Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Η θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού

          
 
 
 
 
             Ως διάδοχος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων ο Ιουστινιανός θεωρούσε καθήκον του να ανασυγκροτήσει τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ενώ συγχρόνως  ευχόταν να μπορέσει να καθιερωθεί στο κράτος του ενιαία νομοθεσία και ενότητα πίστεως. << Ένα κράτος, μια νομοθεσία, μια Εκκλησία>>, αυτή υπήρξε με λίγα λόγια, όλη η γραμμή της πολιτικής του Ιουστινιανού.
              Στο θρησκευτικό τομέα προσπάθησε να επιβάλλει την ορθοδοξία σε όλη την αυτοκρατορία , καταδιώκοντας τους οπαδούς της αρχαίας θρησκείας, αναστέλλοντας τη λειτουργία της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας και διαδίδοντας τον Χριστιανισμό στους λαούς του Καυκάσου και της ανατολικής Αφρικής.
              H πολιτική του Ιουστινιανού στα θρησκευτικά θέματα αντικατόπτριζε την πεποίθηση ότι η ενότητα της αυτοκρατορίας προϋπέθετε την ενότητα της θρησκείας. Αρα ο αυτοκράτορας έπρεπε να μεριμνά όχι μόνο για την καλή διοίκηση της Εκκλησίας αλλά και για την ενότητα του δόγματος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.H αποκατάσταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Δύση θα γινόταν άλλωστε ευκολότερα αν η Εκκλησία και οι πιστοί στην Ιταλία και στις άλλες πρώην δυτικές ρωμαϊκές επαρχίες καθώς και στην Αφρική συμφωνούσαν με τις θρησκευτικές απόψεις του Αυτοκράτορα και της Εκκλησίας της Ανατολής. Αυτό εξηγεί το γιατί μεγάλο μέρος των νόμων του Ιουστινιανού αφορά θρησκευτικά θέματα.
              Ο Ιουστινιανός, καθ’ όλη την διάρκεια της βασιλείας του δεν έπαψε να ασχολείται και με τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο πρωταρχικός του στόχος ήταν η πραγμάτωση μιας μεγάλης και ενιαίας κρατικής θρησκείας, της Ορθοδοξίας, η οποία θα αντανακλούσε στο θρησκευτικό πεδίο την πολιτική και κοινωνική ενότητα του κράτους.Όμως, το σχέδιο αυτό γεννούσε μεγάλα διλήμματα, από την στιγμή που διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές είχαν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και άλλες θρησκευτικές πεποιθήσεις.
              Στην αρχή, το 536, για να ικανοποιήσει τους δυτικούς, τους οποίους είχε ανάγκη για την κατάκτηση της Ιταλίας, καταδίωξε τις αιρέσεις και απαγορεύτηκε σε οπαδούς του μονοφυσιτισμού να καταλαμβάνουν κρατικά και στρατιωτικά αξιώματα. Όμως ο μονοφυσιτισμός είχε σημαντικό λαϊκό έρεισμα στην Συρία και την Αίγυπτο, όπου αποτελούσε την θρησκευτική πλειοψηφία και διαπλεκόταν με τα εθνικά αισθήματα των κατοίκων, που δεν αναγνώριζαν τον πρωτεύοντα ρόλο της Κωνσταντινούπολης. Μοιραία λοιπόν η θρησκεία ταυτιζόταν με την πολιτική και η σκληρή πολιτική του Ιουστινιανού δεν επέφερε παρά μόνο την ολοένα και περισσότερο ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια.
            Όσο ζούσε η Θεοδώρα, η οποία καταγόμενη από την Αίγυπτο είχε μια πιο ολοκληρωμένη εποπτεία των πραγμάτων στις σημαντικότατες αυτές επαρχίες, σε σημείο που να θεωρείται οπαδός του Μονοφυσιτισμού, προσπαθούσε να πείσει τον Ιουστινιανό να ακολουθήσει πιο συμβιβαστική πολιτική. Γι’ αυτό, το 543 ο Ιουστινιανός σταμάτησε τις διώξεις και επέτρεψε μάλιστα στους μονοφυσίτες να ανασυστήσουν την εκκλησία τους.  
             Αυτοί που αντιδρούσαν σε κάθε συνεννόηση με τους μονοφυσίτες ήταν οι δυτικοί επίσκοποι, που παρεμπόδιζαν τις συμβιβαστικές απόπειρες του αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός το 544 εξέδωσε ένα Διάταγμα, στο οποίο καταδίκαζε κάποιες θέσεις των μονοφυσιτών, κυρίως της σχολής της Αντιόχειας, αλλά παράλληλα έπραττε το ίδιο και με τρία κείμενα (τα λεγόμενα Τρία Κεφάλαια ) που περιείχαν αντιμονοφυσιτικές θέσεις και είχαν αναγορευθεί ως επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας, από την Σύνοδο της Χαλκηδόνος. Οι δυτικοί αντέδρασαν σφοδρά και ο πάπας Βιγίλιος, αν και χρωστούσε το αξίωμα του στην Θεοδώρα, έγινε ο πρωτεργάτης της αντίστασης. Ο Ιουστινιανός τον ανάγκασε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά από πολλές πιέσεις, ο Βιγίλιος αναγκάστηκε απρόθυμα να καταδικάσει τα Τρία Κεφάλαια. Όμως το αποτέλεσμα ήταν να σημειωθούν μεγάλες αντιδράσεις στην Δύση και ο αυτοκράτορας αποφάσισε να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Χωρίς να περιμένει τις αποφάσεις της Συνόδου, ο Ιουστινιανός επανέλαβε την καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων και παράλληλα απαγόρευσε κάποια κείμενα από σημαντικές εκκλησιαστικές μορφές της Αντιόχειας, πρωτεργάτες του μονοφυσιτισμού.          
             Την ίδια στιγμή ο Βιγίλιος πρωτοστατούσε στις εναντίον του επιθέσεις από την Χαλκηδόνα, στην οποία είχε βρει άσυλο σε ένα ναό. Οι απόψεις του Ιουστινιανού τελικά υπερίσχυσαν στην 5η Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης του 553, ο Βιγίλιος υποχώρησε, αλλά η πλειοψηφία των δυτικών επισκόπων δεν αποδέχτηκε τις αποφάσεις της. Έτσι δημιουργήθηκε σχίσμα ανάμεσα στις Εκκλησίες, που θα διαρκέσει για 50 περίπου χρόνια, αλλά και στο εσωτερικό της δυτικής Εκκλησίας, που θα κρατήσει για 150 περίπου χρόνια.
             Ο Ιουστινιανός λοιπόν, στον τομέα αυτό δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Δεν μπόρεσε να κερδίσει την εύνοια των μονοφυσιτών και παράλληλα αποξενώθηκε από τους δυτικούς, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ωμή παρέμβαση του σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο αυτοκράτορας αντίθετα θεωρούσε χρέος και αποστολή του να καθοδηγεί τα θέματα της Εκκλησίας και γι’ αυτό αποκαλούσε τον εαυτό του “Αυτοκράτορα και Ιερέα ”.      
             Στο τέλος οι συνεχείς ασκήσεις εξισορρόπησης των αντίθετων ιδεών Δυτικών και Ανατολικών, τους οποίους ο Ιουστινιανός χρειαζόταν το ίδιο για την εκπλήρωση των σχεδίων του, θα οδηγηθούν σε αδιέξοδο και αποτυχία. Προς το τέλος μάλιστα της ζωής του, θα οδηγηθεί και ο ίδιος σε αιρετικές θέσεις, προπαγανδίζοντας την θεωρία πως το ανθρώπινο σώμα του Ιησού στην πραγματικότητα ήταν Θείο και ο Ιησούς φαινομενικά υπέφερε. Μόνο με τον θάνατο του αυτοκράτορα θα αποφευχθούν καινούργιες συγκρούσεις και διαμάχες στο εσωτερικό της Εκκλησίας. Πάντως ο Ιουστινιανός είναι ένα τυπικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες θα αντιμετωπίζουν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του Βυζαντίου την θρησκεία και της ιδέας που είχαν για τον δικό τους ρόλο.
           Στο πλαίσιο της θρησκευτικής πολιτικής του Ιουστινιανού εντάσσεται και ο εκχριστιανισμός αλλοδόξων πληθυσμών της Δυτικής Μικράς Ασίας, της Λυδίας, της Καρίας, της Αβησσυνίας, της Συρίας, της Αιγύπτου και άλλων περιοχών. Για να επιτύχει εξάλλου τη διάδοση του χριστιανισμού σε βαρβαρικούς λαούς ο Ιουστινιανός ενίσχυσε σημαντικά τον μοναχισμό και τον ασκητισμό ιδρύοντας πολλά νέα μοναστήρια και συγκροτώντας πραγματική στρατιά ιεραποστόλων οι οποίοι ανελάμβαναν το καθήκον του προσηλυτισμού στον χριστιανισμό των βαρβαρικών φυλών.
            Λιγότερες δυσκολίες αντιμετώπισε ο Ιουστινιανός με τον παγανισμό, που ήταν πια πολύ αδύναμος για να αντιδράσει. Ήδη από το 528, με διάταγμα του έκλεισε την φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, τελευταίο προπύργιο της διδασκαλίας της αρχαίας λατρείας, ενώ απαγορεύτηκε στους οπαδούς της να καταλαμβάνουν θέσεις στην κρατική μηχανή. Τέλος καταδίωξε και τους Σαμαρείτες, την ιουδαϊκή αίρεση, που εξεγέρθηκαν το 529, έχοντας ταυτόχρονα κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα.
             Ο Ιουστινιανός, στο πανόραμα της Βυζαντινής ιστορίας, είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα και το στίγμα του στο Βυζαντινό κράτος υπήρξε ανεξίτηλο. Φιλόδοξος, ακατάβλητος και οργανωτικός έκανε πράξη αυτό που όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ονειρεύτηκαν, την ανασύσταση και την ενοποίηση του ρωμαϊκού κράτους. Οπωσδήποτε, σε μια μακροχρόνια προοπτική, τα αποτελέσματα ήταν κατώτερα από την ενέργεια και τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους που χρησιμοποιήθηκαν. Η θρησκευτική του πολιτική βάθυνε το χάσμα με τις επαρχίες της Αιγύπτου και της Συρίας προετοιμάζοντας την εύκολη αραβική κατάκτηση των περιοχών αυτών, ενώ δεν έλυσε τα προβλήματα με την Δύση. Όμως παραμένει γεγονός ότι η επιτυχημένη εν τέλει προσπάθεια του Ιουστινιανού, όσον αφορά τον δικό του βιολογικό κύκλο, συσπείρωσε, σε πολιτιστικό επίπεδο, τα πιο ζωντανά κοινωνικά στρώματα της εποχής του και έδωσε όραμα σε επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο αυτοκράτορας αυτός αναβίωσε μια εξουσία και ένα κράτος που για πολλά χρόνια απουσίαζαν και έγινε σημείο αναφοράς και κατεύθυνση για πολλές συνειδήσεις. Ήταν ένας καινούργιος άνθρωπος που συνέλαβε τον ρόλο του κράτους σε μια κοινωνία και στους επί μέρους τομείς της, σε μια εποχή που παρόμοιες αναζητήσεις ήταν σπανιότατες, αν δεν απουσίαζαν εντελώς. Όπως γράφει και ο μεγάλος βυζαντινολόγος Σαρλ Ντιλ, “ αυτός ο χωρικός από την Μακεδονία, είναι ο εξοχότερος αντιπρόσωπος δύο μεγάλων ιδεών: της αυτοκρατορικής και της χριστιανικής ιδέας. Και το όνομα του θα μείνει αθάνατο στην Ιστορία, ακριβώς γιατί είχε αυτές τις δύο μεγάλες ιδέες ”.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου