και το άφηναν μετά να περιστρέφεται. Το παιχνίδι ονομάζεται και ζίνα από το θόρυβο που παράγει το έντομο. Συνήθιζαν επίσης να πιάνουν μικρά πουλιά  και να τα δένουν από το πόδι.             
           «Αστραγάλους» έπαιζαν τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες, με διαφορετικό βέβαια έπαθλο για τον νικητή. Οι αστράγαλοι ήταν ται κότσια των ζώων (προβάτων ή μεγαλύτερων ζώων), τα οποία οι παίκτες τα μετακινούσαν πάνω σε μία επιφάνεια ή τα έριχναν σαν ζάρια.
            Το τσέρκι  ήταν μια κατασκευή για παιδιά, προσπαθούσαν να κυλήσουν έναν τροχό από ξύλο ή μέταλλο με τα χέρια ή χτυπώντας τον με ένα ξύλο. Κέρδιζε το παιδί που θα έφτανε πρώτο στο προκαθορισμένο σημείο.
           Είναι σίγουρο επίσης ότι τα παιδιά αλλά και οι ενήλικες έπαιζαν με τη σφαίρα- μπάλα, που μπορεί να ήταν μαλακή και ελαστική, από πανί ή από δέρμα. Πώς ακριβώς έπαιζαν με τη σφαίρα και αν είχαν ανακαλύψει κάποιο παιχνίδι  παρόμοια με τα σημερινά ομαδικά παιχνίδια δεν είναι εξακριβωμένο, εκτός βέβαια από το Τζυκάνιο, το γνωστό πόλο με τα άλογα.
            Με τις πέτρες – ψηφίδες έπαιζαν τη λεγόμενα τριάρα ή ντάμα. Με τα καρύδια ή και με πέτρες έπαιζαν τα παιχνίδια  που παίζουν και σήμερα τα παιδία με τους βόλους. Πρώτα χάραζαν  στο χώμα μια ευθεία γραμμή και στη συνέχεια πάνω σ’ αυτή, τοποθετούσαν καρύδια στη σειρά. Μετά, ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή των καρυδιών, σημάδευε  σκυφτός και όποιο καρύδι πετύχαινε  και το έβγαζε έξω από τη γραμμή, το κέρδιζε  και δοκίμαζε ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχούσε, συνέχιζε  ο επόμενος παίκτης. Το παιχνίδι συνεχιζόταν μέχρι να βγουν από τη γραμμή όλα τα καρύδια.
        << Χαλκή μυία>> ονόμαζαν την αγαπημένη των παιδιών <<τυφλόμυγα>> . ‘Επαιζαν και το μπιζ, αλλά πιο εξελιγμένο από την εποχή μας. Συγκεκριμένα ξάπλωναν ένας-δυο  παίχτες στο έδαφος, τους κάλυπταν με ένα ύφασμα και μετά, αφού πρώτα τους βαρούσαν, τους ρωτούσαν να βρουν ποιος ήταν αυτός που τους χτύπησε. Το παιχνίδι αυτό ήταν πολύ δημοφιλές μεταξύ των στρατιωτών.
           Στις γειτονιές έπαιζαν το παιχνίδι του βασιλιά ή του ύπαρχου ή των αρχόντων, τον οποίο και όριζαν αρχηγό του παιχνιδιού τους. Επίσης τους άρεσε να μιμούνται διάφορες εκκλησιαστικές πράξεις, όπως τους γάμους ή τις βαφτίσεις.
           Η σβούρα ή σβούρος, γυριστάρι, στρουφουλίδα ή συστριπάνι ήταν παιδικό παιχνίδι σε σχήμα κώνου που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του μετά από μια αρχική ώθηση που του δίνει ο παίκτης τραβώντας απότομα ένα σκοινί τυλιγμένο γύρω από τον άξονά του.
           Τα αγόρια στις παραλίες τους άρεσε να ρίχνουν πλατιές πέτρες προσπαθώντας προτού βυθισθούν οι πέτρες, να αγγίξουν όσο το δυνατόν περισσότερες φορές το νερό. Το παιχνίδι αυτό ονομαζόταν εποστρακισμός.
            Η διελκυστίνδα, ο αρχαίος ιμαντελιγμός είναι ένα άθλημα που παίζεται μεταξύ δύο ομάδων, οι οποίες τραβούν ένα σχοινί προσπαθώντας η μία να τραβήξει την άλλη προς το μέρος της, ήταν και αυτό παιχνίδι των βυζαντινών χρόνων.
         Τα αγόρια βέβαια, και ιδιαίτερα το πιο ζωηρά,  πάλευαν  ή μιμούνταν την πάλη των μεγάλων ανδρών. Επίσης έκαναν άλματα ή συναγωνίζονταν στο τρέξιμο, ενώ ασκούνταν και με μικρά  ακόντια και τόξα η και με μικρά ξίφη, παίζοντας τη λεγόμενη σκριμίδα.
         Στην Αθήνα αλλά και σε άλλα μέρη, συνηθισμένο παιχνίδι ήταν ο πετροπόλεμος, παιχνίδι που μπορούσε να προκαλέσει μεγάλες ζημιές,  για αυτό και μαθαίνουμε ότι απαγορευότανε σε πολλές περιοχές.
          Ομαδικό παιχνίδι ήταν η αμπάρα ή αμπάριζα ή αμπάρτζα. Η κάθε ομάδα ορίζει ένα δέντρο ή μια κολόνα για μάνα. Σκοπός του παιχνιδιού είναι να προστατεύει η κάθε ομάδα τη μάνα της. Τα παιδιά αποφασίζουν ή βάζουν κλήρο, για το ποια ομάδα θα ξεκινήσει πρώτη.  Ένα από τα παιδιά της ομάδας βγαίνει στο χώρο ανάμεσα από τις μάνες (συνήθως στην αρχή παίζουν πιο αδύνατοι παίκτες) και παράλληλα βγαίνει και από την άλλη ομάδα ένα παιδί. Συναντιούνται και προσπαθούν να αγγίξουν ο ένας τον άλλο. Όποιος προλάβει να χτυπήσει τον άλλο, τον αιχμαλωτίζει και τον οδηγεί στη μάνα του. Ύστερα βγαίνει ένα παιδί από τη δεύτερη ομάδα και παράλληλα άλλο ένα από την πρώτη. Παίζουν με τον ίδιο τρόπο, μέχρι να φτάσουν στον τελευταίο παίκτη. Ο τελευταίος που μένει, προσπαθεί να προστατεύσει τη μάνα. Από την άλλη ομάδα μπορούν να του επιτεθούν δύο αντίπαλοι, όχι περισσότεροι. Μπορεί να προσπαθήσει να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους συμπαίκτες του για να τον βοηθήσουν, με ένα άγγιγμα.
             Τότε αυτοί φωνάζουν: "Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω και κανένα δεν το λέω."
            Το παιχνίδι του τάπητα ήταν ένα παιχνίδι που έπαιζαν τα αγόρια αλλά και οι στρατιώτες. Έριχναν ένα παιδί σε ένα χαλί και μετά  πιάνοντας το από όλες τις μεριές το τίναζαν  το χαλί προς το πάνω με γέλια και κοροϊδευτικά σχόλια. Πολλές φορές επίτηδες ή από ατύχημα, το χαλί ακουμπούσε στο έδαφος και το παιδί που ήταν πάνω τραυματιζόταν, αλλά δεν τολμούσε να παραπονεθεί γιατί οι υπόλοιποι θα τον περιγελούσαν ακόμα περισσότερο.
           Παιδικό παιχνίδι ήταν βέβαια και τα πεντόβολα, κατά το οποίο ο παίχτης ρίχνει ψηλα τις πέτρες και προσπαθεί με τα χέρια του μετά να τις συγκρατήσει. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους το παιχνίδι αυτό που το έπαιζαν τα μικρά παιδιά και ιδιαίτερα τα κορίτσια, το ονόμαζαν καλαλλάτζια ή καλολλάκια δηλαδή λιθάρια, πετραδάκια.
      
           Βασική Πηγή : << Βυζαντινών  Βίος και Πολιτσμός>> Τόμος  Α',  Φαίδων Κουκουλές
           

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Τοπογραφία της Κωνσταντινούπολης -- Θεοτόκος του Φάρου

Η σπάνια κειμηλιακή βυζαντινή εικόνα του 12ου αιώνα. Κάποτε μέρος της διακόσμησης της εκκλησίας "Θεοτόκος του Φάρου" στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.
Φέρει κάτω δεξιά, ενσωματωμένο λίθο από τον Πανάγιο Τάφο του Χριστού.
 
                           Τοπογραφία της Κωνσταντινούπολης -- Θεοτόκος του Φάρου
                   H Θεοτόκος του Φάρου ήταν Βυζαντινή εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν κτισμένη στο νότιο τμήμα του Μεγάλου Παλατιού και ονομάστηκε έτσι λόγω του φάρου που βρισκόταν δίπλα της ακριβώς.Στην εκκλησία αυτή φυλασσόταν μια από τις σημαντικότερες συλλογές των χριστιανικών κειμηλίων της Κωνσταντινούπολης.
                Η εκκλησία κτίστηκε ίσως τον 8ο αιώνα. Είναι η πρώτη που μνημονεύεται στο χρονικό του Θεοφάνη Ομολογητή. Στην εκκλησία αυτή τελέστηκε ο γάμος του Λέωντα Δ΄ και της Ειρήνης της Αθηναίας. Μετά το τέλος της εικονομαχίας ανοικοδομήθηκε και διακοσμήθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Στα εγκαίνια της νέας διακόσμησης, ίσως το έτος 864 έκανε ομιλία ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄.
             Ο ναός είχε μια από τις πλουσιότερες και σημαντικότερες συλλογές κειμηλίων. Το 940 φυλάσσονταν εδώ η ιερή λόγχη και μέρος του Τιμίου Σταυρού. Εδώ βρίσκονταν το ιερό μανδήλιον το 944, τα οστά του δεξιού χεριού του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή το 945, οι σάνδαλοι του Ιησού και το ιερό κεράμιο το 960, επιστολή του Ιησού προς βασιλέα Αβγαρ το 1032. Σύμφωνα με μαρτυρίες του Νικόλαου Μεσαρίτη, σκευοφύλακα του ναού, η συλλογή των κειμηλίων περιελάμβανε και πολλά άλλα ιερά αντικείμενα, όπως έναν ιερό ήλο, το αγκάθινο στεφάνι, ενδύματα του Ιησού Χριστού, τον πορφυρό μανδύα και την κάλαμο, και ένα κομμάτι από τον ιερό τάφο.
            Kατά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους, τα ιερά κειμήλια πέρασαν με ασφάλεια στα χέρια του νέου και πρώτου αυτοκράτορα της Λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης Βαλδουίνου του Α΄. Κατά τη διάρκεια όμως των επόμενων δεκαετιών τα ιερά κειμήλια θα διασκορπιστούν στην Δυτική Ευρώπη είτε ως δώρα σε ηγεμόνες και ανθρώπους με επιρροή είτε θα πωληθούν, για να ενισχύσουν οικονομικά την ανεπαρκή σε ταμειακά διαθέσιμα Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Ο ναός τελικά καταστράφηκε.
             Σήμερα ο Ακάνθινος Στέφανος του Χριστού, ένα μεγάλο τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου,  ο ήλος της Σταύρωσης ανήκουν στο λεγόμενο << Θησαυρό>> της Παναγίας των Παρισίων, ενώ η εικόνα με  τον ενσωματωμένο λίθο από τον Πανάγιο Τάφο του Χριστού βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.
              
                

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Άγιο Μανδήλιο και Σινδόνη του Τορίνο

 
 
 
 
 
           Λεπτομέρεια ταυ αναπαριστώμενου κεφαλιού (θετική και αρνητική φωτογράφηση) στο σάβανο του Ιησού. H τύχη του κειμηλίου αυτού, μετά τις λεηλασίες των σταυροφόρων τον Απρίλιο του 1204  στην Κωνσταντινούπολη, δεν είναι γνωστή και, όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Ροβέρτος του Kλαρί «...κανείς δεν ξέρει, ούτε από τους Eλληνες ούτε από τους Φράγκους, τι απέγινε η Σινδόνη όταν πάρθηκε η Πόλη».
          Tο  κειμήλιο αυτό χωρίς να είναι εξακριβωμένο πού ακριβώς κατέληξε τότε, από το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο, όπου εκτίθεται στον καθεδρικό ναό της πόλης σε λαϊκό προσκύνημα ως τις μέρες μας. Αρκετοί ερευνητές πιστεύουν ότι το  σάβανο αυτό δεν είναι άλλο από το «μανδήλιόν» του Iησού που μεταφέρθηκε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη τον Δεκαπενταύγουστο του 944 από τον Βυζαντινό  στρατηλάτη Ιωάννη Kουρκούα, όταν ο τελευταίος κατέλαβε τη συριακή Έδεσσα από  τους Μουσουλμάνους.Εικάζεται, μάλιστα, ότι η πλήρης ανάπτυξη του σάβανου (σινδόνης) έγινε μετά το ξεδίπλωμα του «μανδηλίου», όπου εικονιζόταν μόνο το πρόσωπο και όχι το υπόλοιπο σώμα του Ιησού.
           Το ‘Aγιον Μανδήλιον της Έδεσσας, από τον 6ο αιώνα μ.Χ. έως τις αρχές του 13ου, ήταν η γνωστότερη αναπαράσταση του Ιησού που δημιουργήθηκε από «μη ανθρώπινο χέρι». Από το 944 μ.Χ. ως το 1204 μ.Χ. φυλασσόταν στο Αυτοκρατορικό Θησαυροφυλάκιο της Κωνσταντινούπολης, όπου και μεταφέρθηκε από την Έδεσσα, τη σύγχρονη Urfa της Τουρκίας, κοντά στα σύνορα της Συρίας.
          Οι παλαιότερες αναφορές στο Aγιον Μανδήλιον και την ιστορία του χρονολογούνται στον 4ο αιώνα μ.Χ.
         Η πρώτη αναφορά συναντάται στο βιβλίο Εκκλησιαστική Ιστορία (Church History) του Ευσέβιου, το 325 μ.Χ., όπου ο Βασιλιάς ‘Αμπγκαρ ο 5ος (Abgar V) δέχεται ένα γράμμα από τον Ιησού αλλά καμία εικόνα του.
           Στο κείμενο Doctrine of Addai, που χρονολογείται γύρω στο 400 μ.Χ., υπάρχει αναφορά για μία εικόνα του Ιησού περισσότερο όμως ως αποτέλεσμα κάποιου ζωγράφου που αποτύπωσε τη φιγούρα του Ιησού όταν αυτός ήταν εν ζωή και όχι ως αποτέλεσμα κάποιου θεϊκού φαινόμενου.
         Για πρώτη φορά το ΄Άγιον Μανδήλιον, όπως το ξέρουμε σήμερα, εμφανίστηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ.. Τότε, η εικόνα του Ιησού επενέβη θαυματουργά στον πόλεμο κατά των Περσών, όπου και για πρώτη φορά περιγράφθηκε ως: «θεϊκά κατασκευασμένη… που ανθρώπινα χέρια δεν δημιούργησαν», στο βιβλίο Εκκλησιαστική Ιστορία (Church History, c. 536- 600) του Ευάγριου, ιστορικού του 6ου αιώνα. μ.Χ..
 
        Η διήγηση του Κων. Πορφυρογέννητου, του τότε αυτοκράτορα, τοποθετεί την άφιξη του Αγ. Μανδηλίου στα περίχωρα της Κων/λης την 15η Αυγούστου, ημέρα κατά την οποία οι βασιλείς γιόρταζαν  την «Μετάστασιν της Αειπαρθένου και Θεομήτορος» εις τον πάνσεπτο ναό της των Βλαχερνών στο βάθος του Κεράτιου Κόλπου. Εκεί έφθασαν, κατά το απόγευμα, αυτοί που μετέφεραν το Άγιον Μονδήλιον από την Έδεσσα. Στο υπερώο αυτού του ναού τοποθέτησαν την «κιβωτό» που περιείχε το ΄Αγιον Μανδήλιον.
        Αφού προσκύνησε η βασιλική οικογένεια με πολύ σεβασμό, μετέφεραν το Αγ. Μανδήλιον με μεγάλες τιμές και πολλές λαμπάδες στην βασιλική τριήρη και από εκεί στον Ναό των Ανακτόρων που ονομαζόταν Παναγία του Φάρου. (Κωδ. 473r-493ν).
        Την επομένη, 16 Αυγούστου, έγινε η λιτάνευση της εικόνας με την βασιλική τριήρη γύρω από τα θαλάσσια τείχη της Πόλης, για να ευλογηθεί από όλες τις πλευρές και όταν έφθασαν στο δυτικό τείχος αποβιβάσθηκαν και συνέχισαν την λιτανεία πεζοπορώντας. Το σκεύος που φύλαττε το Αγ. Μανδήλιον συνόδευαν οι βασιλείς, η Σύγκλητος, ο Πατριάρχης και ο λαός.
        Αφού πέρασαν την «Χρυσή Πύλη», διέσχισαν όλη την πόλη με πάνδημη λιτανεία πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο της μετέδιδαν αγιασμό και την καθιστούσαν απόρθητη.
        Το πλήθος του κόσμου συνέρεε από παντού σαν μεγάλα κύματα σ’ αυτήν την λιτανεία, κατά την οποία έγινε ακόμη ένα θαύμα ιάσεως: ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ανδρέας και ήταν παράλυτος από καιρό, ανασηκώθηκε να δει την εικόνα και, μόλις την είδε, έγινε καλά και έτρεξε να την ασπασθεί δοξάζοντας τον Θεό. Αυτό το γεγονός το είδαν όλοι οι παρόντες και με δάκρυα στα μάτια από την χαρά δόξαζε το Θεό όλη η Πόλη.
        Και προσθέτει ο Κωνστ. Πορφυρογέννητος: «Όταν τα πράγματα είναι τόσο υπερβολικά, είναι καλύτερο να τα βλέπει κανείς παρά να τα ακούει».
       Αφού πέρασε η πομπή το Αυγουσταίον, έφθασε στην Αγία Σοφία, όπου τοποθέτησαν την αγία εικόνα  μέσα στο ιερό. Μετά το προσκύνημα όλου του λαού την μετέφεραν στα ανάκτορα στην αίθουσα του θρόνου, για να ευλογηθεί ο βασιλικός θρόνος ώστε ο βασιλιάς να κρίνει με χρηστότητα και επιείκεια τα ζητήματα του Κράτους και μετά την σχετική δέηση την τοποθέτησαν τελικά στον Ναό των ανακτόρων, την «Παναγία του Φάρου» ανατολικά, στο δεξί μέρος του Ναού, προς δόξαν πιστών, προστασία των βασιλέων και προς ασφάλεια όλης της Πόλεως (Κωδ. 474r- 475ν)…»


Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Η υποτίμηση του βυζαντινού νομίσματος

 
 
 
 
              Στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Φωκά (963-969) εμφανίζεται ένα νέο χρυσό νόμισμα, το λεγόμενο τεταρτηρόν, ίδιο σε σχήμα και εμφάνιση με το κανονικό νόμισμα αλλά λίγο ελαφρύτερο από αυτό, που συνιστούσε μια πρώτη υποτίμηση όσον αφορά την ελάττωση του βάρους. Το νόμισμα αυτό φαίνεται να ήταν ελαφρύτερο του <<ιστάμενου>>, δηλαδή του κανονικού κατά ¼ του τετάρτου, του έλλειπε δηλαδή ένα μικρό τέταρτο και χρησιμοποιήθηκε για τις πληρωμές του κράτους και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ενώ οι πληρωμές προς το κράτος εξακολουθούσαν να γίνονται με τα πιο βαριά, τα κανονικά νομίσματα. Το μέτρο αυτό του Φωκά εγκαινιάζει τη νομισματική σύγχυση και σαφέστατα δηλώνει τις δυσκολίες των καιρών, τους αγώνες δηλαδή εναντίον των Αράβων και τις πολυδάπανες εκστρσατείες.
             Μια πολύ σοβαρή πτυχή της κρίσης του Βυζαντίου κατά τον 11ο αιώνα ήταν η πολιτική της υποτίμησης του νομίσματος μέσω της νόθευσης  του τώρα με κατώτερα μέταλλα . Ύστερα από 7 αιώνες περίπου, το παραδοσιακό χρυσό νόμισμα, ο χρυσός σόλιδος του Κωνσταντίνου, χάνει το κύριο χαρακτηριστικό του γνώρισμα, την καθαρότητα των 24 καρατίων σε πολύτιμο μέταλλο. Είναι η στιγμή της υποτίμησης του βυζαντινού νομίσματος, που θα πρέπει να χωριστεί σε δυο περιόδους: της ελεγχόμενης υποτίμησης (1024-1071) και της ανεξέλεγκτης και καταστροφικής υποτίμησης  μετά τo 1261.
              Μετά τις  καταστροφικές για τη σύνθεση του στρατού αποφάσεις του Κωνσταντίνου Μονομάχου(1042 - 1055) για την  εξαγορά της θητείας, της  δυνατότητας δηλαδή των πολιτών να εξαγοράζουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, αποδυναμώθηκε ο στρατός των Θεμάτων και αυξήθηκαν οι   ανάγκες σε μισθοφόρους. Τότε ο αυτοκράτορας αποφάσισε να κόψει ένα ελαφρύτερο νόμισμα με περιεκτικότητα σε χρυσό λιγότερο από 24 καράτια, για να χρηματοδοτήσει τα έξοδα των μισθοφόρων.Ήταν η πρώτη σοβαρή υποτίμηση του χρυσού σόλιδου, η αξία του οποίου είχε παραμείνει σταθερή για περισσότερο από επτακόσια χρόνια. Η πολιτική της υποτίμησης σαν προέκταση των οικονομικών προβλημάτων, σε συνδυασμό με τις ήττες στα πεδία των μαχών και την αστάθεια της πολιτικής εξουσίας, έμελλε να έχει καταστροφικές συνέπειες.
            Μετά την επιτυχημένη βασιλεία του Βασιλείου Β΄, θα  παρουσιαστεί μεγάλο έλλειμμα ικανών αυτοκρατόρων. Θα ανεβούν στο θρόνο άνθρωποι μειωμένων ικανοτήτων, όσον αφορά τη διαχείριση των στρατιωτικών υποθέσεων αλλά και την πολιτική διαχείριση της αυτοκρατορίας. Η εσωτερική αυτή αποσύνθεση της βυζαντινής εξουσίας θα αρχίσει να διαβρώνει τις αυτοκρατορικές παραδόσεις.
            Η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας θα προκαλέσει μια σειρά από εχθρικές επιθέσεις. Από τα δυτικά οι Νορμανδοί, στον Καύκασο εξέγερση των ντόπιων ηγεμόνων, επιδρομές Βούλγαρων και Ρώσων  και προέλαση των Σελτζούκων.Όμως η σοβαρότερη στρατιωτική απειλή ήταν οι Πετσενέγκοι, που διέσχισαν τον παγωμένο Δούναβη το χειμώνα του 1046-1047, σηματοδοτώντας την αρχή ενός εξαετούς πολέμου στα Βαλκάνια (1048-10539).
            Παρόλο που  ο Κωνσταντίνος Μονομάχος είχε στη διάθεσή του ικανότατους στρατηγούς, όπως τον Γεώργιο Μανιάκη και τον Κατακαλών Κεκαυμένο, ανέθετε την διοίκηση το στρατού σε αυλικούς αξιωματούχους μέσα σε ένα κλίμα καχυποψίας και μηχανορραφιών. Όπως σχολιάζει ο Ιωάννης Σκυλίτζης, με πρόδηλη αποδοκιμασία, καθ΄όλη τη διάρκεια της βασιλείας του συνέχισε να ξοδεύει μεγάλα χρηματικά ποσά στα μεγαλεπήβολα οικονομικά του σχέδια (ιδρύσεις και ανακαινίσεις μονών, εκκλησιών), ενώ καθιέρωσε την συνήθεια της εκμίσθωσης των φόρων σε ιδιώτες. Οι εκμισθωτές των φόρων πλήρωναν άμεσα στην αυτοκρατορία τους φόρους που έπρεπε να καταβάλει μια περιοχή και στη συνέχεια τους εισέπρατταν οι ίδιοι από τους φορολογούμενους. Το μέτρο αυτό αποδείχθηκε ολέθριο, αφού οι ιδιώτες εισέπρατταν από τους πολίτες ποσά πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που σύμφωνα με τους νόμους έπρεπε να καταβληθούν.
            Για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές ανάγκες έκοψε ένα ελαφρύτερο χρυσό νόμισμα, το τεταρτηρόν, το οποίο θεωρήθηκε ισότιμο του χρυσού και χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή των μισθοφόρων. Ο αυτοκράτορας όμως συνέχισε και την τακτική της υποτίμησης του νομίσματος, του παραδοσιακού χρυσού κέρματος, στο οποίο ο Κωνσταντίνος Η΄(1025-1028)  και ο Μιχαήλ Δ΄( 1034-1041) είχαν προσθέσει μια μικρή ποσότητα αργύρου μειώνοντας την περιεκτικότητά του σε χρυσό σε λιγότερο από 95%. Επί Κωνσταντίνου Θ ΄ η διαδικασία υποτίμησης του άλλοτε πανίσχυρου βυζαντινού νομίσματος επιταχύνθηκε και, όπως φάνηκε, πήρε ανεξέλεγκτη τροπή: εκδόθηκαν τέσσερα χρυσά νομίσματα αυξάνοντας την υποτίμηση στο 81 %. Αλλά και αυτά υποβαθμίστηκαν αφού η  αρχική περιεκτικότητά τους σε χρυσό έφτασε το 73%. Οι αυτοκράτορες που ακολούθησαν, συνέχισαν να προσθέτουν λιωμένα αργυρά νομίσματα στα χρυσά, μέχρι που το νόμισμα έφτασε να περιέχει μόνο 10% χρυσό τη δεκαετία του 1080. Η διαφορά μεταξύ αυτών των νομισμάτων και των νομισμάτων του Βασιλείου Β΄, γινόταν αμέσως αντιληπτή και όλοι ζητούσαν να πληρωθούν με το παλιό καλό νόμισμα απορρίπτοντας την υποτιμημένη μονάδα.
           Η υποτίμηση δεν αναφέρεται σε καμιά ιστορική πηγή της εποχής εκείνης. Την ανακάλυψαν οι σύγχρονοι νομισματολόγοι που ανέλυσαν το μειούμενο βάρος των χρυσών νομισμάτων του 11ου αιώνα και υπολόγισαν την σταθερή αύξηση του κράματος αργύρου που χρησιμοποιούνταν. Η απόφαση να υποβαθμιστεί η αξιοπιστία ενός τόσο ισχυρού υπόβαθρου της αυτοκρατορίας παραμένει ανεξήγητη. Πώς είναι δυνατόν οι ηγεμόνες του Βυζαντίου να μην αντιλαμβάνονταν τους κλυδωνισμούς που θα επέφερε η υποτίμηση του νομίσματος τόσο στην επικράτεια όσο και στο εξωτερικό;
          Από τη στιγμή που έγινε η αρχή, η συνέχεια ήταν αδύνατον να αποφευχθεί. Μετά την ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071, η υποτίμηση έλαβε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις λόγω της διόγκωσης των στρατιωτικών και οικονομικών προβλημάτων. Τα στρατεύματα αρνούνταν να πληρωθούν με  τα αγνώριστα πλέον χρυσά τεταρτηρά και νομίσματα, ενώ οι έμποροι απέρριπταν τη βυζαντινή μονάδα και προτιμούσαν τα χρυσά αραβικά δηνάρια ή και τα φτηνά αργυρά νομίσματα που κόβονταν στις ευρωπαϊκές πόλεις. Το αυτοκρατορικό κύρος του Βυζαντίου αιμορραγούσε…
           Μια ισχυρή παράδοση του βυζαντινού πολιτισμού, το << δολάριο και ευρώ>> του Μεσαίωνα, όπως ετεροχρονισμένα χαρακτηρίστηκε, υπονομεύτηκε. Λίγο πριν από τις αρχές του 12ου αιώνα, ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να ανατρέψει αυτή την πτωτική πορεία, και το 1092 έκοψε ένα νόμισμα 20,5 καρατίων σε χρυσό, το υπέρπυρον, που αντικατέστησε τα ευτελή νομίσματα. Αν και το νέο νόμισμα δεν ήταν πια επίπεδο αλλά κοιλόκυρτο, και δεν απέκτησε ποτέ εφάμιλλο κύρος με το παλαιό, η αυτοκρατορία επανέκτησε μια αξιόπιστη χρυσή μονάδα που τη βοήθησε να επανακάμψει από τη ζημιογόνο πολιτική της υποτίμήσης.
         Η περίοδος  (1261-1453) χαρακτηρίζεται από την έλλειψη χρυσών νομισμάτων και τις τελευταίες κοπές υπέρπυρου που χρονολογούνται γύρω στο 1350. Το 1294 ο Ανδρόνικος Β΄ και ο Μιχαήλ Θ΄ καθιερώνουν το λεγόμενο βασιλικό νόμισμα, το οποίο είναι ίδιο με τα ασημένια δουκάτα. Αποτελείται από καθαρό ασήμι και έχει επίπεδο σχήμα. Την περίοδο 1330-1340 το βάρος του νομίσματος αυτού ελαττώνεται και τον 14ο αιώνα τη θέση του την παίρνει ένα καινούργιο αργυρό νόμισμα, το σταυράτο. Ταυτόχρονα συνεχίζουν να κυκλοφορούν νομίσματα από κράμα και χάλκινα.
                                                                         
                         
       Βασικη Πηγή: << Τι είναι το Βυζάντιο>>, Τζούντιθ Χέριν
                                Άρθρο της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, Φιλολόγου-Ιστορικού Βυζαντινής Ιστορίας                                           Χρυσό βυζαντινό νόμισμα: δολάριο του Μεσαίωνα, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ
                                 

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Μανουήλ Χρυσολωράς: το ταξίδι από το Βυζάντιο στην Ιταλία

 
Το πορτρέτο του Μανουήλ Χρυσολωρά στο μουσείο του Λούβρου
 
                            Μανουήλ Χρυσολωράς: το ταξίδι από το Βυζάντιο στην Ιταλία
 
          Ο Μανουήλ Χρυσολωράς (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Κωνσταντία, 15 Απριλίου 1415) με τα ταξίδια του στην Ιταλία σηματοδότησε την αρχή της διδασκαλίας της ελληνική γλώσσας κατά την αναγέννηση και την επαφή με τα κλασσικά έργα της ελληνικής γραμματείας. Το συγγραφικό του έργο δεν ήταν εκτεταμένο, ο διδακτικός του όμως ρόλος στην πρώιμη Αναγέννηση υπήρξε αποφασιστικός.
        Γύρω στο 1390- 1391 ο Χρυσολωράς, όντας διπλωμάτης και στενός συνεργάτης του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄, πρέπει να έκανε το πρώτο του ταξίδι στη Βενετία και να γίνεται γνωστός στους κύκλους των διανοούμενων. Η επιστημοσύνη του και η άριστη γνώση της γλώσσας που μπορούσε να τη διδάξει, προκαλούν εντύπωση στους Ιταλούς, μέσα στο πλαίσιο του μεγάλου ενδιαφέροντος  τους για  τον κλασσικό πολιτισμό.
          Το <<σχέδιο>> για να εξασφαλιστούν οι υπηρεσίες του Χρυσολωρά στην Ιταλία θα ωριμάσει με αργό ρυθμό. Το φλωρεντινό σπουδαστήριο θα τον προσκαλέσει για να διδάξει <<grammatican et litteras graecas>>  κάνοντας του μάλιστα δεκαετές συμβόλαιο με υψηλό μισθό.  Ο Λεονάρντο Μπρούνι, ο Πότζιο Μπρατσιολίνι, ο Αμπόργκιο Τραβερσάνι και άλλοι φημισμένοι ουμανιστές ήταν μαθητές του. 
          Η επιτυχία των μαθημάτων του ήταν μεγάλη, χάρη στην ικανότητα του Χρυσολωρά να απλουστεύει τα παραδοσιακά βιβλία της γραμματικής, αφαιρώντας τις περίπλοκες  δυσκολίες που είχαν επιβληθεί στους μαθητές των σχολείων της βυζαντινής εποχής. Παρόλο που η γλώσσα εξακολουθούσε να μην είναι εύκολη, ο Χρυσολωράς κατόρθωσε να την καταστήσει προσιτή σε μεγάλο αριθμό σπουδαστών. Το έργο του <<Τα ερωτήματα>>  που βασίζεται στη μορφή των ερωταπαντήσεων, μεταφράστηκε στα λατινικά  και τυπώθηκε το 1471 σε ελληνολατινικη επιτομή του μαθητή του, Γκουαρίνο και  έχαιρε υψηλής εκτίμησης.
         Ο Χρυσολωράς βεβαίως χρειάστηκε, εκτός από δάσκαλος, να λειτουργήσει και πάλι με την αρχική του ιδιότητα, του διπλωμάτη, όταν από το 1400 και για μια τριετία ακολούθησε τους σημαντικότερους σταθμούς του Μανουήλ Β΄ στην πορεία του στη Δύση, για την αναζήτηση ερεισμάτων και βοήθειας. Επιστρέφει στην Πολη το 1403 και διδάσκει για εκεί για μια πενταετία, έχοντας ως μαθητή του τον περίφημο Γκουαρίνο, από τη Βερόνα της Ιταλίας. Ακολουθεί δεύτερη περίοδος διπλωματικών ταξιδιών, από τη Βενετία στη Γένοβα, στο Παρίσι, στη Βαρκελώνη, στη Ρώμη, στη Φλωρεντία.
         Ανάμεσα στα έργα του συναντούμε: «Ερωτήματα» με μορφή ερωταποκρίσεων, «Σύγκρισις Παλαιάς και Νέας Ρώμης» (δηλ.της Ρώμης με την Κωνσταντινούπολη) και μεταφράσεις στα λατινικά κλασσικών έργων, όπως η «Πολιτεία» του Πλάτωνα και η «Οδύσσεια» του Ομήρου.
        Ο Χρυσολωράς, καθώς αντιμετώπισε το πρόβλημα της μετάφρασης, είχε την ευκαιρία κνα διατυπώσει τη δική του θεωρία για τον τρόπο μετάφρασης.  Η άποψη του συνοψίζεται από το μαθητή του Τσέντσιο ντε Ρουστίτσι, που τον είχε συνοδεύσει στον τελευταίο σταθμό της ζωής του, στη σύνοδο της Κωνστάτζας και το 1416 έγραψε με σεβασμό για το δάσκαλό του:

              << Θα ήθελα να πω κάτι για το χαρακτήρα του  μεταφραστή. Ο Μανουήλ, άνθρωπος με θεϊκές αναμφίβολα ιδιότητες, συνήθιζε να λέει πως η κατά λέξη απόδοση στα λατινικά είναι άκρως ανεπαρκής. Ισχυρίστηκε πως  όχι μόνο ήταν παράλογη, αλλά ότι κάποιες φορές  παραποιούσε εντελώς το νόημα στα ελληνικά. Αντίθετα, υποστήριζε πως έπρεπε κανείς να μεταφράζει κατά νόημα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί που έκαναν τη μετάφραση θα αναλάμβαναν οπωσδήποτε την υποχρέωση να μην αλλάξουν επ΄ουδενί το ελληνικό ιδίωμα. Γιατί αν κάποιος άλλαζε το ελληνικό ιδίωμα για να γίνει σαφέστερος η πιο ανοιχτός στο κοινό του, θα επιτελούσε έργο σχολιαστή και όχι μεταφραστή>>.
         Η τελευταία αυτή αντίληψη, η αντίθεση ανάμεσα στο μεταφραστή και το σχολιαστή, ανάγεται στο Μεσαίωνα. Ο  Χρυσολωράς πίστευε ότι ο μεταφραστής πρέπει να κατανοεί και να αποδίδει το πνεύμα του κειμένου, μένοντας πιστός στο πρωτότυπο αλλά και σεβόμενος τις ιδιορρυθμίες της λατινικής, ώστε το μεταφραζόμενο κείμενο να είναι ευανάγνωστο και κατανοητό.
         Ο Χρυσολωράς θα πεθάνει το 1415, ενώ παρακολουθούσε τις εργασίες της εκκλησιαστικής συνόδου της Κωνστάντζας.
        Στο μουσείο του Λούβρου βρίσκεται το πορτρέτο του Χρυσολωρά, δείγμα της ισχυρής επίδρασης που άσκησε στην Ιταλία.
        Το 1452 ο μαθητής του, Γκουαρίνο, σε μια πράξη αφοσίωσης στον προσωπικό του δάσκαλο, αποφάσισε να συγκεντρώσει μια συλλογή κειμένων που θα καταδείκνυαν τη θέση που κατείχε ο δάσκαλός του στον κόσμο της γνώσης. Η συλλογή περιλάμβανε επιστολές  γραμμένες από τον Γκουαρίνο και τον κύκλο του. Ο τίτλος της συλλογής ήταν Χρυσολωρίνα, λέξη που επινόησε ο ίδιος, κατ’ αντιστοιχία με τα λατινικά επίθετα Mantiana, Appiana, Decimiana και Luculliana. Αυτές ήταν οι λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι  Ρωμαίοι για να περιγράψουν τους <<καρπούς των δέντρων>> που εισήγαγαν από την Ανατολή οι περίφημοι επικούρειοι και άλλοι. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Μανουήλ Χρυσολωράς είχε εισαγάγει τα γράμματα και τις καλές τέχνες από το Βυζάντιο στην Ιταλία.

 Σημείωση: μεγάλο μέρος των πληροφοριών για τον Μανουήλ Χρυσολωρά αντλήθηκε απο το βιβλίο του  N. G. WILSON  << από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση>>                                                            

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Καστροχώρια της Ελλάδας -- Μεστά Χίου --

 
 
 
 
             Ένα από τα Μαστιχοχώρια της Χίου είναι τα Μεστά, που έχουν μείνει ανέγγιχτα στο πέρασμα των αιώνων. Χτσιμένα  από το Μεσαίωνα και το Βυζάντιο, πάνω σε ξερούς λόφους, χωριά που έχουν την ιδιότητα να αφηγούνται την ιστορία χωρίς να ανοίξεις το βιβλίο...
 
            Τα Μεστά είναι το πιο καλοδιατηρημένο «Μαστιχοχώρι» της Χίου. Είναι μεσαιωνικό χωριό, από τα ωραιότερα καστροχώρια του νησιού.
            Η μορφή του χωριού και η αρχιτεκτονική του είναι μοναδικά στον Ελλαδικό χώρο. Το χωριό, το οποίο δεσπόζει σε μια μικρή κοιλάδα, κτίστηκε στα βυζαντινά χρόνια, με δαιδαλώδη εσωτερικά δρομάκια, ενώ τα σπίτια που ήταν χτισμένα από την εξωτερική πλευρά έπαιζαν το ρόλο τείχους, έτσι δεν είχαν παράθυρα προς τα έξω. Τα σπίτια είναι κτισμένα δίπλα δίπλα χωρίς κενά, αφήνοντας μόνο δύο πύλες-εισόδους στο εσωτερικό του χωριού. Τα δρομάκια είναι στενά και τα περισσότερα είναι καλυμμένα με καμάρες πάνω στις οποίες είναι κτισμένες κατοικίες. Τα πέτρινα μεστούσικα σπίτια,  επικοινωνούν μεταξύ τους με τις λεγόμενες βότες, που δημιουργούν καμάρες, πάνω από τα στενοσόκακα. Οι κατασκευές αυτές εξυπηρετούσαν στο να συγκεντρώνονται οι κάτοικοι γρήγορα στον κεντρικό πύργο των Μεστών, το τελευταίο καταφύγιο σε περίπτωση κινδύνου. Στη θέση του σήμερα βρίσκεται η μεγαλύτερη εκκλησία της Χίου, ο Νέος Ταξιάρχης. Χαρακτηριστικά, λέγεται ότι, χάρη στην αρχιτεκτονική αυτή, μπορεί κάποιος να γυρίσει ολόκληρο το χωριό περπατώντας στις στέγες, χωρίς να χρειάζεται να πατήσει στο έδαφος.
             Ολόκληρο το χωριό έχει σχεδιαστεί και κτιστεί σαν ένας λαβύρινθος, με στόχο να εμποδίζει τους πειρατές των  να φτάσουν με ευκολία στο κέντρο του χωριού όπου βρίσκονται τα σημαντικότερα κτίρια. Οι Γενουάτες βελτίωσαν την οχύρωση του χωριού, το οποίο δεχόταν επιδρομές πειρατών. Στις εξωτερικές γωνίες του χωριού υπήρχαν (και σώζονται ακόμα στα Μεστά) μικροί κυκλικοί πύργοι. Η άμυνα γινόταν από τα δώματα, όπως και η υποχώρηση προς τον κεντρικό πύργο.
             Το παλαιότερο μνημείο των Μεστών (εκτός από το ίδιο το χωριό) είναι η εκκλησία του Παλαιού Ταξιάρχη. Είναι μια μονόκλιτη Βασιλική, κτισμένη κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Το 1794 επεκτάθηκε και έγινε δίκλιτη. Υπάρχουν ίχνη από παλαιές τοιχογραφίες, αν και οι περισσότερες έχουν καλυφθεί από επιχρίσματα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο του 1833, εξαίρετο δείγμα της τοπικής τεχνοτροπίας.


Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Η τζόστρα-κονταρομαχία

 
 
 
 
 
                Η γκιόστρα ή τζούστρα ή τζύστρια ή τορνεμές ή τορνεμέντον ή ξυλοκονταρία ή κονταροκτύπημα ἠ ασίδηρος διαδορατισμός.
               Η τζόστρα και ό τορνεμες
               Η τζόστρα ήταν μονομαχία δύο ανδρών ενώ αντιθέτως ο τορνεμές ( tournoi) περιελάμβανε πολλούς εναντίον πολλών.
                Η κονταρομαχία ξεκίνησε σαν μια διαδικασία "μονομαχίας" μεταξύ δύο βαριά οπλισμένων ιππέων, που εμφανίστηκε στην μεσαίωνική ευρώπη περίπου στις αρχές του 12ου αιώνα (1100). Στην συνέχεια, μετατράπηκε σε ένα "εξειδικευμένο" άθλημα, αλλά και σαν ένας τρόπος "επίλυσης διαφορών" μεταξύ των ιπποτών του μεσαίωνα. Με το πέρασμα των χρόνων, η κονταρομαχία μεταμορφώθηκε σε μια δημοφιλή διαδικασία μεταξύ ιπποτών σε ολόκληρη την μεσαιωνική Ευρώπη, ενώ ήταν δημοφιλές αγώνισμα και στο Βυζάντιο, ιδιαίτερα ανάμεσα στους αριστοκρατικούς κύκλους.
                 Στο παρακάτω απόσπασμα με την γλαφυρή γραφή του Κώστα Κυριαζή, παρακολουθούμε έναν αγώνα τζόστρας που γίνεται στον ιππόδρομο της Πόλης,  με την ευκαιρία του γάμου του Αλέξιου Κομνηνού με την Άννα τη Φράγκα (2 Μαρτίου 1180) . Στον αγώνα  συμμετέχει ο Ανδρόνικος Κομνηνός, μετέπειτα αυτοκράτορας, ενώ από το θεωρείο παρακολουθούν ο  αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός, η σύζυγός του Μαρία, και το νεόνυμφο ζευγάρι, ο Αλέξιος Κομνηνός και η Άννα η Φράγκα.

            <<Χαμήλωσαν τα κοντάρια τους οι καβαλάριοι, χαιρέτησαν. Ανέμισαν τα μαντήλια που είχαν δεμένα πάνω τους. Μαντίλια δοσμένα από μεγαλοκυράδες, που είχαν δεχτεί να κονταροχτυπηθούν  στ’ όνομά τους οι καβαλάριοι. Ένας μόνο δεν είχε μαντίλι στη λόγχη του, ο ψηλός, ο ανώνυμος(Ανδρόνικος Κομνηνός). (…)
                Χτύπησαν πάλι οι σάλπιγγες, γύρισαν δεξιά οι καβαλάριοι που ήταν δεξιά, ζερβά οι άλλοι, και καλπάζοντας πήγαν στις δυο άκρες του πέλματος. Κάπως διαφορετική ήταν η ρωμαίικη τζόστρα από τη φράγκικη. Ξύλινο χώρισμα ανάμεσα στους δυο καβαλάριους δεν υπήρχε. Έτσι γινόταν ακόμα πιο δύσκολος ο αγώνας, γιατί τα άτια που κάλπαζαν ξέφρενα, λίγο να μην πρόσεχαν οι καβαλάριοι, μπορούσαν να συγκρουστούν.
               (…) Τελευταίος έμεινε ο ανώνυμος. Κέντρισε το άλογό του, όταν χτύπησαν οι σάλπιγγες και χύθηκε με καλπασμό να βρει τον αντίπαλό του. Στεκόταν τόσο όμορφα πάνω στο άτι του και το κοντάρι του ήταν τόσο ακίνητο, σαν να ήταν καρφωμένο στου κορμί του, που άθελά του ο λαός ζητωκραύγασε. Το κασίδι του Φράγκου σημάδεψε την τελευταία στιγμή, όταν ζυγώσανε τα άτια, ο ανώνυμος, και το χτύπημά του ήταν τόσο τέλειο, που ο ιππότης έφυγε από τη σέλα του και γκρεμίστηκε με πάταγο σιδερικών πάνω στην άμμο του πέλματος. Κράτησε το άτι του ο ανώνυμος, έριξε μια ματιά στον αντίπαλό του, είδε ότι κουνιότανε, ότι προσπαθούσε να σηκωθεί, κι έπειτα με ελαφρύ τροχασμό έφθασε το κάθισμα, χαιρέτησε τον αυτοκράτορα, την Αυγούστα, τον Αλέξιο, και κράτησε αρκετή  ώρα σε χαιρετισμό τη λόγχη του μπρος στην Αγνή (Άννα), που τον κοιτούσε συνεπαρμένη. Έπειτα γύρισε, κι ενώ ξεσπούσε ο λαός σε πανηγυρισμούς, ξαναπήρε τη θέση του για τους τελικούς…
           (…) Με κρατημένη την ανάσα παρακολουθούσαν λαός, αυτοκράτορας, αρχόντοι και μεγαλοκυράδες τις ετοιμασίες που κάναν οι δυο αντίπαλοι. Ο Φράγκος άλλαξε άλογο,  καβάλησε ένα πιο βαρύ τώρα και πήρε ένα καινούριο κοντάρι. Ο ανώνυμος δεν άλλαξε άτι, μόνο έπιασε δυο-τρία κοντάρια, τα ζύγιασε, και κράτησε το τελευταίο.
                Στριγκές ακούστηκαν οι σάλπιγγες. Οι δυο καβαλάριοι κέντρισαν με τα σπιρούνια τους τα άλογά τους και το ποδοβολητό τους αντήχησε πάλι στον ιππόδρομο. Πιο βαρύ το άλογο του Φράγκου, δεν έμοιαζε να μπορεί να καλπάζει όσο του ανώνυμου. Τα στοιχήματα που δίνανε και παίρνανε ως εκείνη τη στιγμή, σταμάτησαν. Τα άτια πλησίαζαν, φθάσαν, πηγαίναν τόσο ίσια και τόσο απέναντι το ένα στο άλλο, που όλοι πίστευαν πως θα χτυπιόνταν μεταξύ τους. Την τελευταία στιγμή όμως, όταν πήχες χώριζαν τους δυο αντιπάλους, σα να λόξεψαν και τα δυο, σα να άφησαν χώρο αναμεταξύ τους. Το βρόντημα που κάναν τα κοντάρια που σπάζαν, έκανε  το λαό να μπήξει μια φωνή. Σπάσαν τα κοντάρια, αλλά κανένας από τους καβαλάριους δεν έπεσε απ΄ το άλογό του. Ο Φράγκος μόνο, σα να κλονίστηκε λιγάκι. Γύρισαν πίσω, ο ανώνυμος διάλεξε ένα κοντάρι από κλαδί βελανιδιάς, το ίδιο και ο Φράγκος.
               ‘Ήχησαν πάλι οι σάλπιγγες. Ο ανώνυμος έσφιξε γερά το κοντάρι και κέντρισε το άλογο, που λες και τούτη τη φορά είχε φτερά και πέταξε, δεν κάλπασε. Πέρασε δυο μάκρητα την άσπρη γραμμή το άλογο του ανώνυμου και, όταν πια ζύγωσε τον Φράγκο, ο καβαλάρης του γύρισε το κοντάρι του έτσι που να βρει κατάστηθα τον αντίπαλό του. Το σημάδεμα του Ρωμαίου ήταν τόσο καλό, που βρήκε κατάστηθα τον Φράγκο, και ήταν τόσο γερό το κοντάρι, που τινάχτηκε με τόση δύναμη πίσω ο ιππότης, ώστε παράσυρε και το βαρύ του άλογο, που σωριάστηκε κι αυτό ανάσκελα, πλακώνοντάς τον.
             Ο ανώνυμος τράβηξε τα ρέτενα, έμεινε ακίνητος εκεί που βρισκόταν και όλοι πίστεψαν ότι ήταν αυτός και το άτι του άψυχοι. Σήκωσε αργά το κοντάρι και κεντρίζοντας ανάλαφρα  το άλογό του, το έκανε να τριποδίσει τόσο όμορφα, που ο λαός ξεφώνισε τον ενθουσιασμό του. Αργά αργά έφτασε μπροστά στο κάθισμα ο ανώνυμος, χαιρέτησε με το κοντάρι του πρώτα τον αυτοκράτορα Μανουήλ, που τον κοίταζε με κάποιο φθόνο που δεν μπορούσε να κατεβεί κι αυτός, να κονταροχτυπηθεί, πρώτα γιατί ήταν αυτοκράτορας και δεν πήγαινε  εδώ στη Θελοφύλαχτη να χτυπηθεί μπρος στο λαό του, και δεύτερο γιατί η υγεία του δεν το επέτρεπε, ύστερα χαιρέτησε τον Αλέξιο, την Αυγούστα, και κατόπι στράφηκε στην Αγνή, την Άννα πια.
           Το  άλογό του οδηγημένο από το χέρι του, ανεβοκατέβασε τρεις φορές το κεφάλι του μπροστά της.(…)
           Φώναξε πάλι το ενθουσιασμό του ο λαός για τον καβαλάριο, που τον φώναζαν Βένετο, από το χρώμα της σαγής του αλόγου, για την Αυγούστα Άννα που είχε τιμήσει.
           Καταλάγιασαν οι τιμές, ο Μανουήλ πρόσταξε να δοθούν τα έπαθλα στους νικητές και περίμενε με κάποια αγωνία- γιατί κάτι είχε αρχίσει να υπονοιάζεται- να βγάλει το κασίδι ό ανώνυμος, να δει ποιος ήταν. Και αγωνιούσε γιατί, αν ήταν πραγματικά ο Ανδρόνικος, θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, γιατί αυτή τη στιγμή ήταν το είδωλο του λαού κι ο πάντα ευκολοάλλαγος λαός μπορεί να θύμωνε, όταν μάθαινε ότι θα εξοριζότανε ξανά…>>




                                                           Κώστα Κυριαζή, Αγνή η Φράγκα – Οι τελευταίοι Κομνηνοί


              Τελικά ο Ανδρόνικος Κομνηνός, μια από τις πιο τυχοδιωκτικές μορφές στην ιστορία του Βυζαντίου, δεν θα αποκαλύψει το πρόσωπό του, γιατί έτσι έκρινε ότι τον βόλευε στα σχέδιά του, τη δεδομένη χρονική στιγμή…


Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Τοπογραφία Κωνσταντινούπολης - Μονή Μυρελαίου -

 

 

Αριστερά, αναπαράσταση της Μονής, όπου φαίνεται το διώροφο κτίριο και δεξιά η Μονή όπως είναι σήμερα  γνωστή ως Μπόντρουμ Τζαμί.
 
 
                Η Μονή του Μυρελαίου ήταν ελληνικό χριστιανικό μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη που μετά την οθωμανική κατάκτηση της πόλης μετατράπηκε σε τέμενος, σήμερα γνωστό ως Μπόντρουμ Τζαμί. Δίπλα ακριβώς  στην μονή υπήρχε το ανάκτορο του Ρωμανού  Λεκαπηνού με το οποίο η Μονή επικοινωνούσε άμεσα. Η Μονή χτίστηκε διώροφη με στόχο να είναι στο ίδιο επίπεδο με την ταράτσα του παλατιού.
 
             Η ακριβής χρονολογία ανέγερσης του ναού δεν μας είναι γνωστή. Επρόκειτο όμως για το καθολικό της μονής του Μυρελαίου που ίδρυσε, σύμφωνα με τις πηγές, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α΄ Λεκαπηνός (920-944).Το 922 ενταφιάστηκε στο ναό η σύζυγος του Ρωμανού Α΄ Θεοδώρα. Επομένως, η ίδρυση του μνημείου θα πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ 920 (έτος κατά το οποίο ο Ρωμανός Α΄ ανήλθε στο θρόνο) και 922, οπότε ο ναός θα πρέπει να ήταν σχεδόν έτοιμος εφόσον χρησιμοποιήθηκε για την ταφή της αυτοκράτειρας.
           Οι περισσότερες πηγές συγκλίνουν στην ίδρυση της μονής από τον Ρωμανό Α΄, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζεται να μετατρέπει σε μονή το παρακείμενο παλάτι του. Μετά το θάνατο του Ρωμανού, το καθίδρυμά του συνέχισε να λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα, έχοντας φιλοξενήσει μέλη αυτοκρατορικών οικογενειών ως μοναχές και έχοντας δεχτεί αυτοκρατορικές δωρεές σε γαίες· το 14ο αιώνα και πριν από το 1315 μετατράπηκε σε ανδρική μονή. Τελευταία φορά η μονή αναφέρεται πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, γύρω στο 1400, με αφορμή κάποια αγοραπωλησία, ενώ δεν γνωρίζουμε την τύχη της ύστερα από αυτήν.
             Το καθολικό της μονής φαίνεται ότι προοριζόταν εξαρχής για ταφικό μνημείο της οικογένειας των Λεκαπηνών. Το 922 έγινε εκεί η πρώτη ταφή, της Θεοδώρας, συζύγου του Ρωμανού Α΄. Ο μεγαλύτερος γιος του αυτοκράτορα, ο συναυτοκράτορας Χριστόφορος, ετάφη στο Μυρέλαιο το 931. Ακολούθησε άλλος ένας γιος του Ρωμανού, ο Κωνσταντίνος, το 946, ο οποίος ετάφη στο ίδιο μνήμα με τη σύζυγό του Ελένη, που είχε πεθάνει το 940. Το 948 έγινε η μετακομιδή της σορού του Ρωμανού Α΄, που πέθανε εξόριστος στο νησί Πρώτη. Τέλος, το 961, η κόρη του Ρωμανού και χήρα του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου Ελένη, ετάφη δίπλα στη οικογένειά της στο καθίδρυμα του πατέρα της.
             Το 1203 καταστράφηκε από πυρκαγιά εξαιτίας εμπρησμού και ερειπώθηκε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1204-1261). Γύρω στο 1300, επί Παλαιολόγων, υπέστη, όπως προκύπτει από τα ευρήματα των ανασκαφών, μεγάλης κλίμακας αναστηλωτικές εργασίες που άλλαξαν πολλά στοιχεία του αρχικού κτίσματος απλουστεύοντας την αρχική του μορφή.
 
             Ο ναός, με εξωτερικές διαστάσεις 11,22 μ. × 17,50 μ. και κάτοψη σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου τετρακιόνιου με τρεις αψίδες στα ανατολικά, κτίστηκε εξ ολοκλήρου με πλίνθους, πάνω σε υψηλή υποδομή. Η υποδομή αυτή ήταν απαραίτητη για να έλθει ο ναός στο ίδιο επίπεδο με το γειτονικό συγκρότημα του ανακτόρου του Ρωμανού, με το οποίο κτίστηκε σε επαφή και φαίνεται ότι επικοινωνούσε άμεσα.
             Ο τρούλος του ναού, διαμέτρου 5,50 μ., πτυχωτός, με ψηλό (3,15 μ.), οκτάπλευρο τύμπανο, στηρίζεται σε τέσσερις κτιστούς πεσσούς.
           Εξωτερικά, μία σειρά από κτιστούς ημικυκλικούς πεσσούς προβάλλει στις επιφάνειες των εξωτερικών τοίχων την εσωτερική αρχιτεκτονική διάρθρωση του ναού και προσδίδει πλαστικότητα και πολυπλοκότητα στη δυτική, βόρεια και νότια όψη του. Οι επιφάνειες αυτές φέρουν επίσης πολλά ανοίγματα, πολλαπλώς αλλοιωμένα από την εποχή των Παλαιολόγων μέχρι και τις μέρες μας.
 
 
            Με διαστάσεις 13,10 μ. × 24,10 μ., η υποδομή- το υπόγειο μέρος  του ναού αποτελεί μια απλή δομική κατασκευή από λίθους και πλίνθους, η οποία χτίστηκε με μόνο σκοπό τη δημιουργία μιας πλατφόρμας έδρασης του κυρίως ναού στο ίδιο ύψος με το παρακείμενο ανάκτορο του Ρωμανού. Η πρωτότυπη αυτή αρχιτεκτονική λύση έδωσε στο όλο μνημείο εντυπωσιακό ύψος και επιβλητική πυργοειδή μορφή. Στην αρχική φάση του κτίσματος, το 10ο αιώνα, χρησίμευε κατά πάσα πιθανότητα ως αποθηκευτικός χώρος, χωρίς να επικοινωνεί άμεσα με τον υπερκείμενο ναό. Κατά τη διάρκεια της παλαιολόγειας επισκευής στο ναό του Μυρελαίου (περί το 1300) ο χώρος της υποδομής ανακαινίστηκε και μετατράπηκε σε υπόγειο σταυροειδή ναό. Το δάπεδο ανυψώθηκε, τα ανοίγματα ανακατασκευάστηκαν και διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες. Όπως φαίνεται από τις επτά ταφές κατά μήκος του νότιου κλίτους, ο υπόγειος αυτός ναός έλαβε το χαρακτήρα ταφικής κρύπτης.
           Ο υπόγειος ναός έχει περίπου το ίδιο μέγεθος με τον υπερκείμενο και την ίδια εσωτερική διάταξη. Στο εσωτερικό του διατηρούνται οι τέσσερις κίονες με μαρμάρινα κορινθιακά κιονόκρανα σε δεύτερη χρήση. Εξωτερικά, διαμορφώνεται μία σειρά από ογκώδεις ορθογώνιους πεσσούς οι οποίοι ενώνονται με τόξα.
           Ο εσωτερικός διάκοσμος του ναού δεν διατηρήθηκε. Ωστόσο τα ευρήματα των ανασκαφών από το δάπεδο του κυρίως ναού κατέδειξαν μια πλούσια διακόσμηση: μαρμαροθετήματα με γεωμετρικά μοτίβα στο δάπεδο, ορθομαρμάρωση στο κατώτερο τμήμα των τοίχων και ψηφιδωτά στις ανώτερες ζώνες, καθώς και πλίνθινες πλάκες με πολύχρωμη γραπτή διακόσμηση.
        Ο υπόγειος ναός διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες, όπως αναφέραμε, όταν μετατράπηκε σε ταφική κρύπτη κατά τους Παλαιολόγειους χρόνους. Από το διάκοσμο αυτόν είχε διατηρηθεί μέχρι την τελευταία αναστήλωση του μνημείου ένα τμήμα τοιχογραφίας πάνω από έναν από τους τάφους: μια γυναικεία μορφή εικονιζόταν γονατιστή μπροστά στην Παναγία, που παριστανόταν στον τύπο της Οδηγήτριας. Σήμερα και το τμήμα αυτό της τοιχογραφίας έχει χαθεί.

          Ο ναός του Μυρελαίου είναι ένα από τα δύο πρωιμότερα παραδείγματα σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο στην αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης (το άλλο είναι η βόρεια εκκλησία της Μονής Λιβός). Ο τύπος αυτός, που επρόκειτο να γίνει ο επικρατέστερος στη βυζαντινή ναοδομία, εμφανίζεται στα μνημεία αυτά πλήρως απαρτισμένος. Η ποιότητα του μνημείου, τόσο ως προς το σχεδιασμό όσο και ως προς την εκτέλεση, είναι χαρακτηριστική. Η σπουδαιότητα όμως του Μυρελαίου αυξάνεται καθώς, εξαιτίας του μεγάλου κενού στα σωζόμενα μνημεία της Κωνσταντινούπολης, είναι ένα από τα ελάχιστα δείγματα κωνσταντινουπολίτικης ναοδομίας από την περίοδο της Μακεδονικής δυναστείας, ενώ πρέπει να φτάσουμε στον 11ο αιώνα για να συναντήσουμε το επόμενο δείγμα βυζαντινής ναοδομίας στην πρωτεύουσα.
           Πέραν του αρχιτεκτονικού τύπου, όμως, ο ναός αποκτά, σύμφωνα με τον Striker, ξεχωριστή ιστορική σημασία ως ιδιωτικό αυτοκρατορικό ταφικό κτίσμα του Ρωμανού Α΄. Ο Ρωμανός έγινε αυτοκράτορας παραγκωνίζοντας αθόρυβα τον ανήλικο ακόμη Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο υπό την ιδιότητα του βασιλεοπάτορα αρχικά και του συναυτοκράτορα στη συνέχεια. Αν και επιδίωκε να εδραιώσει τη δική του δυναστεία στην εξουσία, ποτέ δεν στράφηκε ανοιχτά εναντίον του Κωνσταντίνου Ζ΄, ο οποίος παρέμενε συναυτοκράτορας στη σκιά του πεθερού του. Σύμφωνα με τον Striker, η ίδρυση ενός οικογενειακού ταφικού μνημείου είχε αναμφίβολα σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ρωμανός ανέβηκε στο θρόνο. Οι αυτοκρατορικές ταφές γίνονταν στο ναό των Αγίων Αποστόλων, όμως η ταφή του ίδιου του Ρωμανού ή άλλων μελών της οικογένειάς του εκεί δεν θα μπορούσε ποτέ να νομιμοποιηθεί, οπότε δημιουργήθηκε η ανάγκη εξεύρεσης εναλλακτικού ταφικού χώρου. Η ενέργειά του αυτή ενθάρρυνε πιθανότατα τη μεταγενέστερη συνήθεια των Βυζαντινών να ιδρύουν ιδιωτικούς ταφικούς ναούς.
                                           
                                                Πηγή  Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη