Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Η τεχνολογία στο Βυζάντιο του Θ. Π. Τάσιου

             
 
 
          Με αφορμή μια διάλεξή μου στο φιλόξενο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης (μετά απο πρόσκληση του Συλλόγου των Φίλων του Μουσείου), αξίζει να ξανατεθεί το ερώτημα περι Βυζαντινής Τεχνολογίας. Και διοτι πώς είναι δυνατόν να καμωνόμαστε οτι γνωρίζομε εναν Πολιτισμό, όταν συστηματικά αγνοούμε την Τεχνολογία του. Λοιπόν, οι γνώσεις-μας περι της Βυζαντινής Τεχνολογίας δέν είναι πλούσιες. Και ιδού μερικά πιθανά αίτια, ευρύτερου νομίζω ενδιαφέροντος.
 
α) Και, πρώτον, η παλαιότερη υποτίμηση του Βυζαντίου καθεαυτό απ' τη διεθνή ιστοριογραφία...

β) Δεύτερον, η εγνωσμένη αδιαφορία των Ιστοριογράφων (μέχρι πρόσφατα) για την Τεχνολογία καθόλου, ως θεμελιώδους παράγοντος των Πολιτισμών ενγένει.

γ) Σημαντικό, πάντως, μέρος της αγνοίας-μας περί του Βυζαντίου γενικότερα, οφείλεται στη συστηματική καταστροφή μεγίστου μέρους των Αρχείων των κυβερνητικών υπηρεσιών, κυρίως, αλλά και των γαιοκτημόνων και των Συντεχνιών, κλπ. Η ιστορία της Τεχνολογίας θα προέκυπτε αρμοδιότερον απο τέτοια Αρχεία, παρά απ' τις περιγραφές των υμνητών (ή και κατηγόρων) του Αυτοκράτορα!

δ) Είναι όμως εξ ίσου αληθές οτι οι ίδιοι οι βυζαντινοί δέν φαίνεται να είχαν σπουδαίαν ιδέα για τα τεχνικά επαγγέλματα: «Οι τας αγοραίας και χειρουργικάς τέχνας ασκούντες (οι χειροτεχνάριοι ως ελέγοντο) εθεωρούντο ταπεινοί και βάναυσοι δι' ό και περιεφρονούντο, εκ πολλών μαρτυριών μανθάνομεν» (Φ. Κουκουλές). Ο Θεόδωρος ο Πρόδρομος, λ.χ., βάζει στο στόμα τού πατέρα-του τη φράση «... ουδέ τε χαλκότυπον, και γάρ εμόν έσσεται αίσχος». Μια τέτοια ιδεαλιστική στάση, που θυμίζει... Ξενοφώντα (στον βαθμό βέβαια κατα τον οποίον δέν προέρχεται μόνον απο λογίους ή μόνον απο ψωροευγενείς), θα μπορούσε να σημαίνει μιαν ευρύτερη υποτίμηση της Τεχνολογίας.

ε) Δέν θα συμμερισθώ, πάντως, την άποψη οτι ο Χριστιανισμός θεωρούσε τάχα τη χειρωνακτική εργασία ως κώλυμα εις την σωτηρίαν των ψυχών! Ο μέν απόστολος των Εθνών Παύλος, λόγιος αυτός, καμάρωνε για τις χειρωνακτικές-του εργασίες, ο δε Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκήρυττεν «μηδείς αισχυνέσθω των την τέχνην εχόντων, μή τοίνυν είπης χαλκότυπος εστιν ο δείνα [...] και καταφρονήσης».

στ) Αντιθέτως, μου φαίνεται οτι η βυζαντινή απαγόρευση προς τους ευγενείς να ασκούν εμπορικές δραστηριότητες, ενδέχεται να αποθάρρυνε την μεγέθυνση μερικών πετυχημένων βιοτεχνικών κέντρων ώστε να καταστούν «βιομηχανικότερα».

ζ) Εξ άλλου, τα πολιτικώς αμφίβολης αξίας προνόμια που έδωσαν βυζαντινοί βασιλείς προς Ρώσσους παλαιότερα, και προς Ιταλούς αργότερα εμπόρους, άνοιξαν τον δρόμο για την ανεμπόδιστη εισαγωγή τεχνικών προϊόντων απο άλλες χώρες, αποθαρρύνοντας αντίστοιχη εντόπια τεχνολογική ανάπτυξη. «Ετσι, κέντρο βάρους του κράτους των Κομνηνών (11ος αι.) ξανάγινε η γή» (Mango) - χωρίς περαιτέρω τεχνική πρόοδο.

η) Τέλος, ίσως πρέπει να προσθέσομε εδώ και μιαν άλλη κοινωνική αιτία που πιθανότατα συνέβαλε στην κατα διαστήματα μείωση της τεχνολογικής ανάπτυξης στο Βυζάντιο. Πρόκειται για την εξαφάνιση των ηγετικών οικογενειών και εν πολλοίς της αστικής τάξης κατα τις αναστατώσεις του 7ου και του 8ου αιώνα, αλλά και αργότερα...

          Παρα ταύτα, το Βυζάντιο διέθετε σημαντική Τεχνολογία. Αλλά μια συστηματική και λεπτομερής γνώση περι αυτής, απαιτεί νέες προσπάθειες. «Χρειαζόμαστε μια συστηματική έρευνα με αντικείμενο τις βυζαντινές πόλεις, τα χωριά, τα κάστρα, τα αγροκτήματα, τις υδρεύσεις, τις αρδεύσεις, τους δρόμους, τις βιοτεχνικές εγκαταστάσεις στις διάφορες επαρχίες της Αυτοκρατορίας» (Mango).

            Οσο για μάς εδώ, άς τελειώσουμε με μερικές μόνον γενικές πληροφορίες για τη βυζαντινή Τεχνολογία. Αργότερα ίσως επανέλθομε με στοιχεία για επιμέρους τεχνολογικούς τομείς. Κατα την πρωτοβυζαντινή περίοδο, «ένα μεγάλο μέρος της βιοτεχνίας» μας λέει ο Ν. Σβορώνος, «έχει τα χαρακτηριστικά πραγματικής βιομηχανίας. Πολλές βιοτεχνίες ανήκουν στο Κράτος (είναι κρατικά εργαστήρια). Ωστόσο, μεγάλες βιοτεχνικές επιχειρήσεις βρίσκονται και σε χέρια ιδιωτών, π.χ. ένα μεγάλο μέρος των εργαστηρίων κατασκευής όπλων (πρό του Ιουστινιανού). Τα πλούσια σε πολύτιμα μέταλλα ορυχεία (χρυσού και αργύρου) είναι κρατικά».

           Και τώρα, ένας εύγλωττος κατάλογος τεχνικών επαγγελμάτων: Εργάτες όπλων, Εικαστικοί τεχνίτες, Ελεύθερα επαγγέλματα: Μηχανικοί, αρχιτέκτονες, οικοδόμοι, τέκτονες (για στέγες και ξυλοδέματα), υαλουργοί, χαλκείς, βρεκάριοι (για βάρκες), ασβεστοποιοί, μολυβδουργοί, κναφείς, ναυπηγοί. Ανήκουν όλοι σε Συντεχνίες, των οποίων το σύστημα αποκτά και νομικόν χαρακτήρα.

           Ο κατάλογος αυτός συνιστά άλλη μία ένδειξη ότι η βυζαντινή τεχνολογία λειτουργούσε - και έχομε νομίζω πολλαπλά κίνητρα για την συστηματική συγκέντρωση των διαθέσιμων γνώσεων και την εντατικοποίηση των ερευνών περί αυτής. Και αναμένεται μια σχετική πρωτοβουλία απ' το Τμήμα ΜΙΘΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών και απ' την ΕΜΑΕΤ στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, προκειμένου να αξιοποιηθεί το κεφάλαιο των γνώσεων των διακεκριμένων Ελλήνων Βυζαντινολόγων (ιστορικών και αρχαιολόγων) στον τομέα αυτόν.

  Δημοσίευση <<ΒΗΜΑ>>
Ο κ. Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.


Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Βυζάντιο: οι πρώτοι αργυροπράτες

             
                                                        Στη βυζαντινή συντεχνία των <<αργυροπρατών>> ανήκαν οι τραπεζίτες, οι οποίοι έκαναν συναλλαγές νομισμάτων στην αγορά της πόλης.
                                            Εικόνα : τμήμα μαρμάρινης επιτύμβιας πλάκας ενός τραπεζίτη του 5ου-6ου αιώνα (αρχαιολογικό μουσείο Κορίνθου).
 
 
            Τα πρώτα δείγματα δανεισμού χρήματος διαπιστώνονται εν έτη 2.000.- π.χ. στους ναούς της Βαβυλώνας, όπου κατά κάποιο τρόπο οι αρχαίοι λαοί ανακάλυψαν ότι τα χρυσά και ασημένια νομίσματα, ή άλλα πολύτιμα μέταλλα ήταν πολύ πιο βολικά ως μέσο πληρωμής για την αγορά εμπορευμάτων παρά το παλαιό σύστημα της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Παλαιότερα ακόμα τα όστρακα-κοχύλια, οι σπάνιες πέτρες, και οτιδήποτε άλλο θεωρείτο ότι ήταν ξεχωριστό-πολύτιμο για την εποχή του, είχε παίξει το ρόλο του ως μέσο ανταλλαγής εμπορευμάτων.
            Το 400 π.χ. πρώιμοι Έλληνες αργυραμοιβοί δεχόντουσαν καταθέσεις, έδιναν δάνεια, εξέταζαν νομίσματα, ή κανόνιζαν ακόμη και χρηματικές συναλλαγές μεταξύ ελληνικών πόλεων.
            Η παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έδωσε ώθηση στην νηπιακή τραπεζική βιομηχανία καθώς ήδη ανθούσε σε εμπορικούς τομείς στη δυτική Ευρώπη.
           Το Βυζάντιο στο άλλο άκρο της Μεσογείου έχτιζε τη δική του αυτοκρατορία. Η σταθερότητα του δικού του νομίσματος ήταν σε μεγάλη υπόληψη για πολλούς αιώνες. Στο Βυζάντιο οι χρυσοχόοι έχτιζαν τη δική τους εμπορική αυτοκρατορία. Η πλειοψηφία του δανεισμού των χρημάτων ήταν υπό τον έλεγχό τους. Η πολιτεία έθεσε μέγιστες τιμές επιτοκίων.Υπό των Ιουστινιανό, για παράδειγμα οι χρυσοχόοι μπορούσαν να δανείζουν με επιτόκιο 8%, οι πλούσιοι ιδιώτες μπορούσαν να χρεώνουν με επιτόκιο μόνο 4%.
           Το αρχαιότερο γνωστό έντυπο χρήμα χρονολογείται από το ενδέκατο αιώνα, κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών στην Κίνα, και είχε τη μορφή της συναλλαγματικής,τέθηκε δε σε ευρεία χρήση για τη χρηματοδότηση του εμπορίου, καθώς επίσης και για τη χρηματοδότηση των πρώτων ταξιδιωτών.
            Το 1587, στη Βενετία, ιδρύθηκε η πρώτη δημόσια τράπεζα υπό την επωνυμία «the Banco della Piazza di Rialto», και ακολούθησε το έτος 1609 η ίδρυση της «Bank of Amsterdam», οι οποίες πραγματοποιούσαν συναλλαγές καταθέσεων, μεταφορών κεφαλαίων από λογαριασμό σε λογαριασμό, εκτέλεση πληρωμών, ανταλλαγή νομισμάτων, αλλά δεν επιτρεπόταν δια νόμου να προβούν σε σύναψη δανειακών συμβάσεων.
         Το δέκατο έβδομο αιώνα στη Μεγάλη Βρετανία αναπτύχθηκε η σχέση μεταξύ της τραπεζικής κατάθεσης και του δανεισμού, χαρακτηριστικό της σύγχρονης εμπορικής τραπεζικής. Επίσης πιθανολογείται ότι περί το 1660 στην Αγγλία πρωτοεμφανίστηκε η επιταγή. Η τράπεζα της Αγγλίας ιδρύθηκε το 1694. Υπήρξαν μερικές ακόμη εξελίξεις που δε σηματοδοτούν όμως κάποιες τεράστιες διαφοροποιήσεις στο γενικότερο παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα, όπως αλλαγές ρυθμιστικών κανόνων, κ.λπ.


Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η ελληνοχριστιανική σύζευξη


 
                Κατά τον Α. Βασίλιεφ,<< ο Χριστιανισμός και ο παγανιστικός ελληνισμός αναμίχτηκαν βαθμιαία και διαμόρφωσαν έναν ανατολικό, ελληνο-χριστιανικό πολιτισμό, αργότερα γνωστό ως βυζαντινό. Το κέντρο του ήταν η νέα πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Κωνσαταντινούπολη.
            Ο Οστρόφσκι συμπεραίνει ότι <<οι ρωμαϊκής πολιτικές ιδέες, ο ελληνικός πολιτισμός και η χριστιανική πίστη ήταν τα κύρια στοιχεία που καθόρισαν την εξέλιξη του Βυζαντίου. Χωρίς και τα τρία μαζί ο βυζαντινός τρόπος ζωής δε θα ήταν κατανοητός. Ήταν η ολοκλήρωση του ελληνιστικού πολιτισμού και η χριστιανική θρησκεία μέσα στο ρωμαικό αυτοκρατοιρκό πλαίσιο που έδωσαν γέννηση στο ιστορικό φαινόμενο το οποίο γνωρίζουμε ως <<Βυζαντινή αυτοκρατορία. Αυτή η σύνθεση έγινε δυνατή από το αυξανόμενο ενδιαφέρον της ρωμαικής αυτοκρατορίας για την Ανατολή, πράγμα που έκανε αναγκαίο η κρίση του 3ου αιώνα>>.
 
            Για τον πολυεθνικό χαρακτήρα του Βυζαντίου, ενδεικτικά τα λόγια του Ι. Καραγιαννόπουλου: << Η ιστορία των πρώτων αιώνων της βυζαντινής αυτοκρατορίας φαίνεται εκ πρώτης όψεως και είναι ως ένα σημείο η ιστορία ενός πολυεθνικού κράτους που αποτελείται από διάφορα εθνολογικά στοιχεία. Αυτό όμως αποτελεί και το μεγαλείο του Βυζαντίου: ότι η αυτοκρατορία του Βοσπόρου ήταν μόρφωμα κρατικό, με ρίζες και αποστολή ιδιαίτερα οικουμενικές. Δεν περιοριζόταν στα στενά εθνολογικά πλαίσια ενός λαού, παρά αγκάλιαζε την οικουμένη. Το υπερθνικό ή καλυτέρα διεθνικό αυτό κράτος όμως, δεν παρουσιάζεται σαν ξερό πλαίσιο, όπου οι διάφορες εθνότητες κινούνται ανεξάρτητα η μια από την άλλη. Αποτελεί μάλλον μια χοάνη που συνθέτει κάθε είδους ροπές και επιδράσεις στο στοχασμό, τη θρησκεία, την τέχνη, ροπές και επιδράσεις που κατορθώνει τελικά να μετουσιώσει για να πετύχει έτσι την ελληνική –βυζαντινή σύνθεση>>.
       Ο  Arnold Toynbee, ιστορικός σημειώνει: «Τον 5ο αιώνα η αυτοκρατορία συνέχισε να είναι κατ’ όνομα ρωμαϊκή, αλλά στην πραγματικότητα είχε καταστεί ελληνική και παρέμεινε ελληνική»
 
          Για το ρόλο του ελληνικού στοιχείου ο  H.-G. Beck, ιστορικός γράφει:
         «Η αυτοκρατορία έγινε «βυζαντινή» επειδή η κατακτημένη Ελλάδα είχε για μια ακόμη φορά νικήσει στο πνευματικό πεδίο και μπορούσε πια να θεωρήσει την κρατική εξουσία και την κρατική οργάνωση, που αρχικά της ήταν τόσο ξένες, ως ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσε κανείς να σταδιοδρομήσει, και να διαπρέψει χωρίς να είναι πια ανάγκη να αφήνει τα κοινά στους Λατίνους».
 
           Ο L. Brehier, ιστορικός υπογραμμίζει και αυτός τα τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά της βυζαντινής αυτοκρατορίας :
         «Το Βυζαντινό κράτος είναι η οργανική ανάπτυξις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλ’ έγινεν ελληνικόν και χριστιανικόν και ευρίσκομεν εις αυτό ηνωμένα τα τρία θεμελιώδη στοιχεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού: τον Ελληνισμόν, το Ρωμαϊκόν Δίκαιον και τον Χριστιανισμόν» .
 
           Ο J. B. Bury, ιστορικός θεωρεί ότι «Ο πολιτισμός του Βυζαντινού κράτους έχοντας βαθειές ρίζες στο παρελθόν, ήταν η τελευταία φάση του ελληνικού πολιτισμού» .
         Σε διεθνές συνέδριο Βυζαντινολογίας «επανειλημμένα τονίστηκε από τον καθηγητή Hunger ότι δεν πρέπει να γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Byzantinistik και Neogräzistik, μεταξύ δηλαδή βυζαντινολογίας και νεοελληνικής φιλολογίας, διότι Βυζάντιο και Νέος Ελληνισμός μια αποτελούν ενότητα.
 
         Την ύπαρξή του το ελληνικό έθνος τη χρωστά στο Βυζάντιο κατά το ν F. Gregorovius, ιστορικό: «Διὰ τῆς κτίσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως διεσώθη ἡ περεταίρω ὕπαρξις τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους και διετηρήθησαν ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος οἱ θησαυροὶ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ. Πράγματι, δ’ ἄνευ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Πελοπόννησος ἤθελον κατακτηθῆ καὶ οἰκισθῆ ὑπὸ ξένων βαρβάρων ἐθνῶν».
 
          Ο καθηγητής Ν. Σβορώνος, ιστορικός γράφει :
         «Δεν μπόρεσα να κάνω ποτέ μου το διαχωρισμό ανάμεσα στο Βυζάντιο και τον νέο ελληνισμό. Ο ελληνικός λαός στον Μεσαίωνα στην Αν. Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία «γίνεται ο κυρίαρχος λαός ενός νέου πολιτικού σχηματισμού»
          Ο  ελληνικός χαρακτήρας της Ρωμ. Αυτοκρατορίας «εδραιώνεται όλο και περισσότερο», «η διοίκηση [της Ρωμανίας] περνάει στα χέρια των Ελλήνων και των εξελληνισμένων και «ο ρωμαϊκός χαρακτήρας [του Βυζ. Κράτους] μετατρέπεται σε ένα μακρινό και ουσιαστικό ιδεώδες» ιδίως μετά τον Ιουστινιανό.
         «Τα στοιχεία της αδιάκοπης πολιτιστικής και ως ένα σημείο της εθνολογικής συνέχειας…εμποδίζουν να δούμε στον μεσαιωνικό Ελληνισμό έναν νέο λαό, μια καινούργια εθνότητα, άσχετη, ή με κάποια μόνο μακρινή σχέση με τον αρχαίο Ελληνισμό, αλλά μας κάνουν να βλέπουμε σε αυτόν μια νέα φάση του ίδιου λαού».
 
          Ο Ρ. Αποστολίδης, φιλόλογος κάνει λόγο για «τη λεγόμενη Ανατολική μετά, τη Βυζαντινή μας Αυτοκρατορία τη μεστή ελληνισμού».
 
            Ο Κ. Κρουμμπάχερ, φιλόλογος, ξεκάθαρα ομιλεί για τον ελληνικό χαρακτήρα του Βυζαντίου: «ήτο του ελληνισμού το κράτος εν τη αυτοκρατορία» και «Ρωμαίος εσήμαινε, εν τέλει τον Έλληνα»  και  «Την ηγεμονία διετήρησαν τα ελληνικήν έχοντα την γλώσσαν εθνικά στοιχεία, αδιάφορον αν εις τας φλέβας των έρρεε μία σταγών περισσότερο ή ολιγώτερον αίματος αρχαίου    ελληνικού» .
 
            Ο Sture Linner, ιστορικός γράφει :
         «Ακόμα και οι ερευνητές που αρνούνται την ιδέα μιας απόλυτης συνέχειας στο Βυζάντιο, θα πρέπει να πιστοποιήσουν ότι στην Ανατολή υπήρχαν περισσότερα στοιχεία της αρχαιότητας απ’ ό,τι στη Δύση»
          «Ανεξάρτητα από το πώς θέλει να δει κανείς τον βυζαντινό πολιτισμό σε σχέση με τον αρχαίο ελληνικό, συνήθως τον βλέπει σαν μια ενότητα».
         «Οι Βυζαντινοί...είχαν πάντοτε συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος»
 
            Οι H. Baynes-H.St.L.B. Moss, ιστορικοί, ομιλούν για την ελληνική παιδεία, τη χριστιανική θρησκεία και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού:
          «Είναι αδύνατον να προβληθή αντίρρηση για τη συνέχεια του βυζαντινού πολιτισμού. Μέσα στην αυτοκρατορία η παιδεία του ελληνιστικού κόσμου που αναπτύχθηκε στα βασίλεια τω διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνεχίζεται και επηρεάζει βαθιά τα επιτεύγματα του Βυζαντίου. Γιατί οι Βυζαντινοί είναι χριστιανοί Αλεξανδρινοί. Στην τέχνη ακολουθούν τα ελληνιστικά πρότυπα˙ κληρονομούν τη ρητορική παράδοση, την φιλομάθεια, το θαυμασμό για το μεγάλο αιώνα της κλασσικής Ελλάδος, χαρακτηριστικά που διέκριναν τους μελετητές της εποχής του βασιλείου των Πτολεμαίων. Εκείνοι που θα ζητούσαν να επιβάλλουν τη γνώμη ότι σε κάποια εποχή στην ιστορία του Βυζαντίου υπάρχει κάποιο ρήγμα στη συνέχεια, ότι κάτι το εντελώς νέο εμφανίστηκε, οφείλουν τουλάχιστο να παραδεχτούν ότι ο πολιτισμός της αυτοκρατορίας δεν εγνώρισε τέτοια διακοπή. Διατηρήθηκε επίμονα ώς το τέλος της αυτοκρατορίας»
 
 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Η εμφάνιση των Αράβων- το τέλος της βυζαντινής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή -- 636 μ. Χ.

 
 
 
 
 
              Aπό την εποχή των κατακτήσεων του Mεγάλου Aλεξάνδρου, ο ελληνικός (και στη συνέχεια, ελληνορωμαϊκός) κόσμος ήταν ο κυρίαρχος στην ευρύτερη περιοχή της Mέσης Aνατολής. Παρότι εθνολογικά η πλειονότητα των κατοίκων συνέχιζαν να είναι σημιτικά φύλα που κατοικούσαν στην περιοχή για αμέτρητους αιώνες, η αριστοκρατία και οι ανώτερες τάξεις ήταν, αν όχι ελληνορωμαϊκές, βαθύτατα εξελληνισμένες. Δεν συνέβαινε το ίδιο και με τις μάζες των χωρικών, παρότι και στην ύπαιθρο η διείσδυση της ελληνικής γλώσσας (και λιγότερο του πολιτισμού) ήταν σημαντική.
             Mετά την επικράτηση του χριστιανισμού ως κυρίαρχης θρησκείας της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας και το συνακόλουθο χωρισμό της τελευταίας στα δύο (τον οποίο ακολούθησε η πτώση της Pώμης), η ρωμαϊκή Συρία, μία περιοχή από τις παρυφές της M. Aσίας και την Kαισάρεια, έως τη Γάζα και από τις ακτές του Λεβάντε έως τον Eυφράτη, αποτελούσε μία από τις πλουσιότερες επαρχίες - μαζί με την Aίγυπτο - της ανατολικής Pωμαϊκής αυτοκρατορίας.
              Παρά την αδυναμία πλήρους εκρωμαϊσμού (ή εξελληνισμού, την περίοδο αυτή οι δύο όροι πρακτικά, όσον αφορά στην Aνατολική Mεσόγειο όπου κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, ταυτίζονταν) των πληθυσμών της περιοχής, η αλήθεια είναι ότι οι κάτοικοι ήταν γενικά θετικά διακείμενοι στη ρωμαϊκή αρχή (όσο είναι δυνατό αυτό, γενικά), όντας πιστοί χριστιανοί στη μεγάλη πλειονότητά τους. Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, αφού μέρος του πληθυσμού ήδη πριν από τον 6ο αιώνα ακολουθούσε δόγματα διαφορετικά από το επίσημο ελληνορθόδοξο. Aυτή η διαφοροποίηση με την πίστη της αυτοκρατορίας, αρχικά δεν ήταν τόσο δραματική ως προς τις επιπτώσεις της, άλλωστε μιλάμε πάντα για χριστιανούς. Oμως, στην πορεία, θα αποδεικνυόταν καθοριστικός παράγοντας για τις εξελίξεις.
                 Eκτός από τους χριστιανούς διαφόρων δογμάτων, στην περιοχή διαβιούσαν και πληθυσμοί που ακολουθούσαν την εβραϊκή θρησκεία - πέρα από Iουδαίοι, υπήρχαν και σημαντικοί αραβικοί πληθυσμοί που μοιράζονταν την ίδια πίστη - και πολλοί περισσότεροι παγανιστές. Mία ιδιαίτερη περίπτωση είναι οι Σαμαρείτες, τους οποίους αντιπαθούσαν εξίσου οι ελληνορθόδοξοι και οι εβραίοι. Oι Σαμαρείτες, αλλά και μεγάλα τμήματα του εβραϊκού πληθυσμού, επρόκειτο να είναι η "Πέμπτη φάλαγγα" των Σασσανιδών Περσών, όταν αυτοί εισέβαλαν στην περιοχή και απέσπασαν από τους Bυζαντινούς το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας, καθιστώντας ταυτόχρονα επισφαλείς και τις υπόλοιπες κτήσεις που είχαν παραμείνει στα χέρια των Pωμαίων

OI KATOIKOI THΣ ΣYPIAΣ
             
           Tο μωσαϊκό των φυλών και των λαών που διαβιούσε στα όρια της βυζαντινής Συρίας ήταν ίσως μοναδικό στην ανθρώπινη ιστορία. Yπήρχαν μερικές δεκάδες κυρίαρχες εθνότητες, οι ρίζες των οποίων κρατούσαν από πανάρχαιους κάτοικους της περιοχής αλλά και άλλες τόσες εθνότητες που κατάγονταν από νεότερους "επισκέπτες" της M. Aνατολής. Kάτω από το όνομα "Σύριοι", για παράδειγμα, κρύβονται πάνω από μισή δωδεκάδα εθνικές ομάδες, ενώ ακόμη και πιο ομοιογενείς, εκ πρώτη όψεως, πληθυσμοί, όπως οι Iουδαίοι, στην πραγματικότητα ήταν περισσότερες από μία (συχνά πολύ περισσότερες) εθνότητες. Mε το ελληνικό στοιχείο να είναι κυρίαρχο στις μεγάλες πόλεις, αρκετές εκ των οποίων είχαν χτιστεί από Eλληνες (όπως η Aντιόχεια), και το συριακό-αραμαϊκό να είναι η πλειονότητα στην ύπαιθρο, δημιουργήθηκε σιγά-σιγά μια ανάλογη διαφοροποίηση και στη θρησκευτική ταυτότητα των χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας. Tο επίσημο ελληνορθόδοξο δόγμα κυριαρχούσε στην πόλη, αλλά ο μονοφυσιτισμός κυριολεκτικά σάρωνε την ύπαιθρο. Bοήθησαν σε αυτό και κάποιοι άλλοι παράγοντες, τους οποίους θα δούμε στη συνέχεια.
             Στην ύπαιθρο της Συρίας και κυρίως στο Nότο, νότια του ποταμού Γιαρμούκ, κατοικούσαν και τα μέλη ενός λαού που ήταν αρχαίος, αλλά σπάνια είχαν ζήσει σε πόλεις, οι Aραβες. Mε καταγωγή από τα βάθη των ερήμων της Aραβικής χερσονήσου, οι Aραβες θεωρούνταν κατά βάση νομάδες. Ωστόσο, κατά το παρελθόν είχαν δημιουργήσει βραχύβιους πολιτισμούς ως εγκατεστημένοι πληθυσμοί και ήδη πριν από τον 6ο αιώνα κατοικούσαν σε μια σειρά από οικισμούς, συχνά μεγέθους μεγάλου χωριού, νότια της βυζαντινής μεθορίου.
             Oι περισσότεροι από τους Aραβες, που είχαν εγκατασταθεί εντός ή στα πέριξ βυζαντινών περιοχών, ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης, αρκετοί δε ζούσαν σε πόλεις και μεγάλους οικισμούς της αυτοκρατορίας ως έμποροι και τεχνίτες. Aντίθετα, εκείνοι που συνέχιζαν - η πλειοψηφία, δηλαδή - το νομαδικό ή ημι-νομαδικό βίο ήταν κατά βάση εκτροφείς ζώων, ποιμένες. Tρεις κύριες ομάδες, η διάκριση μεταξύ των οποίων ήταν κυρίως πραγματιστική και κοινωνική και όχι φυλετική, μπορούμε να ξεχωρίσουμε: τους Mπατβ, εκείνους που ονομάζουμε σήμερα Bεδουίνους, οι οποίοι ασχολούνταν κατά βάση με την εκτροφή καμηλών, τους Σουάγι, που ήταν εκτροφείς καμηλών και προβάτων, και τους ημι-νομάδες Pαάβ. Σε γενικές γραμμές, οι νομαδικοί αραβικοί πληθυσμού στις αρχές του 7ου αιώνα κατοικούσαν βασικά στην αραβική χερσόνησο, μετακινούμενοι μεταξύ των περιοχών της ερήμου και ζώντας σε μία ιδιότυπη ισορροπία τόσο μεταξύ τους (διακοπτόταν συχνά-πυκνά με διαμάχες μεταξύ των φυλών) όσο και με την άγρια και σκληρή φύση. Θρησκευτικά, οι Aραβες ήταν στην πλειονότητά τους παγανιστές, ωστόσο, μεγάλα τμήματα αραβικών πληθυσμών, τόσο εγκατεστημένων όσο και νομάδων, είχαν ασπαστεί είτε τη χριστιανική είτε την ιουδαϊκή πίστη. Θα λέγαμε ότι μεταξύ των μόνιμα εγκατεστημένων Aράβων, οι χριστιανοί ήταν η μεγάλη πλειοψηφία, με πολύ λιγότερους να ακολουθούν τις προγονικές παγανιστικές λατρείες και τον ιουδαϊσμό.
           Oυδέποτε είχε τεθεί θέμα ενοποίησης των φυλών. Tο πιο κοντινό σημείο στο οποίο είχε φθάσει κάποιος να το πετύχει αυτό, ήταν η ομοσπονδία των Γασσανιδών, μία αραβική φατρία που είχε ασπαστεί τη χριστιανική πίστη και αποτελούσε σταθερό και πολύτιμο σύμμαχο των Bυζαντινών στην περιοχή. Ωστόσο, μετά την εισβολή των Περσών Σασσανιδών και την κατάκτηση του μεγαλύτερου μέρους της περιοχής, η ομοσπονδία αυτή διασπάστηκε. Tο περσικό αντίβαρο στους Γασσανίδες ήταν οι Λαχμίδες, μία άλλη αραβική φυλή, που είχε καταφέρει να ελέγξει ένα σημαντικό μέρος της περιοχής για λογαριασμό των Περσών συμμάχων τους.
             Oπως γίνεται φανερό, η εποχή αυτή σημαδεύτηκε - πριν από τον ερχομό των Aράβων - από την κοσμογονική διαπάλη μεταξύ Bυζαντινών και Περσών. H σασσανιδική αυτοκρατορία, διάδοχος των Πάρθων και απευθείας απόγονος - ή έτσι τουλάχιστον ήθελαν να το βλέπουν οι Πέρσες - των Aχαιμενιδών, συνέχιζε την αιώνια διαπάλη του ελληνορωμαϊκού κόσμου με τον περσικό, που με διακοπές μετρούσε ήδη 12 αιώνες εχθροπραξιών. Mέχρι την άνοδο του Hράκλειου στο θρόνο του Bυζαντίου, οι Πέρσες είχαν εκμεταλλευτεί την αδυναμία της Bυζαντινής αυτοκρατορίας στη μετά τον Iουστινιανό εποχή και είχαν κατορθώσει να δημιουργήσουν μία υπέρ τους κατάσταση στη M. Aνατολή και στις συριακές επαρχίες του Bυζαντίου. Mια και αναφέραμε την περίοδο του Iουστινιανού, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πρακτικά πρόκειται για την περίοδο εκείνη όπου δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την απώλεια των βυζαντινών εδαφών στη M. Aνατολή. O Iουστινιανός, με το βλέμμα στραμμένο στη Δύση και στην ανασύσταση του ρωμαϊκού Imperium σε όλο του το πρότερο μεγαλείο, όχι μόνο δεν έλαβε ανάλογη πρόνοια για την Aνατολή, αλλά εν πολλοίς ξεζούμισε τον ντόπιο πληθυσμό, επιβάλλοντας σημαντικούς φόρους για να χρηματοδοτήσει τις φιλόδοξες δυτικές εκστρατείες του. Παράλληλα, η σκλήρυνση της αυτοκρατορικής πολιτικής σχετικά με την τήρηση "της ορθής πίστης", δημιούργησε ακόμη περισσότερα προβλήματα σε περιοχές παραδοσιακά "αιρετικές" σε σχέση με το επίσημο δόγμα.
             Bεβαίως, θα ήταν πολύ άδικο να αποδώσουμε στον Iουστινιανό όλα τα δεινά της αυτοκρατορίας στην περιοχή αυτή. H αλήθεια είναι ότι η Συρία και γενικά οι βυζαντινές επαρχίες της περιοχής χτυπήθηκαν πολύ σκληρά από φαινόμενα τα οποία ουδείς άνθρωπος μπορούσε να ελέγξει. Oι σεισμοί που συγκλόνισαν την περιοχή στα μέσα του 6ου αιώνα, η τρομερή πανούκλα που αποδεκάτισε τις πόλεις και ερήμωσε την ύπαιθρο καθ' όλη τη διάρκεια του ίδιου αιώνα, ήταν παράγοντες που συνέβαλλαν στην απομάκρυνση των υπηκόων της αυτοκρατορίας, ίσως πολύ περισσότερο από την ανάλγητη φορολογική πολιτική του Iουστινιανού και των επιγόνων του.
              Oποια και αν ήταν η αιτία, την εποχή που οι Πέρσες κατόρθωσαν μετά από σκληρό αγώνα να σαρώσουν τις ανατολικότερες επαρχίες της Pωμανίας, ο ντόπιος πληθυσμός δεν έβλεπε με ιδιαίτερη συμπάθεια την αυτοκρατορική αρχή. Tο αυτό συνέβαινε και στην Aίγυπτο.
             O Hράκλειος, με τις εξαίρετες πολιτικές και στρατιωτικές ικανότητές του, είχε κατορθώσει όχι μόνο να βάλει φρένο στην περσική πλημμυρίδα, που απειλούσε πλέον και την ίδια την ύπαρξη της αυτοκρατορίας, αλλά και να αντιστρέψει το ρέμα: το Bυζάντιο πέρασε στην επίθεση και οι αυτοκρατορικές στρατιές, υπό το λάβαρο της πορφύρας και με οδηγό το σταυρό (ο Hράκλειος έχει χαρακτηριστεί - με μια δόση υπερβολής, εκτιμούμε - ως "ο πρώτος σταυροφόρος" για τη θρησκευτική διάσταση που έδωσε στους πολέμους του) σάρωσαν τις σασσανιδικές στρατιές, φτάνοντας μέχρι την ίδια την πρωτεύουσα της περσικής δυναστείας, την Kτησιφώντα, και γονατίζοντας την κάποτε κραταιά δύναμη, καθιστώντας τους Πέρσες στην ουσία υποτελείς του Bυζαντίου.
                 Eχοντας ξεφορτωθεί τον ισχυρότερο εχθρό του στην Aνατολή, το Bυζάντιο πλέον μπορούσε απερίσπαστο να αφιερωθεί στα υπόλοιπα μέτωπά του και στην ανάπτυξη της δύναμής του παραπέρα - ιδιαίτερα την οικονομική ανάπτυξή του, αφού την εποχή αυτή τα οικονομικά προβλήματα της αυτοκρατορίας είχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο! Ωστόσο, αυτό που φαινόταν ως μία ευκαιρία για την εκτόξευση της βυζαντινής ισχύος, έγινε ένας τρομακτικός εφιάλτης. Tην ίδια χρονιά, το 622, που ο Hράκλειος ξεκινούσε μία από τις πλέον εντυπωσιακές εκστρατείες στην ιστορία, που θα έφερνε τους Bυζαντινούς αετούς στα βάθη της Περσίδας, ένας άγνωστος μέχρι τότε θρησκευτικός ηγέτης, που πρέσβευε μια "νέα" θρησκεία, διέφευγε από την πόλη του, τη Mέκκα, αναζητώντας καταφύγιο στη Mεδίνα, που τότε ήταν γνωστή ως Γιαθρίμπ. Aυτός ο άγνωστος θρησκευτικός ηγέτης, που το όνομά του ήταν Mωάμεθ, θα ήταν ο καταλύτης των επόμενων εξελίξεων. Oι πολυδιασπασμένες φυλές των Aράβων, ενωμένες κάτω από το λάβαρο μιας νέας θρησκείας, ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν την έρημο και να διεκδικήσουν τη δική τους θέση στην Iστορία.


TO ΞYΠNHMA TOY IΣΛAM

 
              Oι Aραβες διέθεταν σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό. Hταν ευάριθμοι, αν και διασπαρμένοι σε μία τεράστια έκταση, και συντηρούσαν ακόμη πολλά από τα στοιχεία των νομάδων, με κυριότερο την πολεμική ικανότητα, που είναι ίδιον των μη εγκατεστημένων πληθυσμών. Oι επαφές των Aράβων με τους Bυζαντινούς και τους Πέρσες τούς είχαν διδάξει πολλά στοιχεία όσον αφορά στη σύγχρονη, για την εποχή, πολεμική τεχνολογία και τακτική και παράλληλα διέθεταν αυτό που δεν είχαν οι αντίπαλοί τους: ζωτικότητα, την ορμή του νεοφώτιστου και συνοχή! Tα δύο από τα τρία αυτά στοιχεία, ορμή και συνοχή, εξασφαλίστηκαν μέσω της θρησκείας. Aν και μέχρι το θάνατο του Mωάμεθ, που ανακηρύχτηκε στον προφήτη της νέας θρησκείας, του Iσλάμ, δεν είχε παγιοποιηθεί η πολιτική ένωση των Aράβων, αυτή επιτεύχθηκε στους πολέμους των διαδόχων του.                
              Mία ενιαία αραβική πολιτική οντότητα ξεπήδησε μέσα από την σκληρή ενδοαραβική διαμάχη. O διάδοχος του Mωάμεθ, ο χαλίφης Aμπού Mπακρ, ξεκίνησε μία μεγάλη προσπάθεια να φέρει στο Iσλάμ όλους τους αραβόφωνους πληθυσμούς στις παρυφές της Aραβικής χερσονήσου αλλά και πέρα απ' αυτήν. Παράλληλα, οι Aραβες είχαν ξεκινήσει ήδη και επιδρομές στα πλούσια εδάφη της αυτοκρατορίας. Oι πρώτες αψιμαχίες με βυζαντινές φρουρές και Aραβες χριστιανούς συμμάχους της αυτοκρατορίας έλαβαν χώρα το 629, όμως η πρώτη σημαντική σύγκρουση προέκυψε πέντε χρόνια αργότερα, το 634, όταν μία βυζαντινή φρουρά στη Γάζα εξοντώθηκε από τους Aραβες. Σιγά-σιγά, η αυτοκρατορία αντιλαμβανόταν την ύπαρξη μιας απειλής στο μαλακό υπογάστριο της βυζαντινής Aνατολής. H απειλή που αποτελούσαν, άρχισε να γίνεται φανερή, όταν οι Γασσανίδες άρχισαν να προσπαθούν απελπισμένα να προσελκύσουν την προσοχή της αυτοκρατορικής εξουσίας στην απειλή που αντιπροσώπευαν οι νότιοι "συγγενείς" τους. Tον καιρό αυτό, ο Hράκλειος, ο αποφασισμένος και τρομερός ηγέτης των βυζαντινών στρατιών, που είχε συντρίψει τους Σασσανίδες μαχόμενος από την πρώτη γραμμή μαζί με τους άντρες του, όπως ελάχιστοι Pωμαίοι αυτοκράτορες πριν απ' αυτόν, ήταν πλέον σκιά του εαυτού του. Aσθενής, καταβεβλημένος, έχοντας πετύχει ένα τεράστιο έργο ζωής, αλλά αδυνατώντας να το διευρύνει περισσότερο, ο Hράκλειος βάδιζε με μαθηματική ακρίβεια στο μονοπάτι της καταστροφής. Eμελλε να γίνει μία από τις πλέον τραγικές φιγούρες στην - τόσο πλούσια σε μεγάλες και μικρές τραγωδίες - βυζαντινή ιστορία, όντας ο ηγεμόνας που κέρδισε τη σημαντικότερη νίκη αλλά και υπέστη συντριπτική  ήττα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Επρόκειτο για τη μάχη του Γιαρμούκ…

             Πηγή : περιοδικό παγκόσμια πολεμική  ιστορία

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Βυζαντινά ονόματα-επίθετα

 
Είμαστε όλοι Βυζαντινοί – Βυζαντινά ονόματα-επίθετα
Τα  επώνυμα τα διακρίνουμε  σύμφωνα με τη σημασία τους σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες, που δηλώνουν αντίστοιχα βαφτιστικό όνομα, καταγωγή, επάγγελμα και παρατσούκλια (ή προσωνύμια).
 Αναζητήστε  το όνομά σας μέσα σε μια μεγάλη ομάδα βυζαντινών ονομάτων και επιθέτων
Κλασσικά Βυζαντινά : Βρανάς, Λεμονής, Πρωτόπαπας, Μοσχωνάς, Μαγγίνος, Βαλάντης, Πρωτονοτάριος, Νοτάριος, Δρόσος, Κρυστάλλης, Πανορμίτης, Μαργαρίτης, Νότης, Νοταράς, Γλυνός, Γληνός, Βάρδας, Βαρδής, Πολύζος, Δεδούσης, Ζαρίφης, Βενέτης, Αετός, Κυριαζής, Αρχοντής, Σπανός, Φάνος, Σπάθης, Βαρδής, Βαλάντης, Βαλάσης, Αυγερινός, Μάνθος, Παίσιος, Γαβαλάς, ,Τσάνος, Ολόβολος, Σκαρλάτος, Μανουήλ, Πολυμέρης, Ευταξίας, Τριάντης, Γαλάτης, Βρεττός, Θέμελης, Βατάτζης, Βεργής, Κάραλης, Κυρίτσης, Πάγκαλος, Αγαλιανός, Ρωμανός, Ρήγας, Ράλλης, Βατός, Στασινός, Μόσχος, Ρηγίνος, Ρίζος, Ριζάριος, Ρούσσος, Ρουσέτος, Έξαρχος, Σακκελλάριος, Λιβέρης, Λάσκαρης, Λιονταρής, Δράκος, Δρακούλης, Γκόλφης, Γκολφίνος, Γενναίος, Γαϊτάνος, Γιασεμής, Δούκας, Δίκαιος, Κομνηνός, Σχολάριος, Στάικος, Δραγούμης, Γιάγκος, Εκήβολος, , Κύρκος, Ιερεύς, Ισαάκιος, Γιακουμής, , Σέβος, Ακύλας, Νοτάρης, Αναγνώστης, Αστέριος, Αξιώτης, Τάσσος, , Βασιλικός, Σταυράκιος, Παγώνης, Βελισσάριος, Φραγκιάς, Καλογιάννης, Αλεξινός, Νομικός, Ναρσής, Αριστάκης, Μαυριανός, Αρέστης, Ιωαννίκιος, Ονούφρης,Πανταζής, Παλαιολόγος,Ρένος, Ρενάτος, Σταυριανός, Σερεμέτης, Σερέτης.
Λατινοβυζαντινά : Ρουφίνος, Μαρκιανός, Μαυρίκιος, Βαλέριος, Τίτος, Αιμιλιανός, Βαλεντινιανός, Ιουστίνος, Ιουστινιανός, Ιουλιανός, Βάλης, Φαβιανός, Αυγουστίνος, Γερμανός, Ιοβιανός, Ιγνάτιος, Πατρίκιος, Τιβέριος, Τραϊανός, Πρίσκος, Αύγουστος.
Φραγκοβυζαντινά : Δομένικος, Δομέστικος, Φραντζής, Λεονάρδος, Φλουρής, Λουίζος, Φραντζέσκος, Μπατίστας, Δονάτος, Τζανέτος, Ιώσηππος, Λίβιστρος.
Αρχαιοβυζαντινά : Ζήνων, Πανάρετος, Μένανδρος, Μελίτων, Ανδρόνικος, Φιλάρετος, Φωκάς, Φωκίων, Ηράκλειος, Ηρακλεωνάς, Κλεάνθης, Λέων, Καλλίμαχος, Καλλίστρατος, Παντολέων, Φιλιππικός, Αντύπας, Γλαύκος, Υπάτιος, Ερωτόκριτος, Σοφιανός, Πάμφιλος, Νάρκισσος, Ιμέριος.
Χριστιανικά : Ευστράτιος, Μηνάς, Αρτέμιος, Αλέξιος, Βασίλειος, Μιχαήλ, Δαμασκηνός, Αρσένιος, Δημήτριος, Άγγελος, Νείλος, Γεννάδιος, Παφνούτιος, Ιωάννης, Στέφανος, Θεόδωρος, Ευμάθιος, Λουκάς, Αγαπητός, Στέργιος, Ισίδωρος, Θεοτόκης, Θεολόγος, Θεωνάς, Ησύχιος, Πρόδρομος, ΠοΕπώνυμα του παρελθόντος- Βυζαντινοί αξιωματούχοι/11-12ος αιων.

Ονοματεπώνυμα βυζαντινών αξιωματούχων, σε διάφορα μέρη της επικράτειας από σφραγίδες που έχουν βρεθεί, από τον 11ο και 12ο αιώνα.
Αγιοζαχαρίτης Θεόδωρος 11ος
Αλυάτης Ιωάννης 12ος
Αλωπός Λέων 11ος
Αμασειανός Θεόδωρος 11ος
Ανεμάς Ιωάννης 11ος
Αντίοχος Κωνσταντίνος 11ος
Βαρδάλης Θεόδωρος 12ος
Βατάτζης Βρυέννιος 11ος
Γηράρδος Λέων 12ος
Δομεστικόπουλος 11ος
Δούκας Ιωάννης 11ος
Δρόσος Γεώργιος 11ος
Εξώτροχος Μανουήλ 13ος
Ερωτικός Βάρδας 11ος
Ιεράκης 11ος
Καβάσιλας Αλέξανδρος 11ος
Καλαμάνος 12ος
Καλαμαράς Ακίνδυνος 12ος
Καλλιέργης Θεόδωρος 11ος
Καλόγνωμος Λέων 12ος
Καλομαλάς Νικόλαος 11ος
Καμύτζης Κωνσταντίνος 12ος
Καραβιτηνός Ιωάννης 11ος
Καριανίτης Ιωάννης 12ος
Καρμαλίκης Θεόδωρος 11ος
Κεντηνάρης Χριστόφορος 11ος
Κόκκινος Βασίλειος 11ος
Κουλούκης Λέων 11ος
Κουνερής Λέων 11ος
Κρατερός Κωνσταντίνος 11ος
Κριθαράς Ιωάννης 12ος
Κριτόπουλος Ιωάννης 12ος
Κυριώτης Ιωάννης 11ος
Λαμψιώτης Ιωάννης 12ος
Λαπαρδάς Ιωάννης 13ος
Λιβαδάρης Γαβριήλ 11ος
Λιθοκαστρίτης Λέων 11ος
Μαλέσης Ιωάννης 11ος
Μάτζας Μιχαήλ 11ος
Μάτζαρης Μιχαήλ 11ος
Μαυροκατάκαλος Δημήτριος 12ος
Μητρόπουλος Κωνσταντίνος 11ος
Μουζάκης Νικήτας 11ος
Μουρμούρης Βασίλειος 11ος
Μουστάκης Κωνσταντίνος 11ος
Μυραλίδης Μιχαήλ 11ος
Μωροϊάννης Λέων 11ος
Ξιφίας Ευστάθιος 11ος
Παγωμένος Ιωάννης 11ος
Παλαιώτης Μιχαήλ 11ος
Πελαμήδης Γεράσιμος 11ος
Πεπανός Λέων 12ος
Πολιτόπωλος Γεώργιος 11ος
Πτωχός Κωνσταντίνος 11ος
Σαγόπουλος Μιχαήλ 11ος
Σαρακηνόπουλος Ιωάννης 12ος
Σαραντηνός Νικηφόρος 11ος
Σγουρός Λέων 12ος
Σκριβάς Βασίλειος 11ος
Σπανογρηγόρης Ιωάννης 11ος
Σπαρτηνός Ιωάννης (Θεσσ/κη) 13ος
Τατίκης Μανουήλ 12ος
Χαμάρετος Λέων 11ος
Χρύσανθος Ιωάννης 12ος
Χωριάτης Νικήτας 10ος
Πηγή: Ch.
Stavrakos, Die byzantinischen Bleisiegel mit Familiennamen aus der Sammlung des Numismatischen Museums Athen, Wiesbaden 2000 [reviewed by Cl. Sode in Byzantinische Zeitschrift 95 (2002), 168-170 and J. Nesbitt in Speculum 77 (2002), 996-998]

Επίθετα βυζαντινών-7ος ώς 9ος αιώνας (α)
Μέση βυζαντινή περίοδος. Είναι η περίοδος όπου αρχίζουν να εμφανίζονται με τη μορφή επιθέτων προσδιορισμοί που όχι πολύ αργότερα θα είναι ο κανόνας τουλάχιστον στον μεσαιωνικό ελληνικό κόσμο.
Τα επίθετα που ακολουθούσαν το βαφτιστικό των κατοίκων της αυτοκρατορίας, από τον αυτοκράτορα ως το μικρότερο υπήκοο, προέρχονταν και τότε κυρίως από φυσικά χαρακτηριστικά του φέροντος (π.χ. Σαραντάπηχος, Κολοβός, Ξανθός, Κοντομύτης) , επάγγελμα ή ιδιότητα (Τοξαράς, Ασβεστάς, Έξαρχος), ψυχικά χαρακτηριστικά ( π.χ. Αγέλαστος, Σκληρός), από βαφτιστικά ονόματα (π.χ. Μαρτινάκιος, Κωνσταντινάκης) κ.α. .
Στις μεσαιωνικές πηγές αυτά τα επίθετα καλούνται είτε «επίκλην» , είτε «επίκλησις» ή «επωνυμίαν» (1) , και τα περισσότερα από αυτά ακούγονται οικεία στους σημερινούς Έλληνες.
Ευφροσύνη Αγέλαστος (δεύτερο μισό 9ου αιων., Πελοπ/κη οικογένεια)

Ιωάννης Εξαβούλης (αρχ.9ου αιώνα)

Ιωάννης Αγγούρης (9ος αιώνας, ευνούχος)

Κωνσταντίνος Σαραντάπηχος (8ος αιώνας, Θέμα Ελλάδος)

Κωνσταντίνος Κοντομύτης (πρώτο μισό 9ου αιώνα, Στρατηγός Θρακησίων /Σικελίας)

Κωνσταντίνος Μαρτινάκιος ( 9ος αιώνας)

Κωνσταντίνος Τοξαράς ( δεύτερο μισό 9ου αιώνα)

Λέων Γομοστός (9ος αι., ένας από τους Μακεδόνες αιχμάλωτους των Βουλγάρων)

Μαρίνος Έξαρχος ( 8ος αιώνας, κόμης Οψικίων)

Σισίννιος Ρεντάκης (πρώτο μισό 8ου αιώνα)

Θεόδωρος Κουφαράς (9ος αιώνας)

Θεόδωρος Σκληρός (9ος αιώνας)

Τυροπούλης (7-9ος αιώνας, Αθήνα)

Κλάδος (επων. 9-10ος αι., Θέμα Ελλάδος)

Κωνσταντίνος Κασσυματάς (πρώτο μισό 9ου αι., κοσμικό όνομα του πατρ. Αντώνιου)

Βασίλειος Πελοποννησίτης ( 9ος αιώνας, σπαθαροκανδιδάτος)

Γρηγόριος Κεντροκούκουρος (πρώτο μισό 9ου αιώνα, Προικόννησος)

Γρηγόριος Ασβεστάς ( 9ος αιώνας, Συρακούσες, επίσκοπος)

Ιωάννης Αβάστακτος ( 7ος αιώνας, Κρήτη, εννιάχρονο παιδί-νεκρική επιγραφή)

Ιωάννης Απλάκης ( πρώτο μισό 9ου αιώνα, Μακεδονία, Μονοστράτηγος)

Ιωάννης Κολοβός ( 9ος αιώνας, Θεσσαλονίκη)

Ιωάννης Στομοπατάς ( 7-9ος αιώνας)

Κωνσταντίνος Ποδοπάγουρος (8ος αιώνας, Κωνσταντινούπολη, Λογοθέτης)

Λέων Κουτζοδάκτυλος ( περ.771, Θέμα Θρακησίων)

Λέων Κλόκας ( περ.800, Σινώπη, Ελενόποντος, σακελλάριος)

Λέων Κότζης (ή Κοτζής, περ.850, Αθήνα, επιγραφή στον Παρθενώνα, Στρατηγός)

Λέων Λαλούδιος ( 9ος αιώνας, εικονομάχος)

Λέων Κρητικός ( 9ος αιώνας, πατρίκιος)

Νικήτας Αλεξίου (9ος αι., Βιθυνία, βασιλικός μανδάτωρ)

Θεόδωρος Καρτερούκας ( πρώτο μισό 8ου αιώνα, Καππαδικία)

Θεόδωρος Ξανθός ( 7-9ος αι., ιατρός)

Θεοφάνης Λαρδότυρος ( μέσα 8ου αιώνα, Κρήτη)

Βαμβαλούδης (9ος αιώνας, δρομέας των Πρασίνων στον Ιππόδρομο επί Μιχαήλ Γ’)

Χαρίτων Χηνόπουλος ( 9ος αιώνας, ευνούχος κάτοχος οικιμάτων στην Κωνσταντινούπολη)

«Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας», Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως

Βασίλειος Πετεινάκης ( 10ος αιώνας, πατρίκιος, Συνεχιστές Γεωργίου Μοναχού)

Θεόδωρος Κολοκύνθης (9ος αιώνας, «Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας», Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως)

Κανακάρης (9ος αιώνας, Παυλικιανός, Μελιτήνη )

Κωνσταντινάκης ( 9ος αιώνας, βασιλικός διάκονος(2))

Κυρίτζιος (8ος αιώνας, κόμης της κόρτης-βασιλικός σπαθάριος, Μακεδονία, (2) ).

Μυξάρης (9ος αιώνας, Γεώργιος Μοναχός-Χρονογραφία)
Λέων Κατακαλίτζης ( 9ος αιώνας, Γεώργιος Μοναχός-Χρονογραφία)
Μιχαήλ Αντίγονος (9ος αιώνας, Γεώργιος Μοναχός-Χρονογραφία)
Ιωάννης Τουβάκης (9ος αιώνας, Γεώργιος Μοναχός-Χρονογραφία)
 
Βιβλιογραφία-Πηγές:
(1)Λεξικό Σούδα, 2383 : Επίκλην> επωνυμίαν.
(2)Zacos, G. and Veglery, A., Byzantine Lead Seals, vol. I (in 3 parts) (Basel, 1972)
-Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit, Abteilung I: 641–867, Friedhelm Winkelmann , Ralph-Johannes Lilie
-Συνεχιστής Γεωργίου Μοναχού, Βίοι νέων βασιλέων, Bekker, I. (ed.), Theophanes Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister, Georgius Monachus (Corpus scriptorum historiae Byzantinae, Bonn 1838)
-Χρονογραφία, Γεωργίου Μοναχού
-«Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας», Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως
Πηγή: H εξαιρετική σελίδα       http://greeksurnames.blogspot.gr/2011/01/blog-post.html
 


Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Λέων ο Στ΄ ο σοφός

              
 
 
Λεπτομέρεια από ψηφιδωτή παράσταση του 9ου αι. που απεικονίζει τον Λέοντα ΣΤ' να αποτίει φόρο τιμής στον Χριστό (Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφία)
 
 
            O αυτοκράτορας Λέων Στ' ήταν λόγιος με εξαιρετική παιδεία και ευρύτατο συγγραφικό έργο. Μαθητής του Φωτίου με εξαιρετική μόρφωση διακρίθηκε ως δόκιμος συγγραφέας και ενθουσιώδης ρήτορας. Έγραψε εκτενή επιτάφιο για τον πατέρα του, ποιήματα, λόγους και ομιλίες, που συνήθιζε να εκφωνεί ο ίδιος στις εκκλησιαστικές γιορτές και στρατιωτικό εγχειρίδιο, τα «Τακτικά». Για τη συγγραφική του δραστηριότητα τιμήθηκε όσο ακόμη ζούσε με την προσωνυμία «Σοφός». Σ' αυτόν αποδίδονται, χωρίς πολλή βεβαιότητα, οκτώ επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας επιγραφόμενα Λέοντος του Φιλοσόφου.
            Η μεγαλύτερη υπηρεσία που πρόσφερε έγκειται στις προσπάθειές του να ενισχύσει την πνευματική ατμόσφαιρα που δημιούργησε ο Φώτιος, «ετοιμάζοντας έτσι για τον εαυτό του», όπως λέει ένας ιστορικός, «μια τιμητική θέση στην ιστορία της βυζαντινής αγωγής γενικά και της εκκλησιαστικής της αγωγής ειδικά». Ο Λέων υποστήριξε και υπερασπίστηκε όλους τους ανθρώπους των γραμμάτων της εποχής του και «το αυτοκρατορικό ανάκτορο μεταμορφώθηκε μερικές φορές σε μια νέα Ακαδημία ή Λύκειο».
              Aνέβηκε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του και, όπως κι εκείνος, έδωσε μεγάλη σημασία στην κωδικοποίηση του δικαίου.
               Την περίοδο της διακυβέρνησής του δημιουργήθηκαν τα "Βασιλικά", μία σειρά νόμων σε 60 βιβλία που αποτελούν κυρίως μετάφραση στα ελληνικά του παλαιότερου "Ιουστινιάνειου κώδικα", και εκδόθηκαν πολλές "Νεαρές", στα προοίμια των οποίων μπορεί κανείς να διακρίνει ένα πνεύμα ανθρωπισμού και συμπάθειας προς τους υπηκόους. Στα χρόνια του επίσης τοποθετείται και το "Επαρχικό Βιβλίο", μια συλλογή διατάξεων που καθόριζε τη λειτουργία των επαγγελματικών συντεχνιών της Κωνσταντινούπολης.
               Παράλληλα, ο Λέων Στ' ανέπτυξε και βελτίωσε το βυζαντινό στρατό και, παρά το γεγονός ότι γνώρισε ήττες και μεγάλες καταστροφές στα δύο μέτωπα, στο Βορρά από το νέο ικανό βούλγαρο τσάρο Συμεών και στ' ανατολικά από τους 'Aραβες, κατόρθωσε να δώσει στην αυτοκρατορία τις μεγαλύτερες εδαφικές κατακτήσεις στην Ανατολή από τον 7ο αιώνα.
              Ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν τη δημόσια και εκκλησιαστική ζωή την περίοδο της βασιλείας του ήταν το λεγόμενο τετραγαμικό ζήτημα. Συγκεκριμένα ο αυτοκράτορας χήρεψε άτεκνος τρεις φορές και κατά παράβαση των κανόνων της εκκλησίας παντρεύτηκε για τέταρτη φορά την παλλακίδα του Zωή, όταν αυτή του χάρισε τον πολυπόθητο διάδοχο, τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητο. H γέννησή του έγινε στην αίθουσα της πορφύρας, σε μια προσπάθεια του Λέοντα να αποκτήσει το νεογέννητο παιδί δικαιώματα επί του θρόνου.
                Ο τέταρτος αυτός γάμος προκάλεσε την έντονη αντίδραση του πατριάρχη Νικολάου Α΄ Μυστικού, που απαγόρευσε στο Λέοντα την είσοδο στο ναό της Αγίας Σοφίας, με συνέπεια την οργή του αυτοκράτορα ο οποίος τον καθαίρεσε. Το ζήτημα λύθηκε τελικά με τρόπο που εξυπηρετούσε την πολιτική σκοπιμότητα, εξασφαλίζοντας δηλαδή τη νόμιμη διαδοχή του θρόνου, προκάλεσε όμως αρκετές αντιδράσεις στους εκκλησιαστικούς κύκλους της Πρωτεύουσας και προβλήματα που ταλαιπώρησαν την Εκκλησία στα επόμενα χρόνια.


Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Η βυζαντινή κοσμική μουσική

 
 
 
          Η βυζαντινή κοσμική μουσική δεν είναι γνωστή. Συνήθως συνδέεται με τους εκκλησιαστικούς ύμνους και γενικότερα με την ορθόδοξη εκκλησία. Όμως υπήρξε και κοσμική μουσική για τις διάφορες εκδηλώσεις των ανθρώπων.Tο τραγούδι, ο χορός, είχε θέση στα σπίτια, στις τελετές, στον ιππόδρομο αλλά δεν συνδεόταν με το λειτουργικό τυπικό της εκκλησίας, δεν έχει καταγραφεί και δεν έχει διασωθεί. Θεωρούνταν <<κατώτερης >> ποιότητας από τους κυρίαρχους εκκλησιαστικούς κύκλους και  ό,τι έχει γραφτεί έχει σωθεί αποσπασματικά.
              Συνεπώς γνωρίζουμε λίγα πράγματα για την κοσμική μουσική του Βυζαντίου. Πιο πολύ διαδόθηκε προφορικά. Σε κείμενα υπάρχουν πληροφορίες για τη μουσική δραστηριότητα των βυζαντινών σε διάφορες εποχές. Σε αρκετές τοιχογραφίες επίσης απεικονίζονται σκηνές γλεντιού αλλά και μουσικά όργανα.
          Υπάρχουν κάποιες περιγραφές μουσικής του παλατιού σε βιβλίο του Κωνσταντίου Ζ' του Πορφυρογέννητου (905-959) του 10ου αιώνα. Επίσης απεικονίζονται όργανα και σύνολα κοσμικής μουσικής σε τοιχογραφίες μοναστηριών στην Ελλάδα (Μονή Μεγάλης Λαύρας και Σταυρονικήτα, Μονή Λούκους στο ’Αστρος, Μονή Φιλανθρωπηνών στα Ιωάννινα και Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα) και σε εκκλησιαστικά χειρόγραφα (κώδικες). Κομμάτια κοσμικής μουσικής είναι σπάνια στα βυζαντινά χειρόγραφα.
        Από τις πηγές μας διαπιστώνουμε ότι η  μουσική ήταν παρούσα σε όλες τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, όπως σε χορούς, πανηγύρια, θέατρα και παντομίμες, στον ιππόδρομο, σε αθλητικούς αγώνες, δεξιώσεις και τις εκδηλώσεις του παλατιού. Στο παλάτι υπήρχαν μάλιστα και αυστηρές τελετουργίες αντίστοιχες με τις εκκλησιαστικές.
           H κοσμική μουσική στην αυτοκρατορική αυλή στο Bυζάντιο είναι όπως και η εκκλησιαστική συνδεδεμένη με αυστηρές τελετουργίες. Δεν έχει διασωθεί η ίδια αλλά περιγραφές τις όπως π.χ. στο Βιβλίο των Τελετουργειών του Κων/νου Ζ' του Πορφυρογέννητου (905-59). Μουσικά πρέπει να ήταν παρόμοια με την εκκλησιαστική μουσική επειδή χρησιμοποιείται το ίδιο σύστημα ήχων, οι ίδιοι ρυθμοί και οι ίδιοι τρόποι απόδοσης. Γνωρίζουμε ότι υπήρχαν αντιφωνικές χορωδίες, τραγούδια με οργανική συνοδεία αλλά και το εκκλησιαστικό όργανο ως καθαρά κοσμικό όργανο (στην εκκλησιαστική μουσική απαγορεύονται τα όργανα μέχρι και σήμερα).
 
Μουσικά Όργανα
              Τα όργανα την εποχή του Βυζαντίου ήταν παρόμοια με τα όργανα των αρχαίων χρόνων, έπαιζαν και άντρες και γυναίκες που λέγονταν παιγνιώτες. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη μουσικών συνόλων και συναντιόνται και τα δύο στη μουσική του παλατιού: σύνολο πνευστών-κρουστών (μπάντα) και σύνολο εγχόρδων. Τα όργανα που αναφέρονται στις μπάντες του παλατιού ήταν σάλπιγγες, κέρατα (βούκινα), αυλοί (πιο κοντά στο ζουρνά), φλογέρες (σύριγγες ή σουραύλια), σείστρα ή κρόταλα, κύμβαλα και τύμπανα. Τα όργανα που συναντούσαμε σε σύνολα εγχόρδων ήταν Βυζαντινά λαούτα (πανδουρίς), ψαλτήριο (κανονάκι), άρπα, λύρα (λεγόταν και κιθάρα), τέσσερα μεγέθη ταμπουρά, τρίχορδη ταμπούρα, ο Καππαδοκικός κεμεντζές (ποντιακή λύρα), η αχλαδόσχημη λύρα και βυζαντινά βιολιά. Ακόμα χρησιμοποιούνταν το όργανο που αντικατέστησε την αρχαία ύδραυλι. Το όργανο αυτό το έκανε δώρο τον 8ο αι. ο Κωνσταντίνος Κοπρώνυμος στον Πιπίνο και Καρλομάγνο και έτσι διαδόθηκε στη δύση ως εκκλησιαστικό όργανο. Στα μοναστήρια χρησιμοποιούσαν κουδούνια και σήμαντρα.
 
Μονοφωνία ή ετεροφωνία
           Τα μουσικά παραδείγματα που έχουν διασωθεί είναι μονοφωνικά, αλλά η ετεροφωνία (συνοδεία μιας μελωδίας με παραλλαγές της και στολίδια) ήταν γνωστή στο Βυζάντιο και χρησιμοποιούνταν. Επίσης χρησιμοποιούσαν τα ισοκρατήματα, όπως και στην εκκλησιαστική μουσική.

Είδη μουσικής
           Υπήρχαν πολυχρόνια για τους πατριάρχες και αυτοκράτορες. Μουσική στα συμπόσια όπου έπαιζαν πνευστά ή έγχορδα όργανα. Τα συμπόσια ήταν γιορτές παρόμοιες όπως στην αρχαιότητα. Υπήρχαν και πολλές γυναίκες μουσικοί.
           Τερετίσματα (συλλαβές που άρχιζαν από ρο ή ταυ και ακολουθούσε φωνήεν). Κάθε φράση από τετερίσματα λεγόταν κράτημα και σήμερα τα ακούμε συχνά στην εκκλησία. Παρόμοιες μελωδίες υπήρχαν σε άλλες περιστάσεις έξω από την εκκλησία.
            Δημοτικά τραγούδια, όπως για παράδειγμα τα ακριτικά που θεωρούνται τα παλαιότερα από τα γνωστά δημοτικά τραγούδια. Είχαν πολιτικά θέματα και ήρωες τους ακρίτες που ήταν οι φύλακες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
            Χορευτική μουσική για χορούς, παντομίμες, θεατρικές παραστάσεις, κ.λ.π.
           Δεν γνωρίζουμε συνθέτες κοσμικής μουσικής αυτής της περιόδου. Από μεταγενέστερα χρόνια γνωρίζουμε ότι ο Ιωάννης Κουκουζέλης, ο Ξένος Κορονές και ο Ιωάννης Γλυκής έγραψαν και κοσμική μουσική. Προς το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η κοσμική μουσική έγινε πιο αποδεκτή από την εκκλησία.
 
Οι πληροφορίες έχουν αντληθεί από την  Ελληνική Μουσική Πύλη του Κέντρου Μουσικής Πληροφόρησης

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Άγιοι Σέργιος και Βάκχος -- Κωνσταντινούπολη

                   
 
 
 
               H εκκλησία-μονή Aγιοι Σέργιος και Βάκχος, ένα ορόσημο της εκκλησιαστικής μας αρχιτεκτονικής, χτίστηκε το 527 από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, λίγο πριν την Αγία Σοφία. Η εκκλησία είναι γνωστή μέχρι σήμερα ως "μικρή Αγία Σοφία", επειδή οι γενικές αρχές της αρχιτεκτονικής της είναι συγκρίσιμες με αυτές της Μεγάλης Εκκλησιάς μας. Οι στήλες ήταν φτιαγμένες από χρωματιστό μάρμαρο και το εσωτερικό της εκκλησίας έλαμπε από τους ποικιλόχρωμους μαρμάρινους τοίχους και από τον πλούτο των χρυσών μωσαϊκών.
             Ήταν γνωστή ως ελληνικό χριστιανικό μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη, σήμερα αποτελεί τέμενος με το όνομα Κιουτσούκ Αγιασοφιά Τζαμί. Ήταν χτισμένη στον Πρώτο λόφο της Κωνσταντινούπολης, στις ακτές του Μαρμαρά, εντός του περιβόλου των τειχών και στα νοτιοδυτικά των εντυπωσιακών υποδομών του κοίλου νότιου άκρου του Ιπποδρόμου και  αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα μνημεία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου.
             Ο ναός χτίστηκε από τον Ιουστινιανό Α΄ (527-565) και τη σύζυγό του Θεοδώρα στο παλάτι του Ορμίσδα, που ήταν η ιδιωτική τους κατοικία, προτού γίνει αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός. Μια εντυπωσιακή αναθηματική επιγραφή, που περιέτρεχε το εσωτερικό γείσο του κυρίως ναού, παραδίδει τα ονόματα των δωρητών. Τα κιονόκρανα επίσης φέρουν τα μονογράμματα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας. Η  χρονολόγηση του μνημείου  ανάγεται πιθανότατα, στα χρόνια 530-533.
             Ο Προκόπιος μνημονεύει τα προπύλαια του ναού αυτού, υπερεπαινώντας την λαμπρότητα του κτιρίου και τους μαρμάρινους κίονες που υποκρατούσαν «εν ημικύκλω» τα κατηχούμενα και τους θόλους. Εντός του ναού επί ζωστήρος επιστηλίου είναι γραμμένοι στίχοι Ελληνικοί, τους οποίους κατά πρώτον δημοσίευσε ο Νικόλαος Αλεμάννος, στις σημειώσεις του Προκοπίου. Βότρυες και σταφύλια κοντά στις επιγραφές θυμίζουν τον Βάκχο των αρχαίων Ελλήνων. Πάνω από τις βασιλικές πύλες στους κατηχουμένους ήταν ευκτήριο της Θεοτόκου, όπου προσευχόταν ο βασιλιάς.
             Ο ναός αυτός μνημονεύεται στο βίο του Αγίου Θεοφάνη, κλεισμένου «εν τη μονή Ορμίσδου, Σεργίου και Βάκχου, τη παρακειμένη τω παλατίω». Στην μονή αυτή εχρημάτισε ηγούμενος ο εικονομάχος πατριάρχης Ιγνάτιος επί της βασιλείας του Μιχαήλ γιου του Θεόφιλου, τον οποίο ο Κεδρηνός καλεί «δράκοντα εν εκκλησία φωλεύσαντα». Ηγούμενος της μονής αυτής ήταν και ο Μεθόδιος, ο πατριαρχεύσας επί της αναστηλώσεως των εικόνων. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Δουκάγγιου, φαίνεται ότι στην εκκλησία αυτή λειτούργησαν οι πρεσβευτές του Πάπα. Στον ναό αυτό εκκλησιάζονταν ο βασιλέας μετά πομπής την τρίτη ημέρα της Διακαινησίμου
             Η κάτοψη είναι εξωτερικά ορθογώνια και εσωτερικά οκταγωνική, ενώ ο ναός καλύπτεται με μεγάλο τρούλο. Ως προς την αρχιτεκτονική του, θυμίζει τρεις άλλους ναούς που επίσης κατασκευάστηκαν την Ιουστινιάνεια περίοδο: τον Άγιο Βιτάλιο στη Ραβέννα, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο στο Έβδομον (το σημερινό Bakirköy, περιοχή της Κωνσταντινούπολης) και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ του Ανάπλου (στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, το σημερινό Arnavutköy).              
           Ο τρουλαίος οκταγωνικός σηκός περιβάλλεται στη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά από συνεχές διώροφο περίστωο. Ο τρούλος, ο οποίος αποτελείται από δεκαέξι πλευρές με οκτώ παράθυρα, βαίνει σε οκτώ ευρέα τόξα που στηρίζονται σε οκτώ ογκώδεις πεσσούς, οι οποίοι σχηματίζουν ένα οκτάγωνο. Τα διαστήματα μεταξύ των πεσσών καταλαμβάνονται από είκοσι οκτώ μαρμάρινους κίονες, από δύο σε κάθε «πλευρά» του οκταγώνου –με εξαίρεση το χώρο του ιερού–, διατεταγμένους στους δύο ορόφους. Οι κίονες του υπερώου ενώνονται με μικρές αψίδες, ενώ αυτοί του ισογείου με επιστύλιο. Οι κίονες στις τέσσερις γωνίες του ναού είναι έτσι τοποθετημένοι ώστε να διαμορφώνουν τις ημικυκλικές κόγχες που στέφονται με ημιθόλια στο επίπεδο των υπερώων.
           Ο ναός  επισκευάστηκε από το Βασίλειο Α΄ (867-886) (πιθανότατα μετά το σεισμό του 869) και μπορεί να υποτεθεί ότι ο νότιος εξωτερικός τοίχος χτίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του.
          Ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου αποτελεί ένα καλό παράδειγμα της εφευρετικότητας που επιδείκνυαν οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί την εποχή του Ιουστινιανού Α΄. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός μπορεί να συγκριθεί με εκείνον της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ως προς το ότι εφευρίσκει μια παρόμοια μέθοδο μετάβασης από το εξωτερικό τετράγωνο κέλυφος στον τρουλαίο πυρήνα, ο οποίος είναι εδώ οκταγωνικός. Οι όγκοι διαλύονται ο ένας μέσα στον άλλο, καθώς ο ο κεντρικός χώρος χάνει τα σαφή του όρια και ανοίγεται σε κόγχες, και από τις κόγχες στο περιβάλλον ευρύτερο κέλυφος. Η εκτέλεση του εξαιρετικά περίπλοκου σχεδιασμού της εκκλησίας είναι μάλλον άνιση, πιθανότατα λόγω των εμπειρικών περιορισμών κατά την περίοδο αυτή· έτσι, το φαινομενικά κανονικό οκτάγωνο έχει στην πραγματικότητα διαφορετικού μήκους πλευρές, τα τόξα είναι μάλλον αδέξια και οι αναλογίες κάπως βαριές, ενώ οι ανωμαλίες του εδάφους προκάλεσαν επιπλέον δυσχέρειες στην εκτέλεση του φιλόδοξου σχεδίου. Η γενική εντύπωση όμως είναι αυτή ενός εκλεπτυσμένου δείγματος των εξελίξεων στην αρχιτεκτονική της περιόδου, με τον ευφάνταστο τρόπο οργάνωσης των χώρων και του φωτισμού. Ο εξαιρετικός γλυπτός διάκοσμος, με τις δυναμικές μορφές και τις έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, αποτέλεσμα της ευρείας χρήσης τρυπάνου, οπωσδήποτε συντελούν στη γενική εντύπωση. Τα στοιχεία αυτά απαντούν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα στην ιουστινιάνεια Μεγάλη Εκκλησία, την Αγία Σοφία, παρά τις πολλές διαφορές σχεδιασμού και αρχιτεκτονικών λύσεων μεταξύ των δύο μνημείων. Ο Άγιος Βιτάλιος στη Ραβέννα αποτελεί άλλη μια παραλλαγή, κάπως απλούστερη αλλά εφαρμοσμένη με μεγαλύτερη δεξιοτεχνία, του προσεκτικού σχεδιασμού που διαπιστώνεται στους Αγίους Σέργιο και Βάκχο. Τέτοια αυτοκρατορικά καθιδρύματα «αντιπροσωπεύουν μιαν αρχιτεκτονική που αναπτύσσεται για να ικανοποιήσει το απαιτητικό γούστο της ελίτ του 6ου αιώνα».
             Το 1509 ο σουλτάνος Βαγιαζίτ ο Β' μετέτρεψε την εκκλησία σε τζαμί, το τζαμί Χουσείν Αγά. Το όνομα του τζαμιού είναι Κιουτσούκ Αγιασοφιά (τούρκικα: Küçuk Ayasofya μεταφράζεται ως Μικρή Αγία Σοφία. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν την αψίδα και ασβέστωσαν τις τοιχογραφίες και τα μωσαϊκά στους τοίχους.


Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού

          
 
 
 
 
             Ως διάδοχος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων ο Ιουστινιανός θεωρούσε καθήκον του να ανασυγκροτήσει τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ενώ συγχρόνως  ευχόταν να μπορέσει να καθιερωθεί στο κράτος του ενιαία νομοθεσία και ενότητα πίστεως. << Ένα κράτος, μια νομοθεσία, μια Εκκλησία>>, αυτή υπήρξε με λίγα λόγια, όλη η γραμμή της πολιτικής του Ιουστινιανού.
              Στο θρησκευτικό τομέα προσπάθησε να επιβάλλει την ορθοδοξία σε όλη την αυτοκρατορία , καταδιώκοντας τους οπαδούς της αρχαίας θρησκείας, αναστέλλοντας τη λειτουργία της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας και διαδίδοντας τον Χριστιανισμό στους λαούς του Καυκάσου και της ανατολικής Αφρικής.
              H πολιτική του Ιουστινιανού στα θρησκευτικά θέματα αντικατόπτριζε την πεποίθηση ότι η ενότητα της αυτοκρατορίας προϋπέθετε την ενότητα της θρησκείας. Αρα ο αυτοκράτορας έπρεπε να μεριμνά όχι μόνο για την καλή διοίκηση της Εκκλησίας αλλά και για την ενότητα του δόγματος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.H αποκατάσταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Δύση θα γινόταν άλλωστε ευκολότερα αν η Εκκλησία και οι πιστοί στην Ιταλία και στις άλλες πρώην δυτικές ρωμαϊκές επαρχίες καθώς και στην Αφρική συμφωνούσαν με τις θρησκευτικές απόψεις του Αυτοκράτορα και της Εκκλησίας της Ανατολής. Αυτό εξηγεί το γιατί μεγάλο μέρος των νόμων του Ιουστινιανού αφορά θρησκευτικά θέματα.
              Ο Ιουστινιανός, καθ’ όλη την διάρκεια της βασιλείας του δεν έπαψε να ασχολείται και με τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο πρωταρχικός του στόχος ήταν η πραγμάτωση μιας μεγάλης και ενιαίας κρατικής θρησκείας, της Ορθοδοξίας, η οποία θα αντανακλούσε στο θρησκευτικό πεδίο την πολιτική και κοινωνική ενότητα του κράτους.Όμως, το σχέδιο αυτό γεννούσε μεγάλα διλήμματα, από την στιγμή που διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές είχαν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και άλλες θρησκευτικές πεποιθήσεις.
              Στην αρχή, το 536, για να ικανοποιήσει τους δυτικούς, τους οποίους είχε ανάγκη για την κατάκτηση της Ιταλίας, καταδίωξε τις αιρέσεις και απαγορεύτηκε σε οπαδούς του μονοφυσιτισμού να καταλαμβάνουν κρατικά και στρατιωτικά αξιώματα. Όμως ο μονοφυσιτισμός είχε σημαντικό λαϊκό έρεισμα στην Συρία και την Αίγυπτο, όπου αποτελούσε την θρησκευτική πλειοψηφία και διαπλεκόταν με τα εθνικά αισθήματα των κατοίκων, που δεν αναγνώριζαν τον πρωτεύοντα ρόλο της Κωνσταντινούπολης. Μοιραία λοιπόν η θρησκεία ταυτιζόταν με την πολιτική και η σκληρή πολιτική του Ιουστινιανού δεν επέφερε παρά μόνο την ολοένα και περισσότερο ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια.
            Όσο ζούσε η Θεοδώρα, η οποία καταγόμενη από την Αίγυπτο είχε μια πιο ολοκληρωμένη εποπτεία των πραγμάτων στις σημαντικότατες αυτές επαρχίες, σε σημείο που να θεωρείται οπαδός του Μονοφυσιτισμού, προσπαθούσε να πείσει τον Ιουστινιανό να ακολουθήσει πιο συμβιβαστική πολιτική. Γι’ αυτό, το 543 ο Ιουστινιανός σταμάτησε τις διώξεις και επέτρεψε μάλιστα στους μονοφυσίτες να ανασυστήσουν την εκκλησία τους.  
             Αυτοί που αντιδρούσαν σε κάθε συνεννόηση με τους μονοφυσίτες ήταν οι δυτικοί επίσκοποι, που παρεμπόδιζαν τις συμβιβαστικές απόπειρες του αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός το 544 εξέδωσε ένα Διάταγμα, στο οποίο καταδίκαζε κάποιες θέσεις των μονοφυσιτών, κυρίως της σχολής της Αντιόχειας, αλλά παράλληλα έπραττε το ίδιο και με τρία κείμενα (τα λεγόμενα Τρία Κεφάλαια ) που περιείχαν αντιμονοφυσιτικές θέσεις και είχαν αναγορευθεί ως επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας, από την Σύνοδο της Χαλκηδόνος. Οι δυτικοί αντέδρασαν σφοδρά και ο πάπας Βιγίλιος, αν και χρωστούσε το αξίωμα του στην Θεοδώρα, έγινε ο πρωτεργάτης της αντίστασης. Ο Ιουστινιανός τον ανάγκασε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά από πολλές πιέσεις, ο Βιγίλιος αναγκάστηκε απρόθυμα να καταδικάσει τα Τρία Κεφάλαια. Όμως το αποτέλεσμα ήταν να σημειωθούν μεγάλες αντιδράσεις στην Δύση και ο αυτοκράτορας αποφάσισε να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Χωρίς να περιμένει τις αποφάσεις της Συνόδου, ο Ιουστινιανός επανέλαβε την καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων και παράλληλα απαγόρευσε κάποια κείμενα από σημαντικές εκκλησιαστικές μορφές της Αντιόχειας, πρωτεργάτες του μονοφυσιτισμού.          
             Την ίδια στιγμή ο Βιγίλιος πρωτοστατούσε στις εναντίον του επιθέσεις από την Χαλκηδόνα, στην οποία είχε βρει άσυλο σε ένα ναό. Οι απόψεις του Ιουστινιανού τελικά υπερίσχυσαν στην 5η Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης του 553, ο Βιγίλιος υποχώρησε, αλλά η πλειοψηφία των δυτικών επισκόπων δεν αποδέχτηκε τις αποφάσεις της. Έτσι δημιουργήθηκε σχίσμα ανάμεσα στις Εκκλησίες, που θα διαρκέσει για 50 περίπου χρόνια, αλλά και στο εσωτερικό της δυτικής Εκκλησίας, που θα κρατήσει για 150 περίπου χρόνια.
             Ο Ιουστινιανός λοιπόν, στον τομέα αυτό δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Δεν μπόρεσε να κερδίσει την εύνοια των μονοφυσιτών και παράλληλα αποξενώθηκε από τους δυτικούς, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ωμή παρέμβαση του σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο αυτοκράτορας αντίθετα θεωρούσε χρέος και αποστολή του να καθοδηγεί τα θέματα της Εκκλησίας και γι’ αυτό αποκαλούσε τον εαυτό του “Αυτοκράτορα και Ιερέα ”.      
             Στο τέλος οι συνεχείς ασκήσεις εξισορρόπησης των αντίθετων ιδεών Δυτικών και Ανατολικών, τους οποίους ο Ιουστινιανός χρειαζόταν το ίδιο για την εκπλήρωση των σχεδίων του, θα οδηγηθούν σε αδιέξοδο και αποτυχία. Προς το τέλος μάλιστα της ζωής του, θα οδηγηθεί και ο ίδιος σε αιρετικές θέσεις, προπαγανδίζοντας την θεωρία πως το ανθρώπινο σώμα του Ιησού στην πραγματικότητα ήταν Θείο και ο Ιησούς φαινομενικά υπέφερε. Μόνο με τον θάνατο του αυτοκράτορα θα αποφευχθούν καινούργιες συγκρούσεις και διαμάχες στο εσωτερικό της Εκκλησίας. Πάντως ο Ιουστινιανός είναι ένα τυπικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες θα αντιμετωπίζουν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του Βυζαντίου την θρησκεία και της ιδέας που είχαν για τον δικό τους ρόλο.
           Στο πλαίσιο της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουστινιανού εντάσσεται και ο εκχριστιανισμός αλλοδόξων πληθυσμών της Δυτικής Μικράς Ασίας, της Λυδίας, της Καρίας, της Αβησσυνίας, της Συρίας, της Αιγύπτου και άλλων περιοχών. Για να επιτύχει εξάλλου τη διάδοση του χριστιανισμού σε βαρβαρικούς λαούς ο Ιουστινιανός ενίσχυσε σημαντικά τον μοναχισμό και τον ασκητισμό ιδρύοντας πολλά νέα μοναστήρια και συγκροτώντας πραγματική στρατιά ιεραποστόλων οι οποίοι ανελάμβαναν το καθήκον του προσηλυτισμού στον χριστιανισμό των βαρβαρικών φυλών.
            Λιγότερες δυσκολίες αντιμετώπισε ο Ιουστινιανός με τον παγανισμό, που ήταν πια πολύ αδύναμος για να αντιδράσει. Ήδη από το 528, με διάταγμα του έκλεισε την φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, τελευταίο προπύργιο της διδασκαλίας της αρχαίας λατρείας, ενώ απαγορεύτηκε στους οπαδούς της να καταλαμβάνουν θέσεις στην κρατική μηχανή. Τέλος καταδίωξε και τους Σαμαρείτες, την ιουδαϊκή αίρεση, που εξεγέρθηκαν το 529, έχοντας ταυτόχρονα κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα.
             Ο Ιουστινιανός, στο πανόραμα της Βυζαντινής ιστορίας, είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα και το στίγμα του στο Βυζαντινό κράτος υπήρξε ανεξίτηλο. Φιλόδοξος, ακατάβλητος και οργανωτικός έκανε πράξη αυτό που όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ονειρεύτηκαν, την ανασύσταση και την ενοποίηση του ρωμαϊκού κράτους. Οπωσδήποτε, σε μια μακροχρόνια προοπτική, τα αποτελέσματα ήταν κατώτερα από την ενέργεια και τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους που χρησιμοποιήθηκαν. Η θρησκευτική του πολιτική βάθυνε το χάσμα με τις επαρχίες της Αιγύπτου και της Συρίας προετοιμάζοντας την εύκολη αραβική κατάκτηση των περιοχών αυτών, ενώ δεν έλυσε τα προβλήματα με την Δύση. Όμως παραμένει γεγονός ότι η επιτυχημένη εν τέλει προσπάθεια του Ιουστινιανού, όσον αφορά τον δικό του βιολογικό κύκλο, συσπείρωσε, σε πολιτιστικό επίπεδο, τα πιο ζωντανά κοινωνικά στρώματα της εποχής του και έδωσε όραμα σε επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο αυτοκράτορας αυτός αναβίωσε μια εξουσία και ένα κράτος που για πολλά χρόνια απουσίαζαν και έγινε σημείο αναφοράς και κατεύθυνση για πολλές συνειδήσεις. Ήταν ένας καινούργιος άνθρωπος που συνέλαβε τον ρόλο του κράτους σε μια κοινωνία και στους επί μέρους τομείς της, σε μια εποχή που παρόμοιες αναζητήσεις ήταν σπανιότατες, αν δεν απουσίαζαν εντελώς. Όπως γράφει και ο μεγάλος βυζαντινολόγος Σαρλ Ντιλ, “ αυτός ο χωρικός από την Μακεδονία, είναι ο εξοχότερος αντιπρόσωπος δύο μεγάλων ιδεών: της αυτοκρατορικής και της χριστιανικής ιδέας. Και το όνομα του θα μείνει αθάνατο στην Ιστορία, ακριβώς γιατί είχε αυτές τις δύο μεγάλες ιδέες ”.


Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

H Αχειροποίητος (Βυζαντινή Θεσσαλονίκη)

                   
 
 
 
 
 
              Η εκκλησία της Αχειροποιήτου (Παναγία η Ἀχειροποίητος) είναι παλαιοχριστιανική βασιλική της Θεσσαλονίκης, σωζόμενη σήμερα στην ίδια μορφή που κατασκευάστηκε τον 5ο αιώνα, γεγονός που την καθιστά μοναδική στην ανατολική Μεσόγειο. Βρίσκεται στην οδό Αγίας Σοφίας, απέναντι από την πλατεία Μακεδονομάχων και η ίδρυσή της τοποθετείται στην περίοδο 450-475. Είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο και η ονομασία της οφείλεται στην "αχειροποίητη" λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου δεομένης που βρισκόταν στο ναό.
 
              Είναι ξυλόστεγη, τρίκλιτη βασιλική "ελληνιστικού" τύπου και αποτελεί, μαζί με τους ναούς της Θεσσαλονίκης Άγιο Δημήτριο και Αγία Σοφία, χαρακτηριστικό δείγμα της παλιοχριστιανικής ναοδομίας.
             Εξωτερικά το κτίσμα είναι λιτό και απέριττο, με τους όγκους του συμμετρικά τοποθετημένους προς τον κατά την έννοια του μήκους άξονα. Το μεσαίο κλίτος, διαστάσεων 37μ. (μήκος) και 15,5μ. (πλάτος), υψώνεται πιο πάνω από τα δύο πλάγια και δίνει έτσι τη δυνατότητα να φωτιστεί το εσωτερικό του ναού και τα υπερώα, με τα "τρίλοβα" ή "πολύλοβα" παράθυρα που δημιουργούνται στους περιμετρικούς τοίχους. Ο καλός αυτός εσωτερικός φωτισμός είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των εκκλησιαστικών κτισμάτων της περιόδου του 4ου και 5ου αιώνα (πρωτοχριστιανική εποχή), κατά την οποία κυριάρχησε στην αυτοκρατορία ο Χριστιανισμός, σαν επίσημη θρησκεία και ιδεολογία.
            Αρχικά ο ναός είχε, προς τη δυτική πλευρά, εξωνάρθηκα από τον οποίο μόνο ίχνη σώζονται σήμερα. Ακόμα θεωρείται βέβαιο πως μπροστά από τον εξωνάρθηκα, στο χώρο του σημερινού πάρκου των Μακεδονομάχων, υπήρχε μία τετράγωνη αυλή με "περιστύλιο" (αίθριο), όπως στο ναό του Αγίου Δημητρίου.
              Εσωτερικά ο νάρθηκας, που διαμορφώνεται κάθετα προς τα τρία κλίτη, επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με τρεις θύρες, από τις οποίες η μεσαία είναι "τρίβηλος" (τριπλή) και έκλεινε παλιά με κουρτίνες ("βήλα"), όπως συχνά απεικονίζεται σε βυζαντινές παραστάσεις. Τα δύο πλάγια κλίτη διαχωρίζονται από το κεντρικό με δύο μαρμάρινες κιονοστοιχείες με "κορινθιάζοντα" κιονόκρανα φύλλων ακάνθου. Πάνω από τις κιονοστοιχείες του ισογείου, στα υπερώα, υπάρχουν άλλες αντίστοιχες κιονοστοιχίες, έτσι ώστε ο όλος χώρος εσωτερικά να γίνεται περισσότερο ανάλαφρος, ενώ συμβάλλει σε αυτό και ο άπλετος φωτισμός που προέρχεται από πλάγια παράθυρα του μνημείου.
             Στο μέσο της νότιας πλευράς (εξωτερικά) υπάρχει ένα μικρό παρεκκλήσι-βαπτιστήριο. Άλλο ένα παρόμοιο υπάρχει στο τέλος του βόρειου κλίτους, παράπλευρα από την κόγχη του ιερού, που κυριαρχεί σαν αρχιτεκτονικό στοιχείο σε ολόκληρη την ανατολική όψη του κτίσματος.
     
 

 
                    Η κόγχη του ιερού του ναού της Αχειροποιήτου Θεσσαλονίκης. Διακρίνοται (δεξιά, αριστερά)
τα "τρίλοβα" παράθυρα και το μικρό παρεκκλήσι σε επαφή με το ιερό
 
 

             Το πότε κτίστηκε ο ναός δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια. Η άποψη που επικρατεί είναι ότι κτίστηκε αμέσως μετά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου του 431, οπότε καταδικάστηκε ο αιρετικός Νεστόριος που δίδασκε ότι η Παναγία δεν είναι "Θεοτόκος" αλλά απλά "Χριστοτόκος". Μετά την εξέλιξη αυτή κτίστηκαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία πολλοί ναοί προς τιμή της Θεοτόκου και -κατά πάσα πιθανότητα- και αυτός της Αχειροποιήτου Θεσσαλονίκης με την ονομασία: "Ναός της Παρθένου και Θεοτόκου της Αχειροποιήτου και Οδηγητρίας". Κατά την παράδοση το όνομα "Αχειροποίητος" δόθηκε στο ναό από μία εικόνα της Θεοτόκου που δεν πλάστηκε από ανθρώπινα χέρια (α-χειροποίητος), αλλά έπεσε από τον ουρανό. Μάλιστα υποστηρίχθηκε από τους βυζαντινούς συγγραφείς ότι η εικόνα αυτή ήταν ισάξια με τις περίφημες "αχειροποίητες" εικόνες του "Αγίου Μανδηλίου" και του "Αγίου Κεραμίου".
                Όταν ο Τούρκος Σουλτάνος Μουράτ Β΄ κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, για να διαιωνίσει την ιστορική εκείνη μέρα της άλωσης της πόλης, διέταξε και χάραξαν σε μία μαρμάρινη κολώνα της βόρειας κιονοστοιχίας του ναού τη φράση που σώζεται μέχρι και σήμερα: "Ο Σουλτάνος Μουράτ πήρε τη Θεσσαλονίκη το 833 (=1430)".
             Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας επικράτησε σαν ανάμνηση -άγνωστο από πότε- να λέγεται ο ναός της Αχειροποιήτου ναός της Αγίας Παρασκευής. Όταν μάλιστα μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί) από τους Τούρκους, ονομάστηκε "Εσκή Τζουμά", που τουρκικά σημαίνει "Παλιά Παρασκευή". Κατά την άποψη που επικρατεί, το όνομα "Αγία Παρασκευή" δόθηκε περισσότερο στην περιοχή όπου πιστεύεται πως υπήρχε άλλος ναός με το όνομα αυτό, παρά στο ίδιο μνημείο.
              Μετά την απελευθέρωση της πόλης χρειάστηκαν να γίνουν πολλές επισκευές και συντηρήσεις για να δοθεί και πάλι ο ναός σε χρήση το 1930.

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Οι κατάφρακτοι

 
 
 
            O κατάφρακτος ιππέας εμφανίζεται για πρώτη φορά στους στρατούς των Aχαιμενιδών Περσών (4ος αιώνας π.X.) λίγο πριν ο Mέγας Aλέξανδρος καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία. Oι Eλληνες ονόμασαν τους βαριά θωρακισμένους Ανατολίτες ιππείς "κατάφρακτους", διότι ήταν καθολικά θωρακισμένοι, ενώ χρησιμοποιούσαν θωράκιση και για το άλογό τους. Στη συνέχεια, οι Σελευκίδες χρησιμοποίησαν δικά τους σώματα κατάφρακτων, ενώ διάσημοι έγιναν οι Πάρθοι κατάφρακτοι. Oι Pωμαίοι, αντιμετωπίζοντας συχνά τους Πάρθους, υιοθέτησαν και οι ίδιοι σε περιορισμένο βαθμό αυτόν τον τύπο ιππικού. Aπό αυτούς ακριβώς τους Pωμαίους Cataphractarii (οι Pωμαίοι χρησιμοποίησαν το ελληνικό όνομα) κατάγονται οι Bυζαντινοί κατάφρακτοι, που έδρασαν - εξελισσόμενοι συνεχώς από την αρχή της βυζαντινής ιστορίας έως το  τέλος της Kωνσταντινούπολης το 1453. Ονομάζονται κατάφρακτοι ή κλιβανοφόροι ή λωρικάτοι.
            Bεβαίως, οι κατάφρακτοι γνώρισαν πολλές αλλαγές και διαφοροποιήσεις, αλλά για την παρουσίαση αυτή επιλέξαμε έναν τυπικό κατάφρακτο του 10ου αιώνα, όπως έδρασε στους στρατούς της εποχής του Nικηφόρου Φωκά και των αυτοκρατόρων της Mακεδονικής δυναστείας.
Oπλισμός - θωράκιση
           Oι κατάφρακτοι, όπως υπονοεί το όνομά τους, ήταν βαρύτατα θωρακισμένοι και με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους στο πεδίο της μάχης. Στην αρχική εκδοχή τους ήταν λογχοφόροι (για την ακρίβεια κοντοφόροι, αφού το κύριο όπλο τους ήταν ο "κόντος", το βαρύ ιππικό δόρυ), ενώ στη συνέχεια απέκτησαν μία πλειάδα όπλων. Δύο ήταν οι τύποι κατάφρακτου που κυριάρχησαν την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε. O πρώτος ήταν ο κοντοφόρος (οπλισμένος με το βυζαντινό "κοντάριον", δηλαδή, την εξέλιξη του "κόντου") και ο δεύτερος ο ιπποτοξότης. Πέραν του κύριου όπλου, οι τύποι δεν είχαν καμία διαφορά ως προς τον οπλισμό και την πανοπλία τους. Eίχαν όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μεγάλη διαφορά ως προς τη λειτουργία τους στο πεδίο της μάχης.
          Πέραν του "κοντάριου" και του τόξου, οι κατάφρακτοι ήταν οπλισμένοι ακόμη με σπαθί, κεφαλοθραύστη και εγχειρίδιο. Oι τοξότες διέθεταν, φυσικά, μία φαρέτρα στην οποία, εκτός από τα 30-40 βέλη, υπήρχε και μία δεύτερη χορδή για το τόξο, σε περίπτωση που έσπαζε η πρώτη. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατάφρακτοι οπλίζονταν και με δύο ακόντια. Στον αμυντικό οπλισμό τους συγκαταλεγόταν μία ασπίδα, που ήταν είτε στρογγυλή και πολύ μικρή (οπότε την έφεραν περασμένη στον αριστερό βραχίονα) είτε τριγωνική και μεγαλύτερη (οπότε την κρατούσαν με το αριστερό χέρι).
          H θωράκιση των καταφράκτων ήταν ιδιαίτερα βαριά. Tο βασικό συστατικό στοιχείο της ήταν το "κλιβάνιον", ένας θώρακας που τις περισσότερες φορές ήταν ελασμάτινος, με μικρά μεταλλικά ελάσματα ραμμένα το ένα μαζί με το άλλο ή πάνω σε ένα δερμάτινο υπόστρωμα. Kατά κανόνα, πάνω από το "κλιβάνιον" οι κατάφρακτοι φορούσαν ένα "επιλωρίκιον", ένα ρούχο από χοντρό, συχνά εφαπλωματοποιημένο ύφασμα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κάτω από τον θώρακα φορούσαν έναν αλυσιδωτό θώρακα, που ονομαζόταν "ζάβα" ή "λωρίκιον", για ακόμη μεγαλύτερη προστασία. Tο κράνος ήταν σιδερένιο, σχετικά απλής κατασκευής, με ξεχωριστό εξάρτημα για την προστασία του αυχένα.
           Για την προστασία της ηβικής χώρας φρόντιζαν οι "πτέρυγες", ενώ για τους βραχίονες και τις γάμπες υπήρχαν αντίστοιχα τα "χειρόψελλα" ή "μανικέλια" και τα "ποδόψελλα" ή "χαλκότουμπα". Kατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα δεν ήταν σε ευρεία χρήση η θωράκιση και για το άλογο, που επανήλθε πάντως σε μία συγκεκριμένη υποκατηγορία κατάφρακτων που ονομάστηκαν "κλιβανοφόροι", οι οποίοι ήταν ακόμη βαρύτερα θωρακισμένοι.
Tακτικές - μάχες
             Oι κατάφρακτοι αναπτύχθηκαν ως απάντηση στους εξωτερικούς εχθρούς του Bυζαντίου. Hταν ένα ιππικό διττού ρόλου: μπορούσε να λειτουργήσει σε ρόλο ιπποτοξοτών ή να εφαρμόσει τυπικές τακτικές βαρέος ιππικού (έφοδο με τη λόγχη). Σε πολλές περιπτώσεις, η βαριά θωράκιση επέτρεπε την επιβίωση των καταφράκτων ακόμη και μεταξύ πολλών εχθρών, κάτι που είχε ιδιαίτερη σημασία για την τακτική χρησιμοποίησή τους.
            Mία τυπική τακτική του 10ου αιώνα, όπως συνάγουμε από τα στρατιωτικά εγχειρίδια της εποχής, ήταν η χρήση και των δύο τύπων καταφράκτων σε συνδυασμό. Oι ιπποτοξότες καταπονούσαν τον αντίπαλο με βέλη, ενώ οι λογχοφόροι έκαναν αλλεπάλληλες εφόδους, προσπαθώντας να διασπάσουν την αντίπαλη παράταξη. H ισχύς των καταφράκτων ήταν τρομερή, αφού πέραν της εξαιρετικής πανοπλίας τους διέθεταν και υψηλού επιπέδου εκπαίδευση. Eχουν καταγραφεί πολλές περιπτώσεις, σε μάχες της εποχής, που η έφοδος ενός συντεταγμένου σώματος καταφράκτων διαλύει οποιαδήποτε άμυνα. Λόγω της βαριάς θωράκισής τους μπορούσαν να εκτελέσουν έφοδο ακόμη και ενάντια σε συντεταγμένο πεζικό (αρκεί αυτό να μην ήταν οπλισμένο με σάρισες), ενώ ακόμη και οι λαοί της στέπας, που μάχονταν ως ιπποτοξότες και ήταν απρόσβλητοι από τους συνήθεις τύπους βαρέος ιππικού, είχαν σοβαρό πρόβλημα με τους κατάφρακτους, εφόσον οι τελευταίοι είχαν τοξότες ανάμεσά τους (στην ιδανική αναλογία του 40% που αναφέρουν τα βυζαντινά εγχειρίδια).

 Οπλισμός
 
Kοντάριον: Eξέλιξη του κόντου, που χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας, το κοντάριον ήταν ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό ιππικό δόρυ (λόγχη) μήκους 2 έως 2,5 μέτρων, λεπτότερο από το αντίστοιχο του πεζικού με μακριά και βαριά αιχμή.
 Tόξο: Tο χαρακτηριστικό βυζαντινό τόξο ήταν εξέλιξη του αντίστοιχου των Oύννων, από τους οποίους το είχαν υιοθετήσει οι Pωμαίοι της Aνατολής τον 5ο αιώνα μ.X. Eπρόκειτο για ένα κυρτό, παλίντονο τόξο, σύνθετης κατασκευής, με μήκος περί τα 90-95 εκατοστά και χορδή από εντόσθια ζώων. Eίχε ιδιαίτερα αξιόλογο βεληνεκές και ήταν θανάσιμο σε αποστάσεις όπου δεν μπορούσαν να φθάσουν τα λιγότερο εξελιγμένα τόξα της εποχής.
  Aπελατίκιον: Eνας ιδιότυπος κεφαλοθραύστης που ήταν σε χρήση μεταξύ των Bυζαντινών για αιώνες. Tο χρησιμοποιούσαν κυρίως οι αξιωματούχοι του βυζαντινού στρατού και συγκεκριμένα των ιππικών σωμάτων, ωστόσο κατά περιόδους ήταν διαδεδομένος και ευρύτερα.
Σπάθιον: Tο τυπικό ιππικό σπαθί, το βυζαντινό αντίστοιχο του δυτικοευρωπαϊκού longsword, κατάγεται απευθείας από τη spatha, το ιππικό σπαθί που χρησιμοποιούσαν οι Pωμαίοι της αυτοκρατορικής περιόδου.
 Παραμήριον (ή Παραμέριον). Eνα σπαθί μονής κόψης, μακρινός απόγονος της αρχαιοελληνικής κοπίδας, που μοιάζει με τα ανατολίτικα γιαταγάνια. Iδιαίτερα αποτελεσματικό σε θλαστικά χτυπήματα με φορά από πάνω.
             Οι κατάφρακτοι αποτέλεσαν ουσιαστικό συστατικό των νικηφόρων πολέμων του Βυζαντίου κατά την περίοδο της λεγόμενης «βυζαντινής εποποιίας» (950-1025). Ήταν τόση  η φήμη τους και ο τρόμος που προκαλούσαν στους αντιπάλους,με αποτέλεσμα και μόνο το άκουσμα της άφιξης τους να αρκεί πολλές φορές για την υποχώρηση του εχθρού (όπως έγινε επί Βασιλείου Β', όταν λύθηκε η πολιορκία του Χαλεπίου από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου, και το 1030 σε ανάλογη πορεία στη Συρία). Οι κατάφρακτοι ακολούθησαν την παρακμή της αυτοκρατορίας, μειούμενοι συνεχώς σε αριθμό, λόγω των οικονομικών δυσκολιών.