Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Kαθημερινές φράσεις που σχετίζονται με τη διαπόμπευση

 
 
 
 
 
       Oι βυζαντινοί πρόγονοί μας, συχνά στους δρόμους και στις πλατείες διασκέδαζαν, παρακολουθώντας το θέαμα της διαπόμπευσης. Οι κλέφτες, οι μοιχοί και οι μοιχαλίδες, οι δειλοί, οι μέθυσοι, οι αντάρτες, σημαντικά πρόσωπα που εξέπιπταν του αξιώματός τους όπως στρατηγοί, πατριάρχες, ακόμα και αυτοκράτορες, εξευτελίζονταν με την ατιμωτική αυτή διαδικασία.
       Η διαπόμπευση ήταν πολύ συνηθισμένη, κάτι που αποδεικνύεται από το πλήθος των φράσεων που σχετίζονται με αυτήν.
      Αυτός που επρόκειτο να διαπομπευτεί κουρευόταν. Σήμερα το κοντό μαλλί δεν έχει τίποτα το προσβλητικό, τότε όμως που οι πολίτες, εκτός από τους μοναχούς και τους κληρικούς, είχαν μακριά μαλλιά, το να παρουσιαστεί κάποιος κουρεμένος ήταν μεγάλη προσβολή.
      Εκτός από αυτούς που πενθούσαν, μόνο οι τιμωρημένοι κουρεύονταν, για αυτό και η φράση << ο δείνα τυπτόμενος και κουρευόμενος, εξοριζέσθω>>
       Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, θα καταλάβουμε τις σημερινές φράσεις: <<άντε πήγαινε να κουρευτείς>>, δηλαδή είσαι τόσο φαύλος, ώστε σου αξίζει να κουρευτείς.
        Σε κάποια μέρη της Ελλάδας κουτρούλα ή κουρεμένη λέγεται η άτιμη γυναίκα, επειδή τη μοιχαλίδα, προτού την διαπομπεύσουν, την  κούρευαν.
       Το <<κουρεύω>> στα βυζαντινά χρόνια λέγονταν και <<κουράζω>>. Όταν λοιπόν έλεγαν ότι ο δείνα εκουράσθη, σήμαινε ότι κουρεύτηκε. Το κούρεμα όμως, όπως παραπάνω αναλύθηκε, επειδή ήταν συνέπεια κακής συμπεριφοράς, καταντούσε να γίνει μια ατιμωτική και κουραστική διαδικασία και ψυχικά αλλά και σωματικά. Έτσι το κουράζω τα μαλλιά άλλαξε σημασία...Ποιος άραγε σήμερα όταν λέει ότι κουράστηκε, φαντάζεται ότι ή καταπόνηση του έχει σχέση με το κούρεμα.
        Στη συνέχεια, αυτοί που επιτηρούσαν τους διαπομπευόμενους, για να προκαλέσουν το γέλιο των θεατών  τους, τους άλειφαν με ασβόλη (καπνιά, φούμο) και από δω βγήκε η φράση <<αποσβολώθηκα ή έμεινα αποσβολωμένος>>, δηλαδή, ντράπηκε τόσο πολύ ο άνθρωπος που  τον διαπόμπευαν, όταν του άλειψαν το πρόσωπο με ασβόλη, ώστε «αποσβολώθηκε, έμεινε αποσβολωμένος».
       Την ασβόλη τότε την έλεγαν μούντζα (= μουντό χρώμα). Απ’ εδώ έχουμε την αρχή του ρήματος μουντζώνω ή μουντζουρώνω, καθώς και οι φράσεις: «έφυγε μουντζουρωμένος», δηλαδή ντροπιασμένος, «κοίταξε να μην με μουντζουρώσεις», να μη με προσβάλεις, «έννοια σου κι εγώ σε βάφω», δηλαδή θα σε τιμωρήσω.
        Και επειδή την ασβόλη, την αιθάλη, την άλειβαν στο πρόσωπο του «περιαγόμενου» παίρνοντας την με την παλάμη του χεριού και κατόπιν άνοιγαν τα δάχτυλα τους, γι’ αυτό και το υβριστικό σχήμα του ανοίγματος της παλάμης πήρε το όνομα μούτζα και το ρήμα μουτζώνω, που συνώνυμο του είναι το ρήμα φασκελώνω ή σφακελώνω.
       Αντί για ασβόλη- καπνιά, μερικές φορές το πρόσωπου του τιμωρημένου το άλειφαν με μια ερυθρή βαφή. Από εδώ βγήκε και η φράση κόκκινος, θα σε κοκκίνισε ή είναι κοκκινισμένος, που το λέμε για τον απελπισμένο άνθρωπος που είναι στο χείλος της καταστροφής.
       Αυτός που αποδεικνύεται αθώος, παρουσιάζεται στην κοινωνία με λευκό πρόσωπο, ενώ αντιθέτως ο ένοχος και ο διαπομπευόμενος με μαύρο. Γι αυτό λέμε σήμερα βγήκε ασπροπρόσωπος ή να με βγάλεις ασπροπρόσωπο ή κοίταξε να μη με μουτζουρώσεις, δηλ. να μη με κάνεις να ντραπώ για τη συμπεριφορά σου.
       Τον ένοχο κατόπιν τον ανέβαζαν πάνω σε γάιδαρο, γυρισμένο ανάποδα και να κρατά την ουρά του ζώου. Από δω βγήκε η φράση <<τον ανέβασαν στο γάιδαρο >> και επίσης << νόμιζα ότι ήμουν καβάλα σε γάιδαρο>>  που δηλώνουν  την ντροπή.
     Τον περιφερόμενο όχι  μόνο τον κορόιδευαν αλλά και για να γίνεται θόρυβος, του κρεμούσαν κουδούνια από το λαιμό του ή τον υποδέχονταν με κωδωνοκρουσίες. Έτσι έχουμε τις φράσεις του βάρεσαν καμπάνες και γρήγορα θα ακούσεις την καμπάνα σου δηλαδή την τιμωρία σου. Επίσης λέμε του κρέμασαν κουδούνια  εννοώντας ότι τον τιμώρησαν, όταν μαθεύτηκαν οι πράξεις του.
     Δεν αρκούνταν όμως μόνο σε αυτά, αλλά έριχναν εναντίον του τιμωρημένου σκουπίδια, αποφάγια αλλά και ακαθαρσίες. Οι σημερινές δηλαδή φράσεις τον έχεσα ή θα σε χέσω, δεν ήταν απλώς σχήμα λόγου αλλά πραγματικότητα. Τα περιττώματα που έριχναν μόλυναν όμως, όχι μόνο τον τιμωρημένο αλλά και το γάιδαρο πάνω στον οποίο επέβαινε. Τώρα καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει η φράση: θα μου χέσει το γάιδαρο ή του χεσα το γάιδαρο (στο ξύλο).
      Aν το παράπτωμα του διαπομπευόμενου ήταν μεγάλο, είχε μετάσχει σε ανταρσία ή οι καιροί ήταν ταραγμένοι και τα πάθη μεγάλα, τότε πριν την διαπόμπευση γινόταν η τύφλωση. Τότε τον τιμωρημένο σκωπτικά το έλεγαν μούτζουφλο ή μούρτζουφλο (μουτζότυφλος).
      Η διαπόμπευση λεγόταν και άτιμος θρίαμβος και πομπή. Αλλαγμένη η λέξη σε μπομπή σήμερα έχει κακή σημασία, δηλώνοντας την ανήθικη συμπεριφορά και πράξη, π.χ. << δεν πας να δεις τις μπομπές σου;>>
     Ο τιμωρημένος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω κουρευόταν και για αυτό λεγόταν κουτρούλης. Οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν το θέαμα,  πέρα από όλα όσα αναφέρθηκαν, χόρευαν, όπως γινόταν και στο γάμο, έναν ειδικό χορό κρατώντας κόκκινα μαντήλια. Από δω βγήκε η φράση : << τον έβγαλαν με της μπομπής τα μαντήλια>>, που σημαίνει ότι τον περιφρόνησαν ή τον απέπεμψαν.
Επειδή όλο αυτό το σκηνικό με το μαντήλια και το χορό θύμιζε και το γάμο, γι΄αυτό και σήμερα, όταν γίνεται φασαρία και υπάρχει αναταραχή λέμε << έγινε του κουτρούλη ο γάμος ή έγινε του κουτρούλη το πανηγύρι.>>
      Τέλος η διαπόμπευση στο βυζάντιο λεγόταν συγύρισμα και  συγυρίζω. Από δω ασφαλώς βγήκε η απειλητική φράση << θα σε συγυρίσω>>.

από το βιβλίο << Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός>> του μέγιστου Βυζαντινολόγου ΦΑΙΔΩΝΑ ΚΟΥΚΟΥΛΕ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου