Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Η γλώσσα των Βυζαντινών

           
 
 
 
 
 
            H ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν κράτος πολυεθνικό. Στην τεράστια επικράτειά της, η οποία απλωνόταν σε τρεις ηπείρους, στην πρωτοβυζαντινή περίοδο, συμβίωναν Έλληνες και εξελληνισμένοι λαοί, αυθεντικοί Ρωμαίοι, Αρμένιοι, Σύροι, Αιγύπτιοι και Ιουδαίοι, υπολείμματα παλαιών μικρασιατικών λαών (Ίσαυροι, Φρύγες, Καππαδόκες),στη Χερσόνησο του Αίμου, καθώς επίσης υπολείμματα νεώτερων εποικισμών Γαλατών και Γότθων. Όλοι αυτοί αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι, στον βαθμό που ήταν αφοσιωμένοι στην Εκκλησία και στον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, και ασφαλώς μιλούσαν τις δικές τους γλώσσες.  Γνωστότερες από αυτές ήταν η λατινική, στην οποία γράφονταν οι νόμοι του κράτους και οι αποφάσεις των αυτοκρατόρων και των δικαστών, και η ελληνική, την οποία μιλούσε το μεγάλο μέρος των κατοίκων της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα των ανατολικών περιοχών.
             Η ελληνική γλώσσα κυριαρχούσε στις ανατολικές επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους, η λατινική επικρατούσε στη διοίκηση  αλλά ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα επέτρεψε τη σύνταξη των δικαστικών αποφάσεων και στην ελληνική γλώσσα. Από τον 5ο αιώνα άρχισε να επεκτείνεται  και η σύνταξη των νόμων στην ελληνικά και η οποία γενικεύτηκε προς τα τέλη του 6ου αιώνα. Η λατινική γλώσσα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται στη διοίκηση και στη διπλωματία, αλλά σταδιακά υποχωρούσε διότι οι υπάλληλοι του κράτους επιλέγονταν μέσα από τους μορφωμένους αστούς που είχαν λάβει ελληνική μόρφωση. Η γλώσσα της εκκλησίας ήταν η ελληνική. Τελικά, από τον 7ο αιώνα η λατινική γλώσσα παραχώρησε τη θέση της στην ελληνική σε όλα  τα πεδία.
            Πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι η ελληνική γλώσσα του Βυζαντίου δεν ήταν η αρχαία ελληνική γλώσσα, δεν ήταν δηλαδή επιβίωση κάποιας από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, αλλά η συνέχεια της Κοινής, της γλώσσας που δημιουργήθηκε στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, όταν η ελληνική γλώσσα έγινε μέσο έκφρασης μη ελληνόφωνων πληθυσμών. Ήταν η απλή  εύκολη γλώσσα όλης της Μεσογειακής λεκάνης.
Α) Ήταν γλώσσα του Ευαγγελίου, Β) απλή λεξιλογικά – συντακτικά, Γ) με ευκολία την χρησιμοποιούσαν οι Ελληνικοί – ελληνίζοντος πληθυσμού.
          Πιστεύεται ότι η γλώσσα των Βυζαντινών έμοιαζε πολύ περισσότερο με την νέα ελληνική παρά με την αρχαία ελληνική.
          Παράλληλα με την καθημερινή γλώσσα διατηρήθηκαν και κάποια γλωσσικά ιδιώματα της αρχαιότητας, όπως η αττική διάλεκτος. Αυτή δεν είχε καμιά σχέση με την αττική διάλεκτο του 5ου αιώνα αλλά ήταν η αττικίζουσα των ρωμαϊκών χρόνων. Οι Βυζαντινοί λόγιοι προσκολλήθηκαν σε αυτήν τη γλώσσα, περιφρονώντας την απλή λαϊκή.Το μεγαλύτερο μέρος της Βυζαντινής γραμματείας γράφτηκε υπό την επίδραση Αρχαϊσμού – αττικισμού. Η επίμονη προσπάθεια μιμήσεως ύφους – ρητόρων, το κυνήγι σπανίων λέξεων, οδήγησε στην απώλεια επαφής με τον καθημερινό λόγο, έτσι ο αττικισμός εξελικτικά είχε αρνητική σημασία.
            Ουσιαστικά από τότε και για πρώτη φορά  θα ξεκινήσει ο γλωσσικός διχασμός. Το πρόβλημα της διγλωσσίας ανάγεται στην Ύστερη Αρχαιότητα, όταν εξαφανίζεται η προσωδιακή προφορά και απλοποιείται η ελληνική, καθώς γίνεται γλώσσα διεθνούς επικοινωνίας. Ωστόσο, οι κλασικοί φιλόλογοι της εποχής επέμειναν να γράφουν στην αρχαία αττική διάλεκτο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας πάλι επέλεξαν να γράφουν στην ομιλούμενη γλώσσα της εποχής τους, την ελληνιστική κοινή. Οι βυζαντινοί συγγραφείς κληρονόμησαν την παράδοση και συνέχισαν να γράφουν σε αττικίζουσα γλώσσα ορισμένα λογοτεχνικά είδη, ως επί το πλείστον εκείνα που είχαν τις καταβολές τους στην αρχαία λογοτεχνία, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ελληνιστική κοινή, η γλώσσα της Αγίας Γραφής και των λειτουργικών βιβλίων, πρόσφερε μια αποδεκτή λύση. Με το πέρασμα του χρόνου όμως και αυτή η γλώσσα απομακρύνεται από την ομιλουμένη. 
            Από το 12ο αιώνα και εξής εμφανίζεται και λογοτεχνία γραμμένη στη δημώδη γλώσσα που πλησιάζει την κοινή, σε κείμενα όπως ο Διγενής Ακρίτης και τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα.Πρόκειται για «βυζαντινά λογοτεχνικά έργα»  με μια σημασία κάπως ευρύτερη από τα αυστηρά χωρικά και χρονικά όρια της βυζαντινής αυτοκρατορίας και συμπεριλαμβάνει και έργα που γράφτηκαν σε περιοχές που είχαν περιέλθει σε δυτική κυριότητα (όπως το Χρονικό του Μορέως και την πρώιμη κρητική λογοτεχνία).

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

H επικοινωνία στο Βυζάντιο --Βυζαντινές καμινοβίγλες – Ωρονόμιο

           

 
              Οι φρυκτωρίες ήταν ένα σύστημα συνεννόησης με σημάδια που μεταβιβάζονταν από περιοχή σε περιοχή με τη χρήση πυρσών στη διάρκεια της νύκτας (φρυκτός=πυρσός και ώρα = φροντίδα). Φρυκτωρικούς πύργους χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι από την αρχαιότητα για να προειδοποιούν για επικείμενες επιδρομές, για πολεμικές επιχειρήσεις κά.
            Χαρακτηριστικά παραδείγματα συνεννόησης με οπτικό σήμα φωτιάς συναντάμε στις περιπτώσεις όπου π.χ. η Μήδεια ύψωσε αναμμένο πυρσό για να ειδοποιήσει τους Αργοναύτες να πάνε στην Κολχίδα ή όταν ειδοποιείται με πυρσό ο Αγαμέμνονας για την είσοδο του Δούρειου Ίππου στην Τροία από τον Σίνωνα,με πυρσό που σήκωσε ο ίδιος προς τον ελληνικό στόλο στην Τένεδο δίνοντάς του το σήμα της επιστροφής και κατάληψης της ανοχύρωτης πόλης.
             Στη βυζαντινή περίοδος, χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς και κάτω από ποιες συνθήκες, η ονομασία φρυκτωρίες (ή φρυκτώρια) εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από τη λέξη καμινοβίγλα και καμινοβίγλια, καθώς αναφέρει ο Νικηφόρος Φωκάς: «όπως ήνικα κίνησις των εχθρών γένηται και οι βιγλάτορες ταύτης αίσθωνται, δια των καμινοβιγλών και ο στρατηγός των εξέλευσιν των εχθρών προγιγνώσκει…».
             Η λέξη καμινοβίγλα εύκολα γίνεται κατανοητό ότι είναι σύνθετη από τις κάμινος και βίγλα, λέξεις ελληνικές και οι δυο. Η λέξη κάμινος είναι αρχαία ελληνική και υποδηλώνει έναν χώρο όπου καίγονται διάφορα υλικά, η δε λέξη βίγλα υποδηλώνει το παρατηρητήριο. Τα καμινόβλ(ι)α  ήταν επομένως «οπτικά παρατηρητήρια» και παραπέμπουν στους σταθμούς προειδοποίησης και επιφυλακής.
          Στο έργο του Νικηφόρου Φωκά «Περί Παραδρομής» γραμμένο στο β΄ μισό του 8ου αιώνα, υπάρχει ειδικό κεφάλαιο που επιγράφεται <<Περί των καμινοβιγλίων και κατασκόπων>> και αναφέρεται στο ρόλο που διαδραμάτιζαν ακριβώς τα κτίσματα αυτά και όσοι τα επάνδρωναν. Οι καμινοβιγλάτορες σκοπό είχαν να ειδοποιούν το στρατηγό αλλά και τον άμαχο πληθυσμό των απειλούμενων περιοχών για επικείμενη εχθρική επίθεση. Ιδιαίτερη μέριμνα έπρεπε να λαμβάνεται για τα σύνορα των αρμενικών θεμάτων, γιατί οι αρμένιοι βιγλάτορες συχνά παραμελούσαν τα καθήκοντά τους.
           Φυσικά υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με τις αρχαίες φρυκτωρίες, που αφορά τόσο τη διοικητική διάταξη όσο και τα ίδια τα κτίσματα. Από στοιχεία που έχουμε γνωρίζουμε π.χ. ότι οι καμινοβίγλες ως κατασκευές ήταν πολύ βελτιωμένες σε σχέση με τις φρυκτωρίες. Όπως σημειώνει ο Πορετσάνος στο βιβλίο του <<Ιστορία της Επικοινωνίας>>, μιλώντας για τον πύργο του Πύθιου της Θράκης, μια γνωστή καμινοβίγλα που διατηρείται ακόμη: «Ήταν τριώροφος, περιτριγυρισμένος με τείχος περιφέρειας 200 μέτρων περίπου και δίδυμος όπως και τώρα φαίνεται. Στο αριστερό τμήμα του είχε στην κορφή του σκεπασμένες επάλξεις – παρατηρητήρια στους κάτω ορόφους του αίθουσες διαμονής της  φρουράς. Με το δεξιό τμήμα του επικοινωνούσε με γέφυρα. Από τα παράθυρα του κυρίως «φρυκτωρίου–καμινοβιγλατορίου» ανταλλάσσονταν τα φωτεινά σήματα με την Ανδριανούπολη, την Πόλη κλπ. Είχαν μάλιστα και εντοιχισμένους και πήλινους  «τηλεφωναγωγούς» για να επικοινωνούν άμεσα και ευκολότερα οι φρυκτωροί – παρατηρητές με τους διοικητές τους και να τους προειδοποιούν για εχθρικές επιδρομές ή στα νησιά για  συχνότερες πειρατικές».
             Η παραπάνω περιγραφή βυζαντινής καμινοβίγλας είναι από τις λίγες που διαθέτουμε και που αφορά την αρχιτεκτονική διαρρύθμιση μιας από αυτές.

                                                                              Ωρονόμιο
              Τα έτη 829-842 μ. Χ. ο Λέων ο Μαθηματικός ή Φιλόσοφος βελτίωσε το σύστημα αποστολής πληροφοριών των φρυκτωριών  με το <<Ωρονόμιο>>, σύστημα συγχρονισμένο με μηχανικά ρολόγια υποδιαιρεμένα σε αντίστοιχες ώρες και συνδυασμένα με αριθμογραφικό κώδικα των πιο σημαντικών ειδήσεων.
            Ο Λέων δημιούργησε μία αλυσίδα μόλις επτά φρυκτωρικών πύργων – σταθμών, μήκους περίπου δύο χιλιάδων χιλιομέτρων από την Κωνσταντινούπολη ως την Ταρσό της Κιλικίας, τους οποίους και έκτισε στις ψηλότερες κορυφές των οροσειρών που μεσολαβούσαν μεταξύ των δύο πόλεων, ώστε η φωτιά τους να είναι ορατή από πολλά χιλιόμετρα μακριά. Το σύστημα μετέδιδε όχι ένα αλλά δώδεκα διαφορετικά μηνύματα (όπως επιδρομή, νίκη ή ήττα, υποχώρηση του εχθρού, πυρκαγιά, σεισμό ή πλημμύρα κ.α.). Αυτό ήταν δυνατό χάρη σε δύο τέλεια συγχρονισμένα μηχανικά ρολόγια, τοποθετημένα στα δύο άκρα της φρυκτωρικής αλυσίδας, που λειτουργούσαν με βάση μία διαίρεση της ημέρας σε σταθερές ώρες με αντίστοιχα συμφωνημένα 12 μηνύματα. Σε κάθε ώρα αντιστοιχούσε και ένα μήνυμα, δηλαδή πυρκαγιά, επιδρομή, κήρυξη πολέμου κ.α. Όταν ένα από τα γεγονότα αυτά συνέβαινε άναβε η πρώτη φωτιά της αλυσίδας ακριβώς την ώρα που σύμφωνα με το ρολόι αντιστοιχούσε το μήνυμα που έπρεπε να μεταδοθεί.
            Η σημασία του συστήματος αυτού δε βρίσκεται στην αλυσίδα των φρυκτωριών, αλλά στη δυνατότητα να μεταδίδει δώδεκα διαφορετικά μηνύματα, όσες δηλαδή και οι ώρες της ημέρας. Με το παραπάνω σύστημα, το αυτοκρατορικό επιτελείο στην Κωνσταντινούπολη μπορούσε να πληροφορηθεί για το τι συνέβαινε στο καίριας σημασίας ανατολικό μεθοριακό μέτωπο από μία έως το πολύ έντεκα ώρες. Αυτή η ταχύτητα μετάδοσης μηνυμάτων σε μεγάλες αποστάσεις ξεπεράστηκε μόλις το 19ο αιώνα με την ανακάλυψη του τηλέγραφου. Δυστυχώς, το σύστημα λειτούργησε για πολύ λίγο γιατί, όταν οι Άραβες κατέλαβαν την Ταρσό μερικές δεκαετίες αργότερα, κατέστρεψαν και το μηχανικό ρολόι της πόλης.


Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών

            
 
 
 
 
           Σε μια εξαιρετικής ομορφιάς τοποθεσία, στο βάθος μιας κατάφυτης από κυπαρίσσια, πλατάνια και πεύκα, χαράδρας, βρίσκεται η Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών.
          Η Μονή κτίσθηκε το 1270 μ.Χ. και παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές αποτελεί σήμερα εκπληκτικής ομορφιάς μνημείο και Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης. Πρώτος κτήτωρ της Μονής ήταν ο Ιωαννίκιος ο οποίος διετέλεσε και επίσκοπος Εζεβών.
           Η ουσιαστική επέκταση του Ναού έγινε το 1300 περίπου από τον ανηψιό του Ιωαννίκιου, Ιωακείμ, επίσκοπο Ζιχνών, ο οποίος έκτισε τον Καθολικό Ναό που διατηρείται έως σήμερα, καθώς και την Τράπεζα για το γεύμα των μοναχών και ψηλά τείχη καλύπτοντας την έκταση όλης της Μονής.
         Την Εφορία της Μονής ανέλαβε το 1332 μ.Χ. ο αρχιστράτηγος Δομέστιχος και μετέπειτα Αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός.
         Την περίοδο εκείνη η Μονή αναδείχθηκε με αυτοκρατορικό διάταγμα Σαυροπηγιακή και Πατριαρχική. Το 1345 η Μονή υπέστη μεγάλες καταστροφές από την επιδρομή των Σέρβων και χάριν της Ελένης, συζύγου του Σέρβου Κράλη Στέφανου Δουσάν, διέφυγε την ολοκληρωτική καταστροφή. 
         Το 1371, πριν από την οριστική κατάληψη των Σερρών από τους Τούρκους, οι μοναχοί απέσπασαν από τον Μουράτ τον Α' σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο η Μονή απαλλασσόταν από τον έγγειο φόρο.
        Από το 1457 ως το 1462 στη Μονή μόνασε ο πρώτος μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος όπου και έμεινε έως το θάνατό του. Τάφηκε στο Μεσονυκτικό κοντά στους τάφους των δύο Κτητόρων. Το 1854 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία φυλάσσονται σε ειδική κιβωτό έως σήμερα. Στα μέσα του 18ου αιώνα λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων οι μοναχοί εγκατέλειψαν την κοινοβιακή ζωή και υιοθέτησαν το ιδι   όρρυθμο σύστημα.
          Σοβαρότατο πλήγμα για τη Μονή αποτέλεσε η λεηλάτηση της βιβλιοθήκης της τον Ιούλιο του 1917 από τους Βουλγάρους, οι οποίοι μαζί με τους αιχμαλώτους μοναχούς έστειλαν στη Βουλγαρία 24 Ευαγγέλια, 200 σπάνια χειρόγραφα σε χαρτί, 1500 παλιά βιβλία, 100 τόμους χειρογράφων σε μεμβράνη, τέσσερα χρυσόβουλα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, πέντε πατριαρχικά σιγίλλια και πολλά άλλα πολύτιμα ιερά αντικείμενα. Με τη συνθήκη του Neuilly, ορισμένα χειρόγραφα επιστράφηκαν και πιθανότατα βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, ενώ ο μεγαλύτερος αριθμός αυτών παραμένει στη Σόφια.
          Τα πολύτιμα αυτά αντικείμενα φυλασσόνταν στη βιβλιοθήκη της Μονής στον Πύργο της ΝΔ γωνίας του τείχους, που περιβάλλει το μοναστήρι.
           Ο κεντρικός ναός της Μονής διατηρείται λιθόκτιστος και αποτελείται από την Ενάτη, το Μεσονυκτικό και από το Καθολικό μαζί με το Ιερό Βήμα. Ο Ναός αποτελεί μνημείο Βυζαντινής Αγιογραφίας, οι τοιχογραφίες του οποίου στο Μεσονυκτικό αποδίδονται στον Μακεδόνα Αγιογράφο Πανσέληνο. Οι παλαιότερες είναι αυτές που έγιναν κατά τη διάρκεια της Ηγουμενίας του δεύτερου κτήτορα Ιωακείμ και διακρίνονται για την εκφραστικότητα και το ρεαλισμό τους.
          Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο και χρονολογείται στο 1804. Δεξιά και αριστερά είναι αναρτημένες οι εικόνες του Χριστού Παντοκράτορα και της Παναγίας Οδηγήτριας που προέρχονται από το αρχικό τέμπλο του καθολικού και μαζί με το πρώτο στρώμα τοιχογραφιών της Ενάτης αντιπροσωπεύουν την τέχνη της ακμής των Παλαιολόγων.
           Χιλιάδες άνθρωποι επισκέπτονται τη Μονή που αποτελεί θησαυρό αμύθητης καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας. Από το 1986 εγκαταστάθηκε γυναικεία αδελφότητα που σε συνεργασία με τη 12η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Καβάλας έχει αναλάβει το έργο της συντήρησης και της αναστήλωσης.


Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Πώς έγινε η μάχη στο Μαντζικέρτ 1 0 7 1...


         
 
 
 
          Ήταν η πρώτη φορά όπου τα δύο στρατεύματα θα εμπλέκονταν σε μάχη μεγάλης κλίμακος, σε ένα πεδίο ιδανικό για την ανάπτυξη ιππικού. Η τακτική του αυτοκρατορικού στρατεύματος δεν διέφερε από εκείνη που χρησιμοποιούσε πάντοτε μέχρι τότε. Βασιζόμενοι στον βαρύτερο οπλισμό τους, οι Έλληνες κρατούσαν την συνοχή της παράταξης, επιδιώκοντας να εμπλακούν γρήγορα σε μάχη εκ του συστάδην με τους ελαφρά οπλισμένους Σελτζούκους. Αυτή η τακτική λειτουργούσε αιώνες τώρα, εναντίον των αραβικών στρατευμάτων, αλλά δεν μπορούσε να βρει εφαρμογή και εναντίον των νέων αντιπάλων τους.
             Οι Σελτζούκοι ιππείς αδιαφορούσαν για τη συνοχή του σχηματισμού τους. Συνηθισμένοι στις αιφνιδιαστικές επιδρομές, τις ενέδρες και τις τακτικές παρενόχλησης, υστερούσαν στην μάχη σώματος με σώμα. Η τακτική τους βασιζόταν στις πυκνές, φευγαλέες βολές βελών και την ταχύτητα ελιγμών: έβαλαν από ασφαλή απόσταση, απομακρύνονταν γρήγορα και επέστρεφαν για την επόμενη βολή. Η παρατεταμένη αυτή τακτική μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στην απόγνωση έναν αντίπαλο ο οποίος είχε μάθει να μάχεται εκ του συστάδην, αλλά τώρα αντιμετώπιζε έναν εχθρό που δεν μπορούσε καν να αγγίξει. Οι βραδύτεροι Βυζαντινοί ιππείς κατεδίωκαν τους ταχυκίνητους αντιπάλους τους, αδιαφορώντας για τις απώλειες. Κατά την καταδίωξη η συνοχή τους διεσπάτο και τότε οι Σελτζούκοι ανέστρεφαν γρήγορα τα άλογά τους, κύκλωναν την πλησιέστερη μονάδα και την εξολόθρευαν τμηματικά
              Η παράταξη μάχης των Βυζαντινών προωθήθηκε με αργό αλλά σταθερό ρυθμό προς το ύψωμα που διακρίνονταν οι παρατεταγμένοι Σελτζούκοι. Οι εχθροί άρχισαν να προσβάλλουν τους βυζαντινούς με καταιγισμό βελών.
             Η φάλαγγα  με επικεφαλής το Ρωμανό επιβράδυνε, για να αποφύγει την άμεση εμπλοκή. Οι πτέρυγες άρχισαν να δέχονται σφοδρή επίθεση από πυκνές ομάδες Σελτζούκων, που επιτίθονταν, υποχωρούσαν και ξανά επιτίθονταν. Η παράταξη των Βυζαντινών υπέκυπτε στην πίεση και η συνοχή του σχηματισμού χαλάρωνε αργά αλλά σταθερά. Προτού βρεθούν σε απόσταση βολής, οι πτέρυγες είχαν υποχωρήσει, αφήνοντας ακάλυπτο το κέντρο. Με τη συνεχή παρενόχληση από τους ελαφρά οπλισμένους Τούρκους ιππείς, ο Ρωμανός συνέχισε να προπορεύεται σε μια δύσκολη ανηφορική διαδρομή, καταδιώκοντας τους Τούρκους που υποχωρούσαν, με τις δυο του  πτέρυγες όμως να έχουν μείνει πίσω.
             Προς το μεσημέρι η φάλαγγα του Ρωμανού λεηλάτησε το άδειο τουρκικό στρατόπεδο. Οι Βυζαντινοί είχαν εδραιωθεί στη βραχώδη τοποθεσία, στους πρόποδες του βουνού, χωρίς καμία κάλυψη από τους πλαγιοφύλακες. Οι απώλειες ήταν ασήμαντες σε σχέση με την επιτυχία. Ο Ρωμανός είχε καταφέρει να << πήξει το Χάρακά>> (να στήσει στρατόπεδο), εκεί που στρατοπέδευαν οι Τούρκοι, όπως είχε πει κατά την απάντηση του στις προτάσεις του Αλπ Αρσλάν. Ωστόσο δεν είχε καταφέρει τον αντικειμενικό του στόχο: να συντρίψει τον εχθρό, συν το γεγονός ότι ήταν ακάλυπτος και από τις πτέρυγές του και από την οπισθοφυλακή του Ανδρόνικου Δούκα. Ήλπιζε πως όταν οι Τούρκοι θα άγγιζαν τους πρόποδες του βουνού δεν θα είχαν άλλη επιλογή παρά να γυρίσουν και να τους αντιμετωπίσουν σε μάχη. Αλλά τότε αντίκρισε μπροστά του τις υπώρειες του Σουφάν: απόκρημνα μονοπάτια και αποξηραμένες ρεματιές, όπου κατέφευγαν οι Τούρκοι - έδαφος ιδανικό για ενέδρα. Γύρισε πίσω και κοίταξε τον αυτοκρατορικό χάρακα να απέχει χιλιόμετρα. Η μέρα έπεφτε, η κούραση όλων ήταν μεγάλη, η απειλή αιφνιδιαστικής επίθεσης ήταν μεγάλη. Ήταν μάταιο να συνεχίσει. Διέταξε τον τουβάτορα να σαλπίσει υποχώρηση, με τους στρατηγούς να διαδίδουν το σύνθημα για την αναστροφή του μετώπου. Άρχιζε υποχώρηση, χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή με τη δεύτερη γραμμή.
              Ο Βρυέννιος  με τους επίλεκτους στρατιώτες της αριστερής πτέρυγας εξακολουθούσαν να δέχονται αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Τελικά διατάζει κι αυτός τακτική υποχώρηση. Ο βυζαντινός στρατός υποχωρούσε με έναν περίεργο τρόπο: η αριστερή πτέρυγα πορευόταν κατά πολύ της κεντρικής φάλαγγας. Στο μεταξύ οι άπειροι θεματικοί στρατιώτες της δεξιάς πτέρυγας του Αλυάτη, μόλις αντιλήφθηκαν το σήμα της υποχώρησης, το εξέλαβαν ως ήττα και άρχισαν να υποχωρούν πανικόβλητοι. Ο Αλυάτης δεν μπόρεσε να ανατρέψει την κατάσταση, ήταν η πρώτη φορά που πολεμούσαν μαζί του και ανεκπαίδευτοι όπως ήταν, πολεμώντας εναντίον ενός ευέλικτου εχθρού με αιφνιδιαστικές ενέδρες, στράφηκαν  σε άτακτη φυγή προς το Μαντζικέρτ.
            Είναι η καθοριστική στιγμή που μια διαφαινόμενη νίκη θα μετατραπεί σε απρόσμενη ήττα. Τη σύγχυση, την απουσία επικοινωνίας των γραμμών, θα την εκμεταλλευτεί ο σουλτάνος. Ο Αλπ Αρσλάν, παρακολουθώντας την εξέλιξη της μάχης από τους πρόποδες του λόφου, διέταξε αμέσως την εφεδρεία των 5.000 ιππέων του να σπεύσει προς ενίσχυση των συντρόφων τους, καθώς εκείνοι ανασυγκροτούσαν γρήγορα τις τάξεις τους και ρίχνονταν στην αντεπίθεση, τοξεύοντας τα νώτα των αντιπάλων τους.
             Ο Ρωμανός σάστισε από την τούρκικη αντίδραση. Πίστευε ότι ο Σουλτάνος είχε προτιμήσει να αποχωρήσει, παρά να διακινδυνεύσει μία ακόμη συμπλοκή. Τώρα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δώσει την αντίθετη ακριβώς διαταγή: παύση της υποχώρησης και άμεση εμπλοκή σε μάχη. Προσπάθησε να οργανώσει τους άνδρες του Αλυάτη κάτω από τη δική του σημαία. Η σύγχυση όμως ήταν μεγάλη. Οι Σελτζούκοι άρχισαν να σφυροκοπούν την κεντρική φάλαγγα ακόμα πιο επίμονα. Οι βυζαντινοί βρέθηκαν σφυροκοπημένοι και περικυκλωμένοι να αμύνονται απέναντι στους μανιασμένους Τούρκους που έβλεπαν ότι τώρα είχαν το πάνω χέρι.
             Ήταν η στιγμή που η επέμβαση της οπισθοφυλακής του Ανδρόνικου Δούκα θα μπορούσε να είχε σώσει τη μάχη. Αν η διοίκησή του έσπευδε μπροστά, θα έκλεινε τα κενά και θα εγκλώβιζε τον εχθρό ανάμεσα στις δύο γραμμές, παρεμποδίζοντας την οπισθοχώρηση. Και πράγματι, εκείνη ήταν η στιγμή που περίμενε και εκείνος – όχι για να καλπάσει μπροστά, αλλά για να συμβάλλει στην καταστροφή. Διέταξε υποχώρηση, διαδίδοντας σε όλους ότι ο Αυτοκράτορας ήταν νεκρός και η μάχη είχε χαθεί. Τα τούρκικα βέλη άρχισαν να σκοτώνουν τους στρατιώτες πισώπλατα. Κάποιος φώναξε «Οι Τούρκοι μας σφάζουν!» και τα πάντα διαλύθηκαν σε μία πανικόβλητη φυγή.
              Ο ήλιος είχε πλέον δύσει όταν τα τουρκικά βέλη έριξαν νεκρό το άλογο του Ρωμανού. Εκείνος σηκώθηκε όρθιος, συνεχίζοντας τον λυσσώδη, απελπισμένο αγώνα. Οι Βαράγγοι δημιούργησαν γρήγορα έναν προστατευτικό κλοιό με τις τεράστιες ασπίδες τους, σκορπώντας γύρω τους ένα ανόσιο λουτρό αίματος, στοιβάζοντας γύρω τους έναν σωρό από ακρωτηριασμένους και ημιθανείς Τούρκους. Κανείς δεν εγκατέλειψε τη θέση του. Έμειναν όλοι πιστοί μέχρι το αναπόφευκτο τέλος, το οποίο ήλθε μαζί με το σκοτάδι. Ο ίδιος ο Ρωμανός ήταν από τους τελευταίους που έπεσαν. Όχι νεκρός, αλλά αναίσθητος από αιμορραγία, όταν κάποιο ξίφος τον τραυμάτισε βαριά στο χέρι. Ακόμη και τότε, οι πιστοί Βαράγγοι του τον κάλυψαν με τα πτώματά τους, χωρίς να μπορούν να φαντασθούν πόσο πιο ευεργετικό θα ήταν αν τον είχαν αφήσει να πεθάνει στο πεδίο της μάχης...



Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Τα τελευταία γεγονότα και η παράταξη λίγο πριν τη μάχη στο Μαντζικέρτ

          
 
 
 
 
            Η πρώτη φορά κατά την οποία ο Ρωμανός πληροφορήθηκε την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην περιοχή, ήταν το πρωινό της 24ης Αυγούστου, όταν ένα αναγνωριστικό απόσπασμα δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση στα ανατολικά της λίμνης Βαν. Θεωρώντας ότι επρόκειτο απλώς για κάποιο μικρό σώμα επιδρομέων, απέστειλε μία μικρή δύναμη υπό την διοίκηση του Βρυέννιου να το εξουδετερώσει. Ο Βρυέννιος επέλεξε να εκτελέσει την αποστολή με υπερκερωτική κίνηση, ως επικεφαλής σε μικρό απόσπασμα.  Ήρθαν όμως αντιμέτωποι με τουρκικές ενέδρες και για αυτό έστειλε μήνυμα στον αυτοκράτορα για αποστολή ενισχύσεων. Οι ενισχύσεις κατέφθασαν λίγο αργότερα με ένα ισχυρότερο απόσπασμα, κάτω από την διοίκηση του  Αρμένιου κατεπάνω, φίλου τού Ρωμανού, Νικηφόρου Βασιλάκιου. Τότε συνειδητοποιείται η πραγματικότητα: o στρατός των Σελτζούκων έχει συγκεντρωθεί με εντυπωσιακή ταχύτητα και βρίσκεται πολύ κοντά στην περιοχή.
            Μετά από μία συντονισμένη έφοδο των ελληνικών δυνάμεων και μία άγρια μάχη, οι δύο στρατηγοί κατάφεραν να απωθήσουν το σελτζουκικό ιππικό. Ο  Βασιλάκιος όμως, αποφασίζει να  καταδιώξει  ανελέητα τους Τούρκους ελαφρούς ιππείς οι οποίοι κατευθύνονται προς το στρατόπεδό τους. Η καταιγιστική καταδίωξη τον αποκόπτει από το σώμα του Βρυέννιου και ξαφνικά βλέπει τους Τούρκους να αναστρέφουν τα άλογά τους και να κατευθύνονται εναντίον του, εξαπολύοντας βροχή αλλεπάλληλων βελών. Πριν καν οι δυνάμεις του Βρυέννιου προλάβουν να επέμβουν, οι άνδρες του κυκλώνονται και πέφτουν μαχόμενοι μέχρις ενός, ενώ ο ίδιος ο συλλαμβάνεται αιχμάλωτος. Ο Βρυέννιος οδήγησε μία αποφασιστική αντεπίθεση για να διασπάσει τον κλοιό, αλλά μετά βίας διέφυγε τον θάνατο και ο ίδιος, επιστρέφοντας στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο τραυματισμένος στο στήθος από ξίφος και με δύο βέλη καρφωμένα στην πλάτη της πανοπλίας του.
          Είναι πραγματικά περίεργο πως ένας στρατιωτικός του επιπέδου του Νικηφόρου Βασιλάκιου ενέδωσε επιπόλαια σε προσποιητή υποχώρηση των αντιπάλων του και έπεσε σε ενέδρα.  Ο τρόπος που πολεμούσαν οι νομάδες ήταν γνωστός, ίσως να εξέλαβε τους εχθρούς ως μια μικρή αριθμητική ομάδα ή μικρή εμπροσθοφυλακή. Ίσως πάλι να παρασύρθηκε από την επιτακτική ανάγκη να σημειωθεί μια νίκη για να ενισχυθεί το ηθικό όλων…
            Η έλλειψη πληροφόρησης και το κακό δίκτυο ανίχνευσης είχε κοστίσει ακριβά. Ένας σημαντικός στρατηγός ήταν στα χέρια του εχθρού, κάτι που βάρυνε ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα στο στρατόπεδο των Βυζαντινών. Ακόμα χειρότερα, εκείνη την περίεργη νύχτα,  οι στρατιώτες μέσα στο στρατόπεδο δεν θα έκλειναν μάτι. Οι Σελτζούκοι, πιστοί στις παρενοχλητικές τακτικές τους, διενέργησαν μια αιφνιδιαστική επιδρομή εναντίον του στρατοπέδου, αλαλάζοντας και εκτοξεύοντας ένα ακατάπαυστο χαλάζι βελών κατά των αντιπάλων τους. Η αναταραχή που προκάλεσαν ήταν τέτοια ώστε πολύ πίστεψαν ότι οι πάσσαλοι του στρατοπέδου δεν θα άντεχαν τις επιθέσεις τους. Ο Ρωμανός αποφάσισε να διατάξει έξοδο του βαρέως πεζικού του, υποστηριζόμενο από μία ίλη Κουμάνων ελαφρών ιππέων. Η επίθεση τελικά αντιμετωπίστηκε, αλλά ο στόχος των Τούρκων να προκαλέσουν αναταραχή και σύγχυση είχε επιτευχθεί:ένα τμήμα των Κουμάνων μισθοφόρων αυτομόλησε προς τους ομόφυλούς τους, Σελτζούκους. Η λιποταξία αυτή, αν κα σχετικά μικρού αριθμού στρατιωτών, ήταν μια ακόμη αρνητική εξέλιξη.
          Πριν ακόμη την ημέρα της μεγάλης μάχης, ο Ρωμανός είχε χάσει τρεις από τους καλύτερους στρατηγούς του και πάνω από το ήμισυ του στρατεύματός του. Μετά από τις λιποταξίες, τις αποσκιρτήσεις και τις απώλειες, η δύναμή του είχε μειωθεί στους 25.000 άνδρες. Ήξερε πλέον  ότι απέναντι του είχε έναν αξιόμαχο και επικύνδυνο στρατό κι όμως η πίστη του για την νίκη ήταν ακόμα μεγάλη…
           Η άφιξη των πρεσβευτών του Σελτζούκου σουλτάνου είναι ένα ακόμα περιστατικό που περιέπλεξε την κατάσταση. Ο Ρωμανός κάλεσε αμέσως έκτακτο συμβούλιο των αξιωματικών του. Η κίνηση των Τούρκων φανέρωνε λογικά  την μειονεκτική θέση τους ή την προσπάθειά τους να κερδίσουν χρόνο. Θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει από τη μεριά των βυζαντινών ότι η μάχη θα έπρεπε να δοθεί και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Μαζί με αυτή τη σκέψη που έκανε ο Ρωμανός, συλλογίστηκε πόσο εύκολα οι Τούρκοι παρέβαιναν  τις συνθήκες ειρήνης και πόσα επιχειρήματα θα έδινε στην παρέα του Ψελλού και του Δούκα να τον κατηγορήσουν για δειλία, αν δεχόταν να υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Όλα, και πιο πολύ η φλογερή του επιθυμία, τρία χρόνια τώρα, να νικήσει, βάραιναν προς την τελική επιλογή της μάχης. Η απάντησή του προς την τουρκική πρεσβεία ήταν αρνητική και αλαζονική:
«Τους όρους μου θα τους θέσω όταν στήσω τα λάβαρά μου στη σκηνή του Σουλτάνου». Η μάχη επρόκειτο να δοθεί…
Η παράταξη
          Ο στρατός  παρατάχθηκε με το βασικό σχηματισμό με πρώτη και δεύτερη γραμμή μάχης σε ευθεία παράταξη, έκαστη με βάθος 3-4 ιππέων για το ιππικό και 8-10 ανδρών για το πεζικό, αντίστοιχα ως μέτωπο και συμπαγή οπισθοφυλακή, με δυο πτέρυγες εκατέρωθεν της πρώτης γραμμής. Στην πρώτη βρισκόταν παρατεταγμένη η κύρια δύναμη κρούσης, 20.000 ανδρών. Επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας ήταν ο Νικηφόρος Βρυέννιος, ήδη τραυματισμένος από την συμπλοκή της προηγούμενης μέρας, με τα τάγματα των Σχολών της Δύσης: 6.000 Θράκες, Μακεδόνες και Θεσσαλοί λωρικάτοι (ιππείς). Στην δεξιά, ο πιστός συμπατριώτης του Ρωμανού, ο Καππαδόκης Θεόδωρος Αλυάτης, με άλλους 6.000 λωρικάτους από τα τάγματα της Μικράς Ασίας. Το κέντρο κρατούσε ο ίδιος ο Ρωμανός, πλαισιωμένος από 1.000 κατάφρακτους κλιβανοφόρους, 2.500 λωρικάτους του Αλάγιου (βασιλική φρουρά) και 500 Βαράγγους της σωματοφυλακής του. Στα άκρα των δύο πτερύγων της εμπροσθοφυλακής βρισκόταν ανεπτυγμένο το ελαφρύ ιππικό των Κουμάνων και Πετσενέγων μισθοφόρων, δύναμης 2.000 ιππέων ανά πτέρυγα.  Η αναζήτηση και η προσμονή της άφιξης των επίλεκτων μονάδων υπό τον Ταρχανιώτη με τους  Φράγκοι ιππότες είχε αποβεί μάταιη.
          Πεντακόσια μέτρα πίσω από την πρώτη γραμμή βρισκόταν η οπισθοφυλακή του Ανδρόνικου Δούκα, μία μίξη μισθοφορικού ιππικού και πεζικού, συνολικής δύναμης 5.000 ανδρών. Ρόλος της ήταν να υποστηρίξει την εμπροσθοφυλακή σε περίπτωση υποχώρησης, να κλείσει τυχόν κενά που θα δημιουργούνταν από εχθρική διάσπαση ή να αποκόψει εχθρικά τμήματα τα οποία θα επιχειρούσαν να την κυκλώσουν.
         Ο Ρωμανός γνώριζε τα εχθρικά του αισθήματα Δούκα και για αυτό δεν σκόπευε να εμπλέξει την εφεδρεία του στη μάχη, παρά μόνο αν τα πράγματα όδευαν προς το χειρότερο. Τοποθετώντας στα νώτα, πίστευε ότι αν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, θα αναγκαζόταν να πολεμήσει, για να σώσει και τη δική του ζωή. Όλες του αυτές τις σκέψεις θα τις ανατρέψει το μακρύ χέρι της προδοσίας.
          Η στοίχιση του αυτοκράτορα στην πρώτη γραμμή καταδείκνυε την κρισιμότητα της κατάστασης αλλά και την πτώση του ηθικού των ανδρών. Ήταν όμως ριψοκίνδυνη και γιατί ο στρατός είχε ήδη τις απώλειες και επειδή θα βάδιζε εναντίον ενός εχθρού, του οποίου την ακριβή θέση και το μέγεθος αγνοούσε.
           Η τοποθεσία γύρω από το Μαντζικέρτ είναι άγονη και δεν παρέχει καμιά απολύτως φυσική κάλυψη. Η ευρύτερη περιοχή σε μια ακτίνα σχεδόν 15 χμ. πέρα από το Μαντζικέρτ και το στρατόπεδο είναι μια αραιής βλάστησης στέπα με πετρώδες υπέδαφος. Πλησιάζοντας προς το ηφαίστειο νοτιοανατολικά, η περιοχή γίνεται όλο και πιο ανηφορική. Μετά από κάποιο σημείο το ομαλό έδαφος διακόπτεται από αβαθείς χαράδρες και ξεροπόταμους.
          Σε ένα ύψωμα της άγριας αυτής έκτασης, νοτιοανατολικά του στρατοπέδου των Βυζαντινών είχαν παραταχτεί οι Σελτζούκοι ιππείς. Παρά την αρχική μειονεκτική του θέση, ο Αλπ Αρσλάν  είχε κάθε δικαίωμα να είναι ικανοποιημένος με ότι είχε επιτύχει: είχε συγκεντρώσει μία δύναμη 15.000 περίπου ανδρών, είχε κερδίσει τον αγώνα ταχύτητος προς το Ματζικέρτ και είχε στρατοπεδεύσει 15 χλμ μακριά από τον αντίπαλό του, κατά τη διάρκεια της νύχτας, χωρίς να γίνει αντιληπτός. Μία λεπτομέρεια που είχε διαφύγει του Έλληνα Αυτοκράτορα ήταν ότι ο Σουλτάνος δεν διέθετε πεζά τμήματα, μεταγωγικά ή πολιορκητικό εξοπλισμό που θα καθυστερούσαν την πορεία του, και κυρίως, αγνοούσε τις δυνατότητες μετακινήσεως των σκληροτράχηλων νομάδων ιππέων του. Διαθέτοντας μία φυσική αντίληψη των τακτικών σε εκείνα τα άγονα μέρη, όπου η απόκρυψη κινήσεων από τον εχθρό αποτελούσε πραγματική τέχνη, ο Αλπ Αρσλάν είχε δικαιολογήσει το όνομά του που στην γλώσσα του σήμαινε «Ρωμαλέος Λέων».
            Χαμηλώνοντας το βλέμμα του προς τις υπώρειες του λόφου που βρισκόταν, είδε το στράτευμά του να παρατάσσεται για μάχη. Ήταν περίπου 15.000 ελαφροί ιππείς, ανεπτυγμένοι σε τρεις διοικήσεις, σε σχήμα ημισελήνου ή ρόμβου. Επρόκειτο για πολλές μικρές μονάδες κρούσης με ακαθόριστο βάθος. Σκοπός τους ήταν να επιτίθενται συνεχώς και να υποχωρούν, εξαντλώντας τον εχθρό και ακυρώνοντας τα σχέδιά του. Ουσιαστικά ήταν τρεις παρατάξεις μάχης, κεντρική με δυο πτέρυγες που θα προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν την αντίστοιχη παράταξη των Βυζαντινών. Ο ίδιος ο Σουλτάνος θα έβλεπε τη μάχη από ασφαλή θέση, αφού επικεφαλής ορίστηκε ο στρατηγός Ταράγγης.


Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Οι πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης

 
 
 
                                             Οι πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης
            Η Κωνσταντινούπολη, η πιο ισχυρή και πλούσια πόλη του Μεσαίωνα, από την ίδρυσή της μέχρι την πτώση της το 1453 δέχτηκε πάρα πολλές πολιορκίες. Εκτός από εκείνη των Σταυροφόρων του 1204, την ανακατάληψή της από τους Βυζαντινούς και την τελευταία από τους Οθωμανούς, όλες οι άλλες ήταν αποτυχημένες χάρη στα τείχη του Θεοδοσίου και στη χρήση τεχνολογικών καινοτομιών όπως το υγρό πυρ και η εγκατάσταση αλυσίδας στον Κεράτιο Κόλπο. Οι πολιορκίες ήταν:
    1.  626: Πολιορκία από συνασπισμό Αβάρων, Σλάβων και Περσών. Η Πόλη δέχεται επίθεση, ενώ ο Ηράκλειος βρίσκεται σε εκστρατεία στην Περσία. Η ισχυρή άμυνα θα σώσει την Πόλη μαζί με την πεποίθηση ότι η Θεοτόκος βοήθησε την Πόλη. Συγγραφή του Ακάθιστου Ύμνου.
   2.  674-678: Πρώτη Αραβική Πολιορκία. Μεγάλο ρόλο στην αποτυχία των Αράβων έπαιξε η χρήση του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς.

 3.  712: Πολιορκία από τους Βούλγαρους.
 4. 717-718: Δεύτερη Αραβική Πολιορκία.
 5. 813: Πολιορκία από τους Βούλγαρους υπό τον Κρούμο.
 6.  823: Πολιορκία από τον επαναστάτη Θωμά τον Σλάβο ή Σκλαβηνό μετά από εμφύλια σύρραξη.
7.  860: Πολιορκία από τους Ρώσους.
 8.  907: Πολιορκία από τους Ρώσους.
9.  941 : Πολιορκία από τους Ρώσους.
10.  1047: Πολιορκία από τον Λέοντα Τορνίκιο, σε εμφύλια σύρραξη.
11. 1090-1091: Πολιορκία από τους Πατζινάκες.
12 . 1203: Πρώτη πολιορκία από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας για να βοηθήσουν τον Αλέξιο Γ΄ να πάρει το θρόνο.
13 . 1204: Δεύτερη πολιορκία από τους Σταυροφόρους, άλωση και μεγάλη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης.
14 . 1235: Πρώτη πολιορκία από Βυζαντινούς για να ξαναπάρουν την Κωνσταντινούπολη.
15 . 1260: Δεύτερη πολιορκία από Βυζαντινούς για να ξαναπάρουν την Πόλη.
16 . 1261:  Επιτυχημένη επιχείρηση ανακατάληψης της Πόλης από την αυτοκρατορία της Νίκαιας.
17. 1422: Πρώτη οθωμανική πολιορκία.
18.  1453: Δεύτερη οθωμανική πολιορκία και άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους.


Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Το βυζαντινό ψωμί

        
 
 
         Βασικό στοιχείο της καθημερινής διατροφής των Βυζαντινών  ήταν αναμφισβήτητα το ψωμί, ο «επιούσιος άρτος», που απεικονίζεται σχεδόν αδιαλείπτως στις εικονογραφικές παραστάσεις γευμάτων. Παρασκευαζόταν στο σπίτι αλλά και μαζικά, αφού το Επαρχιακό Βιβλίο (10ος αι.) εμπεριέχει κανόνες «Περί των αρτοποιών ήτοι μαγκίπων» που στην Κων/πολη εμφανίζονται οργανωμένοι σε συντεχνία. Το ψωμί ήταν τόσο σημαντικό για τη διατροφή του Βυζαντινού ώστε οι αυτοκράτορες διαχρονικά φρόντιζαν για την επάρκειά του, ενώ από τον 11ο αιώνα ο Μιχαήλ Ζ΄επιβάλλει κρατικό μονοπώλιο στα σιτηρά. Σε κάθε περίπτωση η τιμή του σιταριού είναι ιδιαίτερα προσιτή σε σχέση με άλλα στοιχεία της βυζαντινής διατροφής, όπως το λάδι ή το κρέας.
          
           Ας δούμε όμως τι πληροφορίες μας δίνει ο Φαίδων Κουκουλές στο ανεκτίμητο σύγγραμμά του <<Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός>>
         Η κύρια τροφή των Βυζαντινών ήταν, όπως είναι φυσικό, ο άρτος, το ψωμί. Άριστης ποιότητας άρτος θεωρούνταν κατά το μεσαίωνα ο καθαρός άρτος, φτιαγμένος δηλαδή με σιταρίσιο αλεύρι χωρίς πίτουρα, με το οποίο δεν έχει ανακατευτεί αλεύρι από άλλα δημητριακά.Η παρασκευή αυτού του ψωμιού ήταν διαδεδομένη και τούτο αποδεικνύεται από  τις ονομασίες του Καθάρειον ή καθάρειο  ψωμί ή αγνοκαθάρειο ή αγνό σε αντίθεση με αυτό που περιείχε κριθάρι, σίκαλη, καλαμπόκι κλπ.
          Εννοείται ότι το καθαρό αυτό ψωμί δεν ήταν δυνατόν, επειδή ήταν πολυδάπανο, να το τρώει ο καθένας. Ήταν το ψωμί των πλουσίων αλλά και, αν ήταν δυνατόν, και των ασθενών.
         Ο Πτωχοπρόδρομος στο έργο του , το δεύτερης ποιότητας ψωμί, το χαρακτηρίζει  ως <<της φτώχειας>>,  αφήνοντας να εννοηθεί ότι για τους πλούσιους ήταν ο καθαρός άρτος.
         Ο λαός βέβαια αντί για τη λέξη άρτο χρησιμοποιούσε τη λέξη ψωμί.
         Το  συνηθισμένο σχήμα του ψωμιού ήταν κυκλικό.
        Τα είδη του καθαρού άρτου ήταν δύο: o σιλιγνίτης και ο σεμιδαλίτης. Η διαφορά τους ήταν ότι ο πρώτος και καλύτερος σιλιγνίτης φτιάχνονταν από άρτια κοσκινισμένο αλεύρι  << από το ακριβώς λεπτόν και  λευκόν και καθαρόν απάσης πιτυρώδους ουσίας άλευρον>>. Ο σεμιδαλίτης  από προχειρότερα αλεσμένο σιτάρι, τη σεμίδαλι ( σεμιγδάλι).
         Ο σιλιγνίτης άρτος, φτιαγμένος  από το πιο λεπτό σιτάρι, ήταν μόνιμα τοποθετημένος στα τραπέζια των πλουσίων και των καλοφαγάδων αλλά χρησιμοποιούνταν και στις εκκλησίες ως πρόσφορο, και επειδή ήταν εύπεπτος, δίνονταν και στους ασθενείς.
           Το αλεύρι του σιλιγνήτη άρτου κοσκινιζόταν με ειδικό μεταξωτό κόσκινο που η χρήση τους ήταν διαδεμένη κατά το μεσαίωνα. Για αυτά και τα ψωμιά που φτιάχναν με αυτό το αλεύρι τα έλεγαν μεταξωτά ψωμιά.
            Ο σεμιδαλίτης άρτος, που ως προς τη θρεπτική του δύναμη ερχόταν μετά το σιλιγνήτη, λεγόταν ψωμί σεμιδαλάτο ή σεμιδάλινον. Και οι δυο αυτοί τύποι ψωμιών ( ο σιλιγνήτης και ο σεμιδαλίτης) από το χρώμα τους χαρακτηρίζονταν ως <<φωτοφόροι άρτοι>> ή <<υπέρλευκοι>>  και στη λαική γλώσσα αφράτα ψωμία και αφρατίτζια και σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια έριχναν από πάνω σουσάμι.
           Υπήρχε επίσης ένα είδος ψωμιού που το ονόμαζαν << της Μέσης>>. Το ψωμί αυτό το συσχέτισαν με την μεγάλη εμπορική οδό της Πόλης, τη Μέση Οδό,  επειδή εκεί πωλούνταν αυτό το ψωμί. Οι βυζαντινοί είναι γνωστό ότι εκτός από το ψωμί που έφτιαχναν στο σπίτι έτρωγαν και αγοραστό ψωμί.
            Όμως η ονομασία ψωμί της Μέσης φαίνεται πως έχει άλλη εξήγηση. Τα διάφορα είδη κατά τα μεσαίωνα χαρακτηρίζονταν ως πρώτα, δεύτερα και τρίτα, όπως λέμε σήμερα πρώτης, δεύτερης, και τρίτης ποιότητας. Η δεύτερη όμως ποιότητα, που είναι μεταξύ της πρώτης και της τρίτης, χαρακτηριζόταν ως μέση. Ο άρτος λοιπόν αυτός ήταν δεύτερης ποιότητας, ανάμεσα στη πρώτη και τρίτη ποιότητα, γι΄αυτό και ονομάζονταν μέσος άρτος.
         Μετά τον καθαρό και το μέσο άρτο έρχονταν οι ρυπαροί ή χυδαίοι η αλλιώς κιβαροί ή κιβαρίται. Έτσι ονομάζονταν επειδή κατασκευαζόταν από ακοσκίνιστο και κακής ποιότητας αλεύρι και προορίζονταν για τους φτωχούς. Το κατώτερο είδος των ρυπαρών ψωμιών ήταν τα  πιτεράτα, που η χρήση τους δήλωνε την απόλυτη φτώχεια.
         Τύπος ψωμιού για τους  χωρικούς και τους φτωχούς ήταν και τα κρίθινα ψωμιά. Οι  φτωχοί βυζαντινοί έτρωγαν επίσης ψωμί που ήταν φτιαγμένο με αλεύρι από κεχρί. Αυτονόητο επίσης είναι ότι φτιάχνονταν και ανάμεικτο ψωμί από σιτάρι και κριθάρι.
          Το ψωμί που έτρωγαν οι στρατιώτες  λεγόταν βουκελλάτον ή βούκελον και είχε σχήμα κρίκου, δηλαδή κουλούρι. Ο άρτος αυτός ήταν διπυρίτης άρτος (δις στην πυρά) έχοντας αποβάλλει και το τελευταίο ίχνος υγρασίας του, για να μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν έτσι ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες των στρατιωτών.
           Οι αρχαίοι Έλληνες κολλύρα έλεγαν το υποδεέστερο ψωμί που έδιναν στους δούλους. Από εδώ βγήκε η μεσαιωνική λέξη κολλύρα και κολλούριον,το οποίο ως κουλούρι σήμερα είναι γνωστό σε όλους.
         Ως προς το βάρος και την τιμή του άρτου ελάχιστες έχουμε πληροφορίες. Φαίνεται ότι το ψωμί ζυγιζόταν κατά λίτρες και η τιμή του, τουλάχιστον ήταν μικρότερη από τρεις φόλλεις.
           Το βυζαντινό ψωμί μπορεί κανείς να το ξεχωρίσει και από τον τρόπο ψησίματος. Υπήρχε η συνήθεια να ψήνουν το ψωμί εκτός φούρνου, σε ανθρακιά ή πυρότουβλα η θερμαινόμενη πλάκα. Από δω βγαίνει η ονομασία πλακόπιτα ή κεραμόπιτα  η πλακιστή. Συνήθως όμως έψηναν το ψωμί σε κλίβανο, είδος φούρνου από σίδηρο αφού το τοποθετούσαν πάνω σε φωτιά. Τα ψωμιά που ψήνονταν σε αυτούς τους φούρνους λέγονταν κλιβάνια ή κλιβανωτά.
           Τα ψωμιά ανάλογα με την υφή τους διακρίνονταν στα λεγόμενα μαλακά και απαλά, και στα παξιμάδια, στο διπυρίτη δηλαδή άρτο (παξαμάς, παξαμάτιον, παξιμάδιον) που συνήθως παρασκευάζονταν από κριθαρίσιο αλέυρι.
            Τέλος υπήρχαν και οι λεγόμενοι παλατίνοι ή πολιτικοί άρτοι. Ήταν τα ψωμιά που δώριζαν οι αυτοκράτορες σε γιορτές και επετείους. Την αρχή την έκανε ο Μέγας Κωνσταντίνος και η συνήθεια αυτή συνεχίστηκε μέχρι και τον Ηράκλειο και πιθανόν και αργότερα.


Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Η μεγάλη εκστρατεία προς το Μαντζικέρτ – Ιούνιος του 1071

 
 
«Πίστη!…Τι είναι πίστη;
Είναι εκείνο που σε κάνει να ξεχωρίζεις από τους πολλούς.
Είναι εκείνο που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις,
εκείνο που σου κλείνει τα αυτιά στο τραγούδι των σειρήνων που σε καλούν να υποταχθείς,
να βαδίσεις σύμφωνα με τους πολλούς,
να συγκατανεύσεις σε όσα δεν θεωρείς δίκαια και σωστά,
να ακολουθήσεις τη φορά του ανέμου»

Κώστας Κυριαζής, «Ρωμανός Δ΄ Διογένης»
 
            Η αποτυχία του Ρωμανού να πατάξει αποφασιστικά τους Σελτζούκους έδωσε την ευκαιρία στον Ψελλό και στην οικογένεια των Δουκών να αρχίσει να συνωμοτεί ανοικτά εναντίον του. O Ρωμανός φλεγόταν από την επιθυμία να καταφέρει ένα συντριπτικό χτύπημα στον εχθρό, ισχυροποιώντας έτσι τη θέση του στο θρόνο. 
           Της νέας  επιχείρησης θα ηγούνταν ο ίδιος προσωπικά και στόχος  του θα ήταν και πάλι η ανακατάληψη της πόλης του Χλίατ, η οποία βρισκόταν πάνω στους κυριότερους άξονες εισβολής που περνούσαν από την Αρμενία. Η αφορμή που δόθηκε ήταν η κατάληψη του βυζαντινού φρουρίου Μαντζικέρτ (σημ. Malazgirt, Τουρκία) από τους Σελτζούκους προς το τέλος του 1070. Οι σύμβουλοι του Ρωμανού υποστήριζαν ότι εάν το Χλίατ και τα γύρω οχυρά (συμπεριλαμβανομένου και του Μαντζικέρτ) ανακαταλαμβάνονταν και δέχονταν φρουρά το ταχύτερο δυνατόν, οι σελτζουκικές επιδρομές στη Μικρά Ασία θα εξουδετερώνονταν πριν ακόμη ξεκινήσουν.
           Η δυσκολία της επιχείρησης ήταν δεδομένη, γι΄αυτό πριν ξεκινήσει αποφάσισε να στείλει πρεσβευτές για έναρξη διαπραγματεύσεων. Βασικός στόχος του ήταν η διατήρηση της Αρμενίας, αλλά και η στροφή του ενδιαφέροντος των αντιπάλων του ξανά προς την Αίγυπτο και τους Μαμελούκους. Για αυτό πρότεινε στον Αλπ Αρσλάν ειρήνη με δέλεαρ την επιστροφή της Ιεράπολης , ενώ  η μη αποδοχή της πρότασης θα ισοδυναμούσε με πόλεμο. Ο σουλτάνος που βρισκόταν στο Χαλέπι για την πολιορκία της πόλης, ουσιαστικά δεν απάντησε περιμένοντας να δει τις κινήσεις των Βυζαντινών.
         Στις 13 Μαρτίου 1071 (Κυριακή της Ορθοδοξίας) ο βασιλικός δρόμωνας με τα αυτοκρατορικά εμβλήματα απέπλευσε από την Κωνσταντινούπολη,για να περάσει στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, όπου θα συγκεντρωνόταν  όλο το στράτευμα. Είναι δύσκολο να υπολογίσουμε το μέγεθος του εκστρατευτικού σώματος, αλλά είναι βέβαιο ότι το μεγαλύτερο μέρος του αποτελούνταν από βυζαντινά στρατεύματα, αν και υπήρχαν πολυάριθμα τμήματα επανδρωμένα με ξένους μισθοφόρους ή συμμάχους: Πετσενέγους, Κουμάνους, Ούζους, Φράγκους, Βαράγγους και Αρμενίους. Με τους τελευταίους υπήρχε μία μόνιμη αντιπαλότητα εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων ( μονοφυσίτες).
               Ο όγκος και η εμφάνιση του στρατεύματος μπορεί να ήταν εντυπωσιακός όμως το ηθικό του ήταν χαμηλό, η συνοχή του ελλιπής. Το φάντασμα της ηττοπάθειας η οποία είχε μολύνει από καιρό ένα στράτευμα ανεκπαίδευτο, απόλεμο και παραμελημένο από την πολιτική ηγεσία για τόσο μεγάλο διάστημα, εξακολουθούσε να πλανιέται γύρω από όλους. Ο Ρωμανός τα γνώριζε αυτά, τα είχε βιώσει και στις προηγούμενες εκστρατείες . Και επιπλέον, γνώριζε καλά ότι η μαχητικότητα των ανδρών ενός στρατεύματος εξαρτάτο από την μαχητικότητα και την νομιμοφροσύνη των αξιωματικών του.  Συχνά στο επιτελείο του επικρατούσε ασυνεννοησία εξαιτίας της ζηλοφθονίας ορισμένων αξιωματικών προς το πρόσωπο του Ρωμανού αλλά και του ενός στρατηγού προς τον άλλον.
           Ο διοικητής των Νορμανδών μισθοφόρων, ο στρατηγός Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ (Ursel de Balleul), ήταν γενναίος και αποτελεσματικός στη μάχη, αλλά αναξιόπιστος κι αυτός, όπως όλοι οι Φράγκοι. Ο Μάγιστρος Ιωσήφ Ταρχανιώτης ήταν εξίσου εμπειροπόλεμος, αλλά μέσα σε ένα κλίμα ρευστής πολιτικής κατάστασης ήταν έτοιμος να συμμαχήσει με τον οποιοδήποτε του έταζε αξιώματα. Οι αξιωματικοί στους οποίους βάσιζε κυρίως τις ελπίδες του ήταν τρεις παλαίμαχοι στρατηγοί οι οποίοι είχαν παραμείνει πάντοτε πιστοί στο πρόσωπο και το όραμά του: ο Μάγιστρος Κατεπάνω Νικηφόρος Βασιλάκιος, ο Δομέστικος των Σχολών της Δύσης Νικηφόρος Βρυέννιος και ο Καππαδόκης στρατηγός Θεόδωρος Αλυάτης. Αυτοί, επικεφαλής των εμπειροτέρων ανδρών από τα Θέματα της Αυτοκρατορίας, θα αποτελούσαν την κύρια δύναμη κρούσης στο πεδίο της μάχης.
          Από την έναρξη της εκστρατείας όμως, συνέβαιναν μόνο άσχημα προμηνύματα και ανεξήγητα περιστατικά τα οποία διέβρωναν περισσότερο το εύθραυστο ηθικό των ανδρών: εκείνο το μαύρο περιστέρι που είχε καθίσει στο χέρι του αυτοκράτορα την ώρα που τα πλοία αναχωρούσαν από την Βασιλεύουσα, η ξαφνική κατάρρευση της βασιλικής σκηνής στον πρώτο σταθμό του στρατεύματος και η ανεξήγητη πυρκαγιά στις βασιλικές σκηνές που είχε καταστρέψει τις πολυτιμότερες αποσκευές του. Ακούστηκαν ψίθυροι για δολιοφθορά, αλλά δεν αποδείχθηκε τίποτα. Όλα αυτά έκαναν τον Ρωμανό ευέξαπτο, και νευρικό. Ένιωθε παντού τριγύρω του το φάντασμα της προδοσίας να τον κυκλώνει. Προσπαθώντας να διατηρήσει την πειθαρχία του στρατεύματος, μερικές φορές κατέφευγε σε αυστηρότερες ποινές από ότι θα απαιτούσε η περίσταση. Μετά την καχυποψία που του είχαν ενσπείρει όλα αυτά τα περιστατικά, στον επόμενο σταθμό ο Ρωμανός προτίμησε να στήσει τις σκηνές του αρκετά μακρύτερα από εκείνες του υπόλοιπου στρατεύματος, περνώντας τις περισσότερες ώρες της ημέρας μόνος. Το γεγονός αυτό επηρέασε το ηθικό των ανδρών οι οποίοι σχημάτισαν την εντύπωση ότι ο Αυτοκράτορας δεν τους συμπαραστεκόταν. Μέχρι τη στιγμή που το στράτευμα έφτασε στην Αρμενία, η κατάσταση δεν ήταν απλά ηλεκτρισμένη, αλλά εκρηκτική. Και η πικρή αλήθεια ήταν ότι, ξεκινώντας την εκστρατεία, ο Ρωμανός είχε αφήσει ακάλυπτα τα νώτα του – τόσο σε πολιτικό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.
            Στη Βασιλεύουσα όλοι τον επιβουλεύονταν και μηχανορραφούσαν, ο Ψελλός, ο Καίσαρας Ιωάννης Δούκας, ο συγκλητικός Νικηφόρος Παλαιολόγος. Ακόμη και η Ευδοκία, παρά τη θέρμη της στο συζυγικό κρεβάτι, θα του συμπαραστεκόταν μόνο όσο οι καταστάσεις ευνοούσαν την ίδια. Αναχωρώντας για την εκστρατεία, ο Ρωμανός δεν είχε λάβει ιδιαίτερα μέτρα εναντίον τους, με μόνη εξαίρεση την εξορία του Ιωάννη Δούκα στην Βιθυνία και την «ομηρία» του μεγαλύτερου γιού του, του Ανδρόνικου Δούκα, τον οποίον κρατούσε δίπλα του στην εκστρατεία, ώστε να εξασφαλίσει την νομιμοφροσύνη του πατέρα του. Δεν δίστασε μάλιστα, να του αναθέσει και την διοίκηση της οπισθοφυλακής του στρατεύματος. Η οπισθοφυλακή αποτελείτο από εφεδρικά στρατεύματα, αμφιβόλου μαχητικής αξίας, όπως ακριβώς και ο διοικητής τους. O Ρωμανός πίστευε  ότι ο πατέρας του, Ιωάννης Δούκας  δε θα μηχανορραφούσε για την ήττα ενός στρατεύματος στο οποίο συμμετείχε και ο γιος του. Στην πραγματικότητα όμως είχε έναν προδότη πίσω του, πειθήνιο όργανο του δολοπλόκου Ψελλού.
            Ο αυτοκράτορας υιοθέτησε ξανά τη στρατηγική την οποία είχε εφαρμόσει το 1069, θέτοντας στόχο την εξασφάλιση του ελέγχου του Μαντζικέρτ στη λίμνη Βαν. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις βάδισαν μέσω της Βιθυνίας και της Φρυγίας, διέσχισαν τον ποταμό Άλυ και στρατοπέδευσαν στην περιοχή Κρύα Πηγή της Καππαδοκίας, όπου ο Ρωμανός κατέστειλε μια ανταρσία των Γερμανών μισθοφόρων του. Κατόπιν προχώρησε στη Σεβάστεια. Σε αντίθεση με το 1069, αυτή τη φορά δεν σχεδίαζε να προσεγγίσει τις αρμενικές επαρχίες από την πλευρά της Μελιτηνής, αλλά από τη Θεοδοσιούπολη (σημ. Erzurum), καθώς η οδός αυτή ήταν συντομότερη και πρόσφερε περισσότερα εφόδια για ένα πολυάριθμο στράτευμα.
           Η άφιξη στη Θειδοσιούπολη στα τέλη του Ιούνη του 1071 σήμαινε την έναρξη των επιχειρήσεων. Οι πληροφορίες των αγγελιαφόρων ήθελαν τον Σουλτάνο να βρίσκεται στο Χαλέπι, κινούμενο όμως τώρα  τάχιστα προς την Αρμενία επικεφαλής μίας δύναμης 10-15.000 ανδρών, για να αντιμετωπίσει την απροσδόκητη εισβολή. Στις άμεσες προθέσεις του θα ήταν να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερο στρατό.  Όσον αφορά τις κινήσεις του στη συνέχεια, οι Βυζαντινοί βασίστηκαν σε υποθέσεις, έχοντας δυστυχώς ένα κακό δίκτυο ανίχνευσης των κινήσεων του εχθρού.
            Την στιγμή αυτή ο Ρωμανός θα διασπάσει, όπως συνήθιζε το στρατό, μια κίνηση που λόγω της προδοσίας, θα αποδειχτεί λανθασμένη. Ήθελε να ελέγξει και τα δυο στρατηγικά σημεία (Χλιάτ και Μαντζικέρτ) με αντίτιμο την ακύρωση του πλεονεκτήματος της αριθμητικής υπεροχής έναντι του Αλπ Αρσλάν. Πίστευε επισης ότι οι Τούρκοι βρίσκονταν ακόμα μακριά και θα αργούσαν να συγκεντρώσουν στρατό. Ένα τμήμα του στρατού, εμπειροπόλεμο και αξιόμαχο, με επικεφαλής το μάγιστρο Ιωσήφ, μέλος της οικογενείας των Ταρχανειωτών, και τον Φράγκο μισθοφόρο Ρουσέλιο (Roussel ή Ursel de Bailleul), διατάχτηκε να κινηθεί προε το Χλίατ ενώ ο ίδιος με το υπόλοιπο στράτευμα προχώρησε στην άλωση του Μαντζικέρτ, αντικειμενικού σκοπού της εκστρατείας. Θεωρώντας ότι κατείχε πλέον το στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι ενός ολιγάριθμου αντιπάλου ο οποίος απείχε ακόμη μακριά, στρατοπέδευσε έξω από τα τείχη της πόλης, αναμένοντας ειδήσεις από το απόσπασμα του Ταρχανιώτη.
            Η απόσταση ανάμεσα στα δύο φρούρια ήταν 45χμ. και θεωρητικά ήταν εύκολο να ανακληθεί το απόσπασμα ανά πάσα στιγμή.Το τι ακριβώς έγινε στο Χλίατ όταν έφτασε εκεί ο Ταρχανιώτης παραμένει άγνωστο. Σύμφωνα με Ισλαμικές πηγές, ήδη είχαν φτάσει ενισχύσεις και οι Σελτζούκοι αιφνιδίασαν τους αντιπάλους που νόμιζαν ότι θα έρχονταν αντιμέτωποι μόνο με τους υπερασπιστές της πόλης. Στις ελληνικές πηγές απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά. Είναι αμφίβολο  αν δόθηκε κάποια μάχη, μεγάλη ή μικρή. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Μάγιστρος, μαζί με τον Ουρσέλ και όλους τους άνδρες τους, εγκατέλειψαν το Χλιάτ, χωρίς ποτέ να ειδοποιήσουν τον Ρωμανό για τις κινήσεις τους και χωρίς ποτέ να επανενωθούν με το κύριο σώμα του στρατού. Αντʼ αυτού, απομακρύνθηκαν το γρηγορότερο δυνατόν από το πεδίο της μάχης, για να εμφανισθούν πολύ αργότερα στην Μελιτηνή, 150 χιλιόμετρα στα νοτιοδυτικά. Οι πιθανότητες να αιφνιδιάστηκαν και να κατανικήθηκαν από τουρκικές δυνάμεις, είναι μηδαμινές, αν όχι μηδενικές. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση όμως, θα μπορούσαν να αποστείλουν έναν αγγελιαφόρο στο Ματζικέρτ, για να ενημερώσει τον Ρωμανό για την κατάσταση.
           Ο Ταρχανιώτης ήταν ένας έμπειρος, γενναίος στρατηγός, επικεφαλής ενός ισχυρού αποσπάσματος, δύναμης ικανής να διεκπεραιώσει την αποστολη για την οποία στάλθηκε. Η εξαφάνισή του χωρίς κανένα ίχνος ενισχύει τις φήμες περί εσκεμμένης προδοσίας εκ μέρους του. Η θεωρία αυτή επιβεβαιώνεται ακλόνητα από την εξέλιξη των γεγονότων που θα επακολουθούσαν. Το γεγονός πάντως, ότι ένα σημαντικότατο μέρος  της στρατιάς του Ρωμανού τον είχε εγκαταλείψει δύο ημέρες πριν τη μάχη…

 


Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Οι τρεις πρώτες εκστρατείες του Ρωμανού Διογένη --1068-1069-1070--

 
 
 
Η πρώτη εκστρατεία (1068)
             
          Απτόητος και ανυπόμονος ο Ρωμανός σχεδίαζε την εκστρατεία του.Με πολλή δουλειά θα πετύχει μέσα σε δύο μήνες να διορθώσει αρκετά πράγματα, φτιάχνοντας ένα σχετικά αξιόμαχο στρατό. Το Μάρτιο του 1068, λίγους μήνες μετά την ενθρόνισή του, θα ξεκινήσει τις επιχειρήσεις εναντίον των Σελτζούκων. Η πρώτη εκστρατεία είχε στόχο την επανάκτηση σημαντικών πόλεων και φρουρίων και την εκδίωξη των επιδρομέων από την κεντρική Μικρά Ασία.
          Το φθινόπωρο  η κατάσταση στο μέτωπο θα είναι ισορροπημένη με επιτυχίες και αποτυχίες και των δύο αντιπάλων. Ο Διογένης θα καταλάβει την Ιεράπολη αλλά όχι και το Χαλέπι, θα περιορίσει κάπως τον κυρίως στρατό του Αλπ Αρσλάν στην Ιβηρία, ενώ θα ελαφρώσει την πίεση που δεχόντουσαν η Αντιόχεια και το Μαντζικέρτ που παρέμεναν στην αυτοκρατορία. Το αρνητικό όμως γεγονός είναι ότι θα εμφανιστούν κρούσματα απειθαρχίας, έλλειψης ηθικού, ασυνεννοησία και απροθυμία για συνεργασία των μονάδων αλλά και κάποιων στρατηγών.  Οι φρουρές που ο Ρωμανός είχε αφησει σε κάποιες περιοχες όπως στη Μελιτηνή, προτίμησαν να κλειστούν στα τείχη, αφήνοντας τις Σελτζουκικές ομάδες να λεηλατούν πόλεις όπως η Νεοκαισάρεια και το Αμόριο. Οι μισθοφόροι ήταν πάντα ένα ερωτηματικό όσον αφορά την πειθαρχία τους, ενώ πρόβλημα υπήρχε και με τους Αρμένιους εξαιτίας των θρησκευτικών διαφορών τους  με τους Ορθόδοξους.    
           Εκμεταλλευόμενος τα προβλήματα αυτά ο Ψελλός θα ειρωνευτεί τα αποτελέσματα της εκστρατείας γράφοντας : <<Εξήλθε λοιπόν κατά των βαρβάρων με όλο το στρατό , χωρίς να ξέρει που πηγαίνει, χωρίς να γνωρίζει τι ήθελε να επιτύχει. Περιπλανιόταν εδώ και εκεί , θέλοντας να ακολουθήσει τον ένα δρόμο αλλά βαδίζοντας κάποιον άλλο, διατρέχοντας τη Συρία και Περσία , κατορθώνοντας τούτο μόνο να σέρνει το στρατό μας στα ενδότερα της χώρας , τραβώντας τον πάνω σε υψηλούς λόφους , και ύστερα πάλι να τον σπρώχνει προς τα πεδινά και να τον στριμώχνει μέσα σε στενά περάσματα , με αποτέλεσμα πολλά παιδιά μας να χάνονται από την στρατηγική του δεινότητα. Κάποια στιγμή επέστρεψε επιτέλους τροπαιοφόρος κατά την φαντασία του , χωρίς ωστόσο να μας φέρει κανένα λάφυρο από τους Μήδους και τους Πέρσες , αυτοεπαιρόμενος μόνο για το ένα και μοναδικό του κατόρθωμα το ότι εξεστράτευσε κατά βαρβάρων >>.
 
 Η δεύτερη εκστρατεία  -1069-       
                 Την άνοιξη του 1069 ο Διογένης αποφασίζει νέα εκστρατεία, η οποία όμως θα ξεκινήσει καθυστερημένα λόγω ανταρσίας των Φράγκων μισθοφόρων. Το βυζαντινό φουσάτο κατευθύνθηκε ανατολικά έχοντας ως βάση ανεφοδιασμού την Καισάρεια της Καππαδοκίας  και βασικό στόχο τον έλεγχο των εισβολών. Ενώ  όμως ο αυτοκράτορας βρισκόταν στη βορειοανατολική Μικρά Ασία, οι Σελτζούκοι κατέστρεψαν το Ικόνιο. Ανενόχλητοι οι Σελτζούκοι επέστρεψαν πίσω από τη λεηλασίας τους. Ο στρατός του Δούκα της Αντιόχειας δεν έκανε τίποτα και παρέμεινε αδρανής. Οι Αρμένιοι όμως που στρατολογήθηκαν, τους πρόλαβαν και τους κατάφεραν ένα σημαντικό πλήγμα.
         Το απώτερο σχέδιο του αυτοκράτορα ήταν να ανακαταλάβει το Χλίατ (σημ. Ahlat, Τουρκία), πόλη στρατηγικής σημασίας βόρεια της λίμνης Βαν. Η σημασία της περιοχής υποδείχτηκε από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο τον 10ο αιώνα : << αν τα τρία αυτά κάστρα, το Χλιατ, και το Αρτζικέ και το Περκρί, τα κρατάει ο βασιλιάς, περσικό στράτευμα εναντίον της Ρωμανίας είναι αδύνατο να περάσει, διότι βρίσκονται ανάμεσα στη Ρωμανία και στην Περσία σαν φράγμα, είναι οχυρωμένα στρατόπεδα>>.
        Το σχέδιο όμως δε θα εκτελεστεί άμεσα. Ο Ρωμανός ήταν απογοητευμένος και κουρασμένος και με κακή ψυχολογία. Δεν είχε πετύχει καμιά σημαντική νίκη, ενώ τα φαινόμενα απειθαρχίας και οι υποψίες για προδοτικές συμπεριφορές, ακόμα και ανώτερων αξιωματικών, όξυναν την άσχημη ατμόσφαιρα.
 
Η τρίτη εκστρατεία
           Το 1070 ο Ρωμανός θα ξαφνιάσει με την απόφασή που θα πάρει. Αυτή τη φορά θα αναθέσει την αρχηγία του στρατεύματος στον Μανουήλ Κομνηνό, μεγαλύτερο αδερφό του μετέπειτα αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Ο Μανουήλ ήταν νέος αλλά ικανός και πιστός στον αυτοκράτορα. Η κίνηση αυτή του Ρωμανού έγινε προκειμένου να μην υπάρξει  εσωτερική υπονόμευση από κανέναν, αφού όλοι θα συνέδραμαν το γιο της μεγάλης οικογένειας των Κομνηνών.
          Ο στρατός υπό το Μανουήλ Κομνηνό κατευθύνθηκε βόρεια προκειμένου να εξασφαλιστεί η κυριαρχία στη βυζαντινή Αρμενία και να ενισχυθούν τα σύνορα. Ο Αλπ Αρσλάν προσπαθώντας να παρασύρει τον Μανουήλ στέλνει στρατό στην βόρεια πλευρά, ενώ ο ίδιος εισβάλλει προς το κέντρο της Μικράς Ασίας. Ο Μανουήλ με παρότρυνση και του Διογένη  στέλνει μέρος του στρατού στην Ιεράπολη, ώστε να ενισχυθεί η άμυνα της από τις Σελτζουκικές επιθέσεις.
           Η Ιεράπολη κράτησε, αλλά ο Μανουήλ με τον υπόλοιπο στρατό υπέστη δεινή ήττα έξω από την Σεβάστεια με τον ίδιο να συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και τον ηττημένο στρατό να κλείνεται έντρομος στα τείχη της πόλης.
         Πολλοί πιστεύουν ότι ο Ρωμανός ζήλεψε τις αρχικές επιτυχίες του Μανουήλ και εσκεμμένα διέταξε τη διάσπαση του στρατού, αφού για την υπεράσπιση της Ιεράπολης θα μπορούσε να κινηθεί άλλο στρατιωτικό τμήμα. Μέσα στο νοσηρό κλίμα του παλατιού πιθανόν να ανησύχησε μήπως ο νεαρός κατεπάνω του κλέψει τη δόξα της νίκης. Πάντως η διάσπαση του μετώπου και ο κατακερματισμός του ενός μεγαλεπήβολου στόχου σε πολλούς μικρότερους ήταν χαρακτηριστικό της πολεμικής τακτικής του αυτοκράτορα.
        Τα  αρνητικά αυτά γεγονότα  ανάγκασαν το Ρωμανό να αποφασίσει τη διενέργεια νέας εκστρατείας εναντίον των Σελτζούκων για το επόμενο έτος. Της επιχείρησης θα ηγούνταν ο ίδιος προσωπικά και στόχος θα ήταν και πάλι η ανακατάληψη της πόλης του Χλίατ, η οποία βρισκόταν πάνω στους κυριότερους άξονες εισβολής που περνούσαν από την Αρμενία. Η αφορμή που δόθηκε ήταν η κατάληψη του βυζαντινού φρουρίου Μαντζικέρτ (σημ. Malazgirt, Τουρκία) από τους Σελτζούκους προς το τέλος του 1070. Οι σύμβουλοι του Ρωμανού υποστήριζαν ότι εάν το Χλίατ και τα γύρω οχυρά (συμπεριλαμβανομένου και του Μαντζικέρτ) ανακαταλαμβάνονταν και δέχονταν φρουρά το ταχύτερο δυνατόν, οι σελτζουκικές επιδρομές στη Μικρά Ασία θα εξουδετερώνονταν πριν ακόμη ξεκινήσουν.


Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Η άνοδος του Ρωμανού Διογένη στο θρόνο του Βυζαντίου

 
 
 
             Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης εκπροσωπεί τους στρατιωτικούς. Στο πρόσωπό του και στη σύντομη και τραγική βασιλεία του ενσαρκώνεται μια προσπάθεια αντιστροφής του κλίματος της παρακμής και αντιμετώπισης των κινδύνων που απειλούσαν τα ανατολικά σύνορα. Ήταν γόνος πλούσιας στρατιωτικής οικογένειας, είχε διακριθεί στον πόλεμο, αντιμετωπίζοντας αποφασιστικά τους Πετσενέγκους, είχε αποπειραθεί να κάνει πραξικόπημα μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Δούκα και για αυτό το λόγο δικάστηκε και τιμωρήθηκε. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η όμορφη Ευδοκία εντυπωσιάστηκε από το Ρωμανό. Από τότε το όνομά του συζητούνταν συνέχεια στην Πόλη, ως του ανθρώπου που θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο στα πράγματα.
              Είναι σίγουρο ότι βασικό κριτήριο στην επιλογή του Ρωμανού από την Ευδοκία ήταν όχι μόνο η προσωπικότητα του Ρωμανού, αλλά και η συναίσθηση από πλευράς της, του κινδύνου που αντιμετώπιζε το κράτος υπό την απειλή των εξωτερικών εχθρών του και τη διάλυση του στρατού. Οι γραφειοκράτες του παλατιού θα δεχτούν την επιλογή αυτή, κάτω από τη πίεση των γεγονότων και, με επικεφαλής το Ψελλό, θα συνεχίσουν να ελέγχουν την κατάσταση και να προσαρμόζουν τις κινήσεις τους ανάλογα με τις εξελίξεις.
           Εμπόδιο στο γάμο της Ευδοκίας με το Ρωμανό ήταν ο όρκος που είχε δώσει, λίγο πριν το θάνατο του συζύγου της, ότι δε θα ξαναπαντρευτεί, για να ανεβούν στο θρόνο τα ανήλικα παιδιά της. Ο όρκος είχε δοθεί εγγράφως και βρισκόταν στα χέρια του πατριάρχη Ιωάννη Ξιφιλίνου. Η Ευδοκία με τέχνασμα κατόρθωσε να παρακάμψει τον όρκο: έπεισε τον πατριάρχη ότι επρόκειτο να παντρευτεί τον αδερφό του Βάρδα, ένα μέτριο έως ανάξιο τύπο. Ο πατριάρχης της έδωσε τη γραφή του όρκου για χάρη του <<κοινού καλού>>. Όλοι βρέθηκαν προ τετελεσμένου: Tην Πρωτοχρονιά του 1067 ο Ρωμανός εισήλθε ένοπλος στο παλάτι και παντρεύτηκε την αυτοκράτειρα, ενώ την άλλη μέρα στέφτηκε αυτοκράτορας. Έτσι ξεκίνησε η βασιλεία του, που θα αποδειχτεί βραχύβια αλλά καθοριστική για την ιστορία της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας.
            Κύριο μέλημα του Ρωμανού ήταν η αντιμετώπιση των Τούρκων. Αυτή ήταν η μοναδική του έγνοια, για αυτό επιλέχτηκε, αυτό περίμενε κι ο λαός να κάνει. Ο ίδιος διεξήγαγε μια μεγάλη εκστρατεία το 1068, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις το 1069 και τη μοιραία εκστρατεία του 1071. Σε όλη τη διάρκεια αυτών των ετών ήξερε ότι από την επιτυχία της αποστολής του θα κρίνονταν το μέλλον και της αυτοκρατορίας αλλά και το δικό του. Θα μπορούσε κανείς να πει κανείς ότι αυτός, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ήταν αυτοκράτορας με προθεσμία αλλά και με όρους.  Πιθανή αποτυχία θα έδινε την ευκαιρία στους γραφειοκράτες να πάρουν πάλι το πάνω χέρι στην εξουσία…
         Στην προσπάθεια του για την επιτυχία της αποστολής του είχε δυο μεγάλα θέματα. Το πρώτο ήταν η κατάσταση του βυζαντινού στρατού. Τέσσερις μόλις δεκαετίες μετά την ένδοξη εποχή του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου (975-1025), το σύνολο του στρατού δεν είχε καμιά σχέση με αυτόν του παρελθόντος. Ο ταγματικός στρατός, που μέχρι πρόσφατα πολεμούσε στη Δύση αποτελούνταν κυρίως από μισθοφόρους. Ο Ρωμανός ήλπιζε να αντλήσει νέες δυνάμεις με την αναδιοργάνωση του στρατού των θεμάτων, ο οποίος είχε αποδιοργανωθεί την προηγούμενη εικοσαετία. Όμως το θέαμα που αντίκρισε κατά την προετοιμασία της εκστρατείας του 1068 ήταν αποκαρδιωτικό. Οι επίστρατοι του θεματικού στρατού ήταν φτωχά οπλισμένοι, απείθαρχοι και ανεκπαίδευτοι, ανίκανοι για μια σοβαρή προσπάθεια για την επανάκτηση των ανατολικών συνόρων της αυτοκρατορίας.
          Ο ταγματικός στρατός έπρεπε να εκπαιδευτεί σε ένα νέο είδος πολέμου με νομάδες. Ο θεματικός στρατός χρειαζόταν, πολύ περισσότερο αυτός, χρόνο και εκπαίδευση. Η πίεση όμως των γεγονότων ήταν μεγάλη. Ο Ρωμανός, φλογερός και ασυγκράτητος, βιαζόταν, όχι αδικαιολόγητα, να φέρει αποτελέσματα εναντίον των Τούρκων και του νέου ηγέτη τους Αλπ Αρσλάν. Η προσωπική πολεμική φιλοσοφία του συνίστατο στην άμεση δράση για την άμεση καταδίωξη. Το επιχειρησιακό του σχέδιο όμως είχε κενά και γεννούσε ερωτηματικά.  Ο στρατός θα προχωρούσε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις χωρίς όμως να έχει την απαιτούμενη ευκινησία για να αντιμετωπίσει τους ευέλικτους Σελτζούκους. Απουσίαζε η κατάρτιση ενός οργανωμένου σχεδίου που θα λάμβανε σοβαρά υπόψη τις ιδιαιτερότητες του πολέμου και θα προσαρμοζόταν στην τακτική του εχθρού. Ο αυτοκράτορας, αν και με στρατιωτική εμπειρία, εντούτοις δεν είχε τις απαραίτητες επιτελικές γνώσεις για τη σύλληψη του κατάλληλου σχεδίου και την οργάνωση επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας σε δύσβατα εδάφη. Προβλήματα υπήρχαν και με τη συνεργασία των μονάδων και των διοικητών τους μεταξύ τους. Κυριαρχούσε η νοοτροπία να μην κινδυνεύει η κάθε μονάδα για τις άλλες μονάδες. Η λογική αυτή επέφερε πλήγμα στην ομοψυχία και συνεργασία του στρατεύματος. Μεγάλο μειονέκτημα θα αναδειχτεί το μέτριο ως κακό έργο των ανιχνευτών του στρατού, που ο ρόλος τους ήταν πολύ σημαντικός σε μια τέτοια εκστρατεία.
             Το άλλο μεγάλο θέμα ήταν αυτός ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός  που βρισκόταν στα χέρια των γραφειοκρατών και συγκεκριμένα του Ψελλού. Ο υπέρτιμος φιλόσοφος σε συνεργασία με Ιωάννη Δούκα (αδελφό του αυτοκράτορα Κων/νου Δούκα), με συνεχείς σκευωρίες και τακτικισμούς υπέσκαπταν τις προσπάθειες του Ρωμανού Δ΄. Ο Διογένης διέπραξε ένα βασικό σφάλμα: διατήρησε στην αυλή τον Ψελλό, τον καίσαρα-Ιωάννη Δούκα και τους οπαδούς τους, οι οποίοι αντιστρατεύονταν την πολιτική του, είτε κρυφά είτε με φανερό τρόπο, με αποτέλεσμα οι κινήσεις του αυτοκράτορα να μην αποδίδουν τα αναμενόμενα.
             Γιατί δεν τους απομάκρυνε; Δεν ένιωθε δυνατός να κυβερνήσει χωρίς αυτούς;  Δεν ήθελε να ξεκινήσει τη βασιλεία του με καθαιρέσεις και τιμωρίες; Κατόρθωσαν να τον πείσουν ότι είναι μαζί του, αρωγοί στις προσπάθειές του; Δε διέθετε το πολιτικό αισθητήριο για να κάνει αυτήν την κίνηση που, πρώτη από όλες, θα έκανε ένα άλλος; Όποια κι αν είναι η απάντηση, το αποτέλεσμα ήταν η διαρκής υπονόμευσή του…


Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

H κρίση του 11ου αιώνα

 
 

               Στα τέλη του 10ου αιώνα και στις αρχές του 11ου αιώνα, χάρη στις κατακτήσεις του Νικηφόρου Φωκά, του Ιωάννη Τσιμισκή και του Βασίλειου του Β΄ η αυτοκρατορία γνώρισε μια περίοδο οικονομικής ευημερίας, εδαφικής επέκτασης και ανάπτυξης του εμπορίου. Όταν πέθανε ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος το 1025, τα ταμεία του κράτους ήταν γεμάτα χρυσάφι. Η εσωτερική ασφάλεια, η κυριαρχία στη θάλασσα, το εμπόριο με γειτονικούς λαούς και ιδιαίτερα με τους Ρώσους και τους Άραβες, η κατανίκηση των αντιπάλων είχαν εδραιώσει την ειρήνη και έφεραν την ανάπτυξη.
               Η οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη των πόλεων και ιδιαίτερα της Κωνσταντινούπολης θα προκαλέσει όπως είναι φυσικό κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Για πρώτη φορά επί Κωνσταντίνου Μονομάχου(1042-1055), οι αστοί της Πόλης μπορούν να γίνουν μέλη της Συγκλήτου, κάτι που μέχρι τότε αποτελούσε προνόμιο της παραδοσιακής αριστοκρατίας.
              Το πιο ενδιαφέρον και διακριτικό χαρακτηριστικό της εποχής αυτής είναι η σύγκρουση ανάμεσα στους στρατιωτικούς παράγοντες και τους ευγενείς της Μ. Ασίας από τη μια μεριά και της κεντρικής γραφειοκρατίας από την άλλη. Οι εκπρόσωποι των <<δυνατών>>, των ισχυρών οικογενειών της Μικράς Ασίας, με τη μεγάλη ιδιοκτησία γης, με στρατιωτικά αξιώματα, είναι αποκλεισμένοι από την εξουσία και την διεκδικούν με επαναστάσεις. Στην πρωτεύουσα η εξουσία ασκείται από τον αυτοκράτορα και τους <<πολιτικούς>>, τους γραφειοκράτες, τους διανοούμενους και την Εκκλησία.
            Μετά την εποχή του Βασιλείου η εμπέδωση της ειρήνης και η αποδυνάμωση των εχθρών οδηγούν στην παραμέληση του στρατού. Η τακτική αυτή έχει σκοπό να αποδυναμώσει τη στρατιωτική αριστοκρατία των επαρχιών που συχνά κινούσε στάσεις. Σταδιακά εγκαταλείπεται ο θεσμός της στρατολόγησης των αγροτών κι ο αυτοκρατορικός στρατός ενισχύεται από μισθοφόρους που, καταρχήν είναι πιστοί στον αυτοκράτορα, γι αυτό και επιλέγονται, μέσα στο κλίμα της καχυποψίας που θα επικρατήσει λόγω των εσωτερικών συγκρούσεων.
             Νομοτελειακά η ανάπτυξη και η ευημερία που υπάρχει σκεπάζει τις λανθασμένες αποφάσεις που θα  φέρουν την παρακμή. Στην κοινωνία οι αντιθέσεις θα οξυνθούν με τη  αυξανόμενη διάσταση της ακμάζουσας πρωτεύουσας και των αγροτικών επαρχιών. Στην πολιτική η πόλωση θα είναι μεγάλη, με τη σύγκρουση των <<πολιτικών>> με τους <<στρατιωτικούς>>, ανάμεσα δηλαδή στην αυλική γραφειοκρατία και τη στρατιωτική αριστοκρατία.
            Ο πιο επιφανής εκπρόσωπος της παλατιανής γραφειοκρατίας είναι ο Μιχαήλ Ψελλός, μια πολυσύνθετη πνευματική προσωπικότητα: ιστορικός, ποιητής, αστρονόμος, γιατρός, νομικός, φιλόσοφος, ένας από τους σημαντικότερος διανοούμενους του Βυζαντίου. Η πολιτική του δραστηριότητα όμως  θα σφραγίσει αρνητικά όλη αυτή την εποχή από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο(1042-1055) ως και το Μιχαήλ Δούκα (1071-1078). Στερημένος από ουσιαστικές πολιτικές ικανότητες, δρώντας στο παρασκήνιο με κολακείες και δολοπλοκίες, θα αποδειχτεί βασικός πρωταγωνιστής της επερχόμενης παρακμής.
            Από το 1025 και μετά στο θρόνο θα ανεβούν μέτριοι, ανίκανοι και απόλεμοι αυτοκράτορες: Κωνσταντίνος Η΄ , οι τρεις άνδρες της αυτοκράτειρας Ζωής, ο  Ρωμανός Γ'  ο Αργυρός (1028-1034), ο Μιχαήλ Δ', ο  Παφλαγόνας (1034- 1041) και ο Κωνσταντίνος Θ'  ο Μονομάχος (980, -1054). κατόπιν η Θεοδώρα (1054-1056). Θα υπάρξει μια εξαίρεση με τον Ισαάκιο Κομνηνό, εκπρόσωπο των στρατιωτικών, που θα προσπαθήσει να αναστρέψει την φθορά, θα αναγκαστεί όμως σε παραίτηση κάτω από την πίεση του Ψελλού που θα προωθήσει στο θρόνο τον Κωνσταντίνο Δούκα (1059-1067).
            Τη δυσμενή κατάσταση στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας ήρθαν να επιβαρύνουν οι μεγάλες καταστροφές που προκάλεσαν στο ανατολικό σύνορο οι Σελτζούκοι. Ο νέος αυτός εχθρός μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατέλυσε την αραβική κυριαρχία στην Περσία, καταλαμβάνοντας ακόμα και την ίδια τη Βαγδάτη, έδρα του χαλίφη. Με αυτό τον τρόπο οι Σελτζούκοι ανέλαβαν ουσιαστικά την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του μουσουλμανικού κόσμου.
            Αμέσως μετά ξεκίνησαν τις επιθέσεις εναντίον των ανατολικών επαρχιών του Βυζαντίου και σύντομα, παρόλο που η αυτοκρατορία κατόρθωσε (αν και με πολλές δυσκολίες) να διατηρήσει την ακεραιότητα των συνόρων της, έγινε εμφανές ότι τα προβλήματα στα ανατολικά σύνορα θα ήταν μεγάλα. Η αδυναμία να αντιμετωπιστεί  αποτελεσματικά η κατάσταση  ήταν αποτέλεσμα της κακοδιοίκησης των τελευταίων δεκαετιών και της κυριαρχίας της πολιτικής γραφειοκρατίας στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. Έτσι, με επανειλημμένες επιθέσεις οι Σελτζούκοι κατέστρεψαν την Ιβηρία, λεηλάτησαν τις περιοχές της Μεσοποταμίας, Χαλδίας, Μελιτηνής, Κολωνείας, Βαασπαρακανίας και Αρμενιάκων. Μάλιστα, το 1064 καταλήφθηκε οριστικά το Άνιο της Αρμενίας, γεγονός που συγκλόνισε τους κατοίκους της αυτοκρατορίας.
          Μετά την πτώση του Ανίου, η βυζαντινή κυριαρχία στο ανατολικό σύνορο έγινε ακόμη πιο επισφαλής. Κατά το 1067 οι Σελτζούκοι πέτυχαν να διεισδύσουν δυτικότερα, λεηλατώντας τη μεγάλη πόλη της Καππαδοκίας, την Καισάρεια. Το νέο αυτό πλήγμα ήταν αποτέλεσμα της αποτυχίας της φρουράς της Μελιτηνής να αντιμετωπίσει τους επιδρομείς που είχαν διασχίσει τον Ευφράτη. Η βυζαντινή κυβέρνηση δεν μπόρεσε να προβλέψει μια τόσο μεγάλη εχθρική εξάπλωση.
           Αυτή ήταν η κατάσταση του κράτους το Μάιο του 1067, όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας πέθανε ύστερα από ασθένεια αρκετών μηνών, αφήνοντας στο πηδάλιο της αυτοκρατορίας την Αυγούστα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα και τα τρία ανήλικα τέκνα του.


Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Κάστρο Καλαμάτας

 
 
 
 
            Kατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα, πάνω στα αρχαία ερείπια των ανακτόρων της πόλεως των Φαρών, οι Χριστιανοί έκτισαν μια εκκλησία που καθώς ελέγετο, αφιέρωσαν μια εικόνα της Παναγίας που είχε μαύρα ωραία, «καλά» μάτια. Την λάτρεψαν ως Παναγιά «Καλομάτα», που αργότερα η πόλη των Φαρών πήρε το όνομά της «Καλομάτα» από τα καλά μάτια της.
           «ΚΑΛΟΜΑΤΑ» αναφέρεται και στο χρονικό του Μορέως, αργότερα όμως έγινε, κατά το ευκολότερο στην προφορά, «Καλαμάτα», όπως λέγεται και σήμερα, γιατί  και κατά την εποχή του γλωσσικού προβλήματος και την Καλαμάτα την έκαναν «ΚΑΛΑΜΑΙ», για να ξαναβρεί το σωστό όνομά της «Καλαμάτα», όπως είναι γνωστή σήμερα.
         Όταν το 1205 η Καλαμάτα και το κάστρο της υποδουλώνονται από τους Φράγκους κατακτητές, το βράχο της Ακρόπολης των αρχαίων Φαρών τον οχυρώνουν με χοντρά τειχιά και γίνεται Κάστρο οχυρό και κυρίως στο μέρος της Εκκλησίας το χρησιμοποιούσαν για καλούπι, ρίχνουν γύρω του τείχη χοντρά πάχους 2,5 μέτρων και υψώνουν έναν πύργο με πολλούς ορόφους. Πάνω από τους θόλους της εκκλησίας ήταν ο πρώτος όροφος του πύργου των Φράγκων.
           Η σημερινή μορφή του κάστρου οφείλεται σε μεγάλη ανακατασκευή  από το φράγκο πρίγκιπα και ιδρυτή του πριγκιπάτου της Αχαΐας, Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουΐνο, στις αρχές του 13ου αιώνα.
           Το 1218 πάνω στο Φράγκικο κάστρο της Καλαμάτας γεννήθηκε ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουϊνος, ο προσονομαζόμενος «Καλαμάτας» γιατί γεννήθηκε στην Καλαμάτα και μιλούσε Ελληνικά, που επί των ημερών του το πριγκιπάτο γνώρισε μεγάλη ακμή. Και σαν πέθανε ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος, το πριγκιπάτο παρακμάζει και περιέρχεται διαδοχικά σε διάφορους κυρίαρχους.
           Το 1292  Ρωμιοί βιλάνοι (σκλάβοι)  αλλά και  Σλάβοι της Γιάννιτσας κατεβαίνουν μια νυχτιά και με σκάλες που είχαν μαζί τους, ανέβηκαν τα τείχη του κάστρου και το κατέλαβαν, αλλά κατόπιν προδοσίας από τον Πρωτοστάτωρα του Βυζαντινού Δεσποτάτου του Μυστρά, το παρέδωσαν ξανά στους Φράγκους. Τα ταραγμένα αυτά χρόνια περιγράφει ο Άγγελος Τερζάκης στο εξαιρετικό του μυθιστόρημα <<Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ>>.
           Έρχεται κατόπιν ο Νικόλαος Ατζαϊόλης και γίνεται κύριος της Καλαμάτας και του κάστρου ως τα 1430 οπότε περιέρχεται στα χέρια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, για να πέσει αργότερα ο τόπος στα χέρια των Τούρκων.
            Το μνημείο έχει την τυπική μορφή ενός βυζαντινού κάστρου: στο πιο απόκρημνο σημείο του, στην κορυφή του λόφου, υψώνεται ένας πύργος-καταφύγιο με θολοσκέπαστη δεξαμενή νερού, όπου έχουν εντοπιστεί και λείψανα ναού. Ένας εσωτερικός οχυρωματικός περίβολος περιβάλλει την κορυφή του λόφου, ενώ ένας δεύτερος, ευρύτερος περίβολος προστατεύει μια μεγαλύτερη περιοχή στην πιο προσιτή και ευάλωτη ανατολική πλευρά. Τα τείχη είναι κατακόρυφα, ακολουθούν τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και δεν σώζονται οι επάλξεις τους. Μετατροπές στο κάστρο έγιναν και από τους Ενετούς που κατέλαβαν την πόλη από το 1685 μέχρι το 1715 (Β΄ Ενετοκρατία). Στη φάση αυτή ανάγεται η ανακατασκευή της πύλης της ανατολικής πλευράς. Πάνω από τη θύρα εισόδου βρίσκεται εντοιχισμένο το ανάγλυφο του Λέοντα του Αγίου Μάρκου, μαρτυρία για τις επεμβάσεις των Ενετών.
           Στη διάρκεια του 18ου αιώνα ξεπερασμέναο από τον καιρό, το κάστρο χάνει τη στρατηγική σημασία του, ενώ ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα έχει περιέλθει σε εγκατάλειψη. Στα 1825 υφίσταται μεγάλη καταστροφή από το στρατό του Ιμπραήμ.
         Ο σεισμός του 1986 έκανε πολλά τμήματα του κάστρου επικίνδυνα, οπότε το κέντρο του πλέον δεν είναι επισκέψιμο. Ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί μόνο περιμετρικά, από όπου μπορεί να απολαύσει τη θαυμάσια θέα.

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Kαθημερινές φράσεις που σχετίζονται με τη διαπόμπευση

 
 
 
 
 
       Oι βυζαντινοί πρόγονοί μας, συχνά στους δρόμους και στις πλατείες διασκέδαζαν, παρακολουθώντας το θέαμα της διαπόμπευσης. Οι κλέφτες, οι μοιχοί και οι μοιχαλίδες, οι δειλοί, οι μέθυσοι, οι αντάρτες, σημαντικά πρόσωπα που εξέπιπταν του αξιώματός τους όπως στρατηγοί, πατριάρχες, ακόμα και αυτοκράτορες, εξευτελίζονταν με την ατιμωτική αυτή διαδικασία.
       Η διαπόμπευση ήταν πολύ συνηθισμένη, κάτι που αποδεικνύεται από το πλήθος των φράσεων που σχετίζονται με αυτήν.
      Αυτός που επρόκειτο να διαπομπευτεί κουρευόταν. Σήμερα το κοντό μαλλί δεν έχει τίποτα το προσβλητικό, τότε όμως που οι πολίτες, εκτός από τους μοναχούς και τους κληρικούς, είχαν μακριά μαλλιά, το να παρουσιαστεί κάποιος κουρεμένος ήταν μεγάλη προσβολή.
      Εκτός από αυτούς που πενθούσαν, μόνο οι τιμωρημένοι κουρεύονταν, για αυτό και η φράση << ο δείνα τυπτόμενος και κουρευόμενος, εξοριζέσθω>>
       Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, θα καταλάβουμε τις σημερινές φράσεις: <<άντε πήγαινε να κουρευτείς>>, δηλαδή είσαι τόσο φαύλος, ώστε σου αξίζει να κουρευτείς.
        Σε κάποια μέρη της Ελλάδας κουτρούλα ή κουρεμένη λέγεται η άτιμη γυναίκα, επειδή τη μοιχαλίδα, προτού την διαπομπεύσουν, την  κούρευαν.
       Το <<κουρεύω>> στα βυζαντινά χρόνια λέγονταν και <<κουράζω>>. Όταν λοιπόν έλεγαν ότι ο δείνα εκουράσθη, σήμαινε ότι κουρεύτηκε. Το κούρεμα όμως, όπως παραπάνω αναλύθηκε, επειδή ήταν συνέπεια κακής συμπεριφοράς, καταντούσε να γίνει μια ατιμωτική και κουραστική διαδικασία και ψυχικά αλλά και σωματικά. Έτσι το κουράζω τα μαλλιά άλλαξε σημασία...Ποιος άραγε σήμερα όταν λέει ότι κουράστηκε, φαντάζεται ότι ή καταπόνηση του έχει σχέση με το κούρεμα.
        Στη συνέχεια, αυτοί που επιτηρούσαν τους διαπομπευόμενους, για να προκαλέσουν το γέλιο των θεατών  τους, τους άλειφαν με ασβόλη (καπνιά, φούμο) και από δω βγήκε η φράση <<αποσβολώθηκα ή έμεινα αποσβολωμένος>>, δηλαδή, ντράπηκε τόσο πολύ ο άνθρωπος που  τον διαπόμπευαν, όταν του άλειψαν το πρόσωπο με ασβόλη, ώστε «αποσβολώθηκε, έμεινε αποσβολωμένος».
       Την ασβόλη τότε την έλεγαν μούντζα (= μουντό χρώμα). Απ’ εδώ έχουμε την αρχή του ρήματος μουντζώνω ή μουντζουρώνω, καθώς και οι φράσεις: «έφυγε μουντζουρωμένος», δηλαδή ντροπιασμένος, «κοίταξε να μην με μουντζουρώσεις», να μη με προσβάλεις, «έννοια σου κι εγώ σε βάφω», δηλαδή θα σε τιμωρήσω.
        Και επειδή την ασβόλη, την αιθάλη, την άλειβαν στο πρόσωπο του «περιαγόμενου» παίρνοντας την με την παλάμη του χεριού και κατόπιν άνοιγαν τα δάχτυλα τους, γι’ αυτό και το υβριστικό σχήμα του ανοίγματος της παλάμης πήρε το όνομα μούτζα και το ρήμα μουτζώνω, που συνώνυμο του είναι το ρήμα φασκελώνω ή σφακελώνω.
       Αντί για ασβόλη- καπνιά, μερικές φορές το πρόσωπου του τιμωρημένου το άλειφαν με μια ερυθρή βαφή. Από εδώ βγήκε και η φράση κόκκινος, θα σε κοκκίνισε ή είναι κοκκινισμένος, που το λέμε για τον απελπισμένο άνθρωπος που είναι στο χείλος της καταστροφής.
       Αυτός που αποδεικνύεται αθώος, παρουσιάζεται στην κοινωνία με λευκό πρόσωπο, ενώ αντιθέτως ο ένοχος και ο διαπομπευόμενος με μαύρο. Γι αυτό λέμε σήμερα βγήκε ασπροπρόσωπος ή να με βγάλεις ασπροπρόσωπο ή κοίταξε να μη με μουτζουρώσεις, δηλ. να μη με κάνεις να ντραπώ για τη συμπεριφορά σου.
       Τον ένοχο κατόπιν τον ανέβαζαν πάνω σε γάιδαρο, γυρισμένο ανάποδα και να κρατά την ουρά του ζώου. Από δω βγήκε η φράση <<τον ανέβασαν στο γάιδαρο >> και επίσης << νόμιζα ότι ήμουν καβάλα σε γάιδαρο>>  που δηλώνουν  την ντροπή.
     Τον περιφερόμενο όχι  μόνο τον κορόιδευαν αλλά και για να γίνεται θόρυβος, του κρεμούσαν κουδούνια από το λαιμό του ή τον υποδέχονταν με κωδωνοκρουσίες. Έτσι έχουμε τις φράσεις του βάρεσαν καμπάνες και γρήγορα θα ακούσεις την καμπάνα σου δηλαδή την τιμωρία σου. Επίσης λέμε του κρέμασαν κουδούνια  εννοώντας ότι τον τιμώρησαν, όταν μαθεύτηκαν οι πράξεις του.
     Δεν αρκούνταν όμως μόνο σε αυτά, αλλά έριχναν εναντίον του τιμωρημένου σκουπίδια, αποφάγια αλλά και ακαθαρσίες. Οι σημερινές δηλαδή φράσεις τον έχεσα ή θα σε χέσω, δεν ήταν απλώς σχήμα λόγου αλλά πραγματικότητα. Τα περιττώματα που έριχναν μόλυναν όμως, όχι μόνο τον τιμωρημένο αλλά και το γάιδαρο πάνω στον οποίο επέβαινε. Τώρα καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει η φράση: θα μου χέσει το γάιδαρο ή του χεσα το γάιδαρο (στο ξύλο).
      Aν το παράπτωμα του διαπομπευόμενου ήταν μεγάλο, είχε μετάσχει σε ανταρσία ή οι καιροί ήταν ταραγμένοι και τα πάθη μεγάλα, τότε πριν την διαπόμπευση γινόταν η τύφλωση. Τότε τον τιμωρημένο σκωπτικά το έλεγαν μούτζουφλο ή μούρτζουφλο (μουτζότυφλος).
      Η διαπόμπευση λεγόταν και άτιμος θρίαμβος και πομπή. Αλλαγμένη η λέξη σε μπομπή σήμερα έχει κακή σημασία, δηλώνοντας την ανήθικη συμπεριφορά και πράξη, π.χ. << δεν πας να δεις τις μπομπές σου;>>
     Ο τιμωρημένος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω κουρευόταν και για αυτό λεγόταν κουτρούλης. Οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν το θέαμα,  πέρα από όλα όσα αναφέρθηκαν, χόρευαν, όπως γινόταν και στο γάμο, έναν ειδικό χορό κρατώντας κόκκινα μαντήλια. Από δω βγήκε η φράση : << τον έβγαλαν με της μπομπής τα μαντήλια>>, που σημαίνει ότι τον περιφρόνησαν ή τον απέπεμψαν.
Επειδή όλο αυτό το σκηνικό με το μαντήλια και το χορό θύμιζε και το γάμο, γι΄αυτό και σήμερα, όταν γίνεται φασαρία και υπάρχει αναταραχή λέμε << έγινε του κουτρούλη ο γάμος ή έγινε του κουτρούλη το πανηγύρι.>>
      Τέλος η διαπόμπευση στο βυζάντιο λεγόταν συγύρισμα και  συγυρίζω. Από δω ασφαλώς βγήκε η απειλητική φράση << θα σε συγυρίσω>>.

από το βιβλίο << Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός>> του μέγιστου Βυζαντινολόγου ΦΑΙΔΩΝΑ ΚΟΥΚΟΥΛΕ


Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Δυο διηγήσεις για το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού

 
 
 
Δυο διηγήσεις για το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους αλλά και τόσο το ίδιο αληθινές.
 
          Στις 15 Αυγούστου 1118 πεθαίνει ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, που κατόρθωσε να αναστείλει την παρακμή του 11ου αιώνα και να οδηγήσει την αυτοκρατορία σε σταθερότητα παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον.
          Ο θάνατος του από βαριά αρρώστια ήταν τραγικός. Η ποδάγρα και η ραγδαία επιδείνωση της σε συνδυασμό με την κόπωση δεκαετιών οδήγησαν τον Αλέξιο Κομνηνό στον θάνατο. Ήδη το 1116 είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ ώστε ο Αλέξιος δεν μπορούσε να περπατήσει. Ενάμιση χρόνο μετά τα πρώτα συμπτώματα, σύμφωνα με τον προσωπικό γιατρό του αυτοκράτορα, Νικόλαο Καλλικλή, είχε αρχίσει η μετάσταση. Η επιδείνωση ήταν ραγδαία σε βαθμό που ο Αλέξιος υποχρεωνόταν να παραμένει συνέχεια καθιστός. Φλεγμονές, οιδήματα και διάρροιες ταλαιπώρησαν τον αυτοκράτορα προκαλώντας του περιπλοκές και φριχτούς πόνους, έως ότου εξέπνευσε στις 15 Αυγούστου 1118.
          Ακολουθούν δυο διηγήσεις για το θάνατό του: στην πρώτη, η κόρη του Αννα Κομνηνή, που τον υπεραγαπούσε και τον θαύμαζε, περιγραφεί στην <<Αλεξιάδα>>,συντετριμμένη, τις τελευταίες του στιγμές. Στο δεύτερο απόσπασμα ο Ιωάννης Ζωναράς στηλιτεύει τη συνομωσία που εξυφαίνονταν στο παλάτι από την Άννα και την μητέρα της, για να μην ανεβεί στο θρόνο ο διάδοχος Ιωάννης αλλά ο  σύζυγος της Άννας, Νικηφόρος Βρυέννιος.Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τις παρατηρήσεις του τις έγραψε μετά το θάνατο του Αλέξιου, όταν είχε απολυθεί από το αξίωμα και πιθανότατα ήταν βαθιά χολωμένος.
         Τελικά το σχέδιο τους απέτυχε. Ο Ιωάννης πήγε μυστικά στο μοναστήρι των Μαγγάνων,όπου βρισκόταν ο πατέρας του και πήρε το αυτοκρατορικό δαχτυλίδι από το χέρι του λίγες ώρες πριν πεθάνει.
         Τα δυο αποσπάσματα φαίνονται αντίθετα το ένα προς το άλλο. Κι όμως και τα δυο έχουν βάση αλήθειας. Για να κατανοήσουμε κάποιες καταστάσεις, πρέπει να υπεισέλθουμε στη ψυχολογία των ηρώων της εποχής, να γνωρίσουμε την ιδεολογία τους έτσι όπως προσδιορίζεται από το ρόλο τους μέσα στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Ο κόσμος του Βυζαντίου είναι ένας κόσμος των αντιθέσεων, του μεγαλείου αλλά και της παρακμής, θαυμαστός αλλά και παράξενος, γι΄ αυτό και συναρπαστικός.
         Ο Αλέξιος βέβαια τελικά ετάφη στη Μονή Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη με τις τιμές που του άρμοζαν.
 
Τι γράφει η Άννα Κομνηνή στην <<Αλεξιάδα>>
<<Άφησα το χέρι του αυτοκράτορα και στράφηκα προς τη βασίλισσα. Και πάλι του έπιασα τον καρπό… ασφυξία. Εκείνη με σκουντούσε συνεχώς θέλοντας να μάθει πως ήταν ο σφυγμός του. Τον άγγιξα πάλι, κατάλαβα ότι κάθε δύναμη ζωής είχε χαθεί κι ο σφυγμός είχε σβήσει εντελώς. Έσκυψα τότε το κεφάλι, χωρίς μιλιά, παγωμένη σαν σε όνειρο, και, σκεπάζοντας με τα δυο μου χέρια τα μάτια μου, τραβήχτηκα πίσω κι άρχισα να θρηνώ.
Κι εκείνη κατάλαβε αμέσως και γέμισε τον αέρα με την κραυγή της. Αλλά πώς να παραστήσω το πένθος που κυρίευσε όλη την οικουμένη, πώς να θρηνήσω για το δικό μου πόνο; Απόθεσε η βασίλισσα τη βασιλική καλύπτρα κι έπειτα πήρε ένα ξυράφι κι έκοψε σύρριζα τα μαλλιά της. Πέταξε από τα πόδια της τα ερυθρά σανδάλια και ζήτησε να της φέρουν τα συνήθη μαύρα. Ακόμα και το πεορφυρό της ένδυμα ήθελε ν΄ αλλάξει, μα δεν είχε πρόχειρο κανένα μαύρο. Η Τρίτη σδελφή μου, που είχε δοκιμάσει την πίκρα της χηρείας, της έδωσε ένα μαύρο, το φόρεσε η βασίλισσα και σκέπασε το κεφάλι της με μια απλή μαύρη μαντίλα.
Ο βασιλιάς είχε παραδώσει στο Θεό την άγια ψυχή του και για μένα βασίλεψε ο ήλιος… όσοι δεν είχαν χάσει τη φωνή τους από τον πόνο, θρηνούσαν… Όσο για μένα, ακόμα και τώρα αμφιβάλλω αν βρίσκομαι στη ζωή, αν στ΄ αλήθεια γράφω και μνημονεύω το θάνατο του  αυτοκράτορα κι αγγίζω τα μάτια μου για να βεβαιωθώ πως δεν είναι όνειρο, όσα τώρα διηγούμαι. Μα κι όνειρο να  μην είναι, είναι παραίσθηση, μπορεί να ΄χω τρελαθεί και μου συμβαίνουν πράγματα τερατώδη κι αλλόκοτα. Πώς αφού χάθηκε εκείνος, εγώ βρίσκομαι στη ζωή; Πώς δεν παρέδωσα μαζί με αυτόν την ψυχή μου, πώς δεν έπεσα από ψηλά να σκοτωθώ; Μα όπως λέει ο τραγικός ποιητής << Δεν υπάρχει πόνος και θεόσταλτη συμφορά, που δε θα μπορούσα να σηκώσω το βάρος της>> ( Ευριπίδου, Ορέστης) .
Για αυτό ο Θεός έστειλε σε μένα τις μεγαλύτερες συμφορές: έχασα έναν τέτοιο φωστήρα της οικουμένης, το Μέγα Αλέξιο. Έσβησε ύστερα το πιο μεγάλο λυχνάρι ή μάλλον η σελήνη η πάμφωτη, η Ειρήνη η βασίλισσα. Κι όμως ζω κι αναπνέω…

Τι γράφει ο Ιωάννης Ζωναράς, χρονογράφος, νομικός και θεολόγος για το θάνατο του μεγάλου Κομνηνού:
 
Ο νόμιμος κληρονόμος του αυτοκράτορα,
ο Ιωάννης, έμεινε κλειδαραμπαρωμένος στο
Ιερόν Παλάτιον με την σφραγίδα της εξουσίας,
και η πρωτότοκη Άννα, η καισάρισσα, ωρύονταν,
και η θεοσεβούμενη Ειρήνη Δούκαινα η Αυγούστα,καταριόταν,
και άπλυτος ο Αλέξιος ο Πρώτος ο Κομνηνός,
παρατημένος Δεκαπενταύγουστο στο ανάκτορο του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων,
σ΄ένα δωμάτιο στον πέμπτο όροφο, ούτε τον νεκροστόλισαν
ούτε τον έψαλαν, όπως του άξιζε, μ΄ένα σκουφάκι μόνον κόκκινο στην κεφαλή,
έξελθε, βασιλεύ, ο Βασιλεύς των βασιλέων,
ο Άρχων του κόσμου σε καλεί,
ο Άρχων των αρχόντων, μάταιε, σε αναμένει.