Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Τοπογραφία Κωνσταντινούπολης -- Μίλιον-Milion

 
 
 
                                                                Μίλιον-Milion
                 
              Το Μίλιον κατασκευάστηκε στη νεοϊδρυόμενη πόλη,  στην περιοχή του αρχαίου Βυζαντίου, μπροστά σε μια πύλη του τείχους, στο ξεκίνημα της Μέσης οδού. Το Μίλιον ήταν το κέντρο της πόλης από όπου ξεκινούσε το μέτρημα των χιλιομετρικών αποστάσεων για κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας. Ήταν ακριβώς δίπλα στο Αυγουσταίον και είχε άμεση σχέση με αυτό.

                 Η ακριβής τοποθεσία του Μιλίου δεν είναι γνωστή, πιθανότατα όμως βρισκόταν στα ΒΔ της Αγίας Σοφίας και στα δυτικά του Αυγουσταίου.Ορθωνόταν στην αφετηρία της Μέσης οδού, και από εκεί ο δρόμος κατευθυνόταν προς το Φόρο του Κωνσταντίνου στα δυτικά, ενώ στα βόρεια προς τα θερμά λουτρά του Ζευξίππου. Στο σημείο όπου η Μέση οδός καταλήγει στη σημερινή πλατεία της Αγίας Σοφίας (Aya Sofya Meydani) και στρέφεται προς τη λεωφόρο Alemdar αποκαλύφθηκε μία αψίδα και μία στήλη, που κατά τους ανασκαφείς πρέπει να ανήκουν στο Μίλιον, το οποίο, απ’ ό,τι εικάζεται, πρέπει να βρισκόταν εδώ. Η κύρια πρόσοψή του στρεφόταν προς την ανατολή, προς την πλευρά του Αυγουσταίου. Εδώ υπήρχε μια τοποθεσία επιστρωμένη με μάρμαρο, το «πλακωτόν του Μιλίου» ή «μαρμαρωτόν». Το τμήμα της Μέσης οδού που βρισκόταν μπροστά από το Μίλιον ονομαζόταν «αγορά του Μιλίου.
                Το Μίλιον οικοδομήθηκε από το Μεγάλο Κωνσταντίνο κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, κατά μίμηση του Miliarium aureum του Αυγούστου, στο πλαίσιο της μεταφοράς του κέντρου βάρους της αυτοκρατορίας από τη Δύση στην Ανατολή. Από τότε η μέτρηση των αποστάσεων γινόταν από την Κωνσταντινούπολη. Η αρχική στήλη χρυσού πλαισιώθηκε με τετράπυλο, του οποίου οι αψίδες ήταν σταυροειδώς διατεταγμένες, ενώ το κεντρικό τετράγωνο στεγαζόταν με τρούλο. Το δάπεδο ήταν υπερυψωμένο και η πρόσβαση γινόταν με μνημειακή κλίμακα.
                Η θέση του μνημείου στην περιοχή της Μέσης, του Αυγουσταίου και της Αγίας Σοφίας συνηγορούν για τη σημασία του στη ζωή της πόλης. Το ίδιο και η πληθώρα αγαλμάτων που το κοσμούσαν, σύμφωνα με τις πηγές. Ήδη κατά το πρώτο μισό του 4ου αιώνα το κτήριο το κοσμούσαν αγάλματα της Τύχης, του Κωνσταντίνου και της Ελένης με το σταυρό ανάμεσά τους, ανδριάντες των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Αδριανού έφιππων, καθώς και του Θεοδοσίου Β΄.
                Τον 6ο αιώνα ο Ιουστινιανός Α΄ τοποθέτησε εκεί ένα ηλιακό ρολόι, ενώ επί Ιουστίνου Β΄ (565-578) κατασκευάστηκαν αγάλματα της συζύγου του Σοφίας, της κόρης του Αραβίας και της ανιψιάς του Ελένης.
            Στο πρώτο μισό του 8ου αιώνα, και ενώ ήδη το μνημείο κοσμούνταν με ψηφιδωτές παραστάσεις των έξι Οικουμενικών Συνόδων, ο αυτοκράτορας Βαρδάνης Φιλιππικός, οπαδός του μονοθελητισμού ο ίδιος, για να αντιταχθεί στην απόφαση της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που καταδίκαζε το μονοθελητισμό, εξέδωσε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο μόνο οι πέντε πρώτες Οικουμενικές Σύνοδοι επρόκειτο να αναπαρασταθούν στις αψίδες του Μιλίου. Η παράσταση της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου καταστράφηκε και τη θέση της κατέλαβε ψηφιδωτό με τον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη Σέργιο. Ο διάδοχος του Βαρδάνη Αναστάσιος Β΄ πρόσθεσε εκ νέου ψηφιδωτή παράσταση της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου, όμως αργότερα ο Κωνσταντίνος Ε΄ αντικατέστησε και πάλι το ψηφιδωτό με παράσταση αρματοδρομίας του ευνοούμενού του αρματοδρόμου Ουρανικού.
                  Το Μίλιον αποτελούσε κομβικό σημείο μέσα στη βασιλεύουσα, από το οποίο περνούσε καθημερινά μεγάλο πλήθος. Αποτελούσε εθιμοτυπικό σταθμό πολλών αυτοκρατορικών πομπών, το σημείο όπου ο αυτοκράτορας δεχόταν τις τιμές των Βενέτων ή των Λευκών.
               Λόγω της θέσης του αλλά και της κατασκευής του φαίνεται ότι μπορούσε να αποτελέσει ορμητήριο σε περιόδους στάσεων, αυτό συνέβη τον 6ο αιώνα, στη στάση του Νίκα, και στο τέλος του 11ου αιώνα, οπότε διεξήχθησαν εκεί συγκρούσεις μεταξύ του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη και του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού.
               Στη μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε την πόλη το 1204 κατά τη διάρκεια της άλωσης από τους Σταυροφόρους, το Μίλιον παραδόθηκε στις φλόγες. Στο τέλος του 13ου αιώνα με αυτοκρατορικό διάταγμα η περιοχή πέρασε στη δικαιοδοσία της Αγίας Σοφίας.
              Το Μίλιον δε φαίνεται ότι προσέλκυε πλέον την προσοχή των προσκυνητών και των ταξιδιωτών που επισκέπτονταν την Κωνσταντινούπολη. Στις αρχές του 15ου αιώνα, ο Buondelmondi απλώς υπαινίσσεται την ύπαρξη του μνημείου, ενώ το 16ο αιώνα ο Pierre Gylles αναφέρεται στο Μίλιον σαν να επρόκειτο για ένα μνημείο που είχε πλέον χαθεί.
               Για το τέλος του μνημείου δεν είναι τίποτα γνωστό. Στις ανασκαφές του 1967-1968 ήρθαν στο φως θεμέλια τοίχου κι ένας μαρμάρινος κίονας με τη βάση του, που όμως δεν επιτρέπουν να γίνει μια συνολική αποκατάσταση της εικόνας του κτίσματος.

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Το Πρωτάτο του Αγίου Όρους

                
 
 
                    H  πολίχνη των Καρυών  είναι  η πρωτεύουσα της μοναστικής πολιτείας του Αγίου Όρους . Όλα τα κτίσματα που υπάρχουν στις Καρυές ανήκουν στις είκοσι μονές.
                  Στο κέντρο του οικισμού βρίσκεται ο περίφημος ναός του Πρωτάτου, που ονομάστηκε έτσι διότι αποτελεί την έδρα του Πρωτεπιστάτη (Πρώτου). O ναός αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι ο αρχαιότερος όλων των καθολικών του Αγίου Όρους. Στην αρχική του μορφή, η οποία ανάγεται στον 10ο αιώνα, ήταν τρίκλιτη βασιλική με υπερυψωμένο φωταγωγό. Η σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα διαδοχικών επεμβάσεων και ανακαινίσεων, με σπουδαιότερη αυτήν του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη (πριν τα μέσα του 10ου αιώνα). Τυπολογικά ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος, διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους "χορούς".
                 Στο ναό του Πρωτάτου διασώζεται ένα εξαιρετικό σύνολο τοιχογραφιών αντιπροσωπευτικό της άνθησης της μνημειακής ζωγραφικής που παρατηρείται στο Όρος στο τέλος του 13ου και στις αρχές του 14ου. Στις επιφάνειες των τοίχων του ναού η διακόσμηση διατάσσεται σε τέσσερις επάλληλες ζώνες. Στην ανώτερη και κατώτερη ζώνη παριστάνονται ολόσωμες μορφές προπατόρων, προφητών και στρατιωτικών αγίων. Στις δύο ενδιάμεσες και πλατύτερες ζώνες απεικονίζονται, χωρίς διαχωριστικές ταινίες αναμεσά τους, ευαγγελικές σκηνές και σκηνές από το βίο της Θεοτόκου. Μεταξύ αυτών των σκηνών παρεμβάλλονται οι Ευαγγελιστές. Τοιχογραφημένες εικόνες της Ένθρονης Θεοτόκου και του Ένθρονου Χριστού κοσμούν τα δύο μεγάλα προσκυνητάρια μπροστά από το ιερό. Στο ιερό βήμα παριστάνονται κυρίως αγιορείτες άγιοι. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του Πρωτάτου, ο οποίος εκτελέσθηκε πιθανότατα κατά την πρώτη πατριαρχία του Αθανασίου Α' (1289-93, 1305-10), αποδίδεται σύμφωνα με την Ερμηνεία της ζωγραφικής Τέχνης του Διονυσίου εκ Φουρνά του 18ου αι. στον μυθικό ζωγράφο Μανουήλ Πανσέληνο από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος είναι άγνωστος από άλλες πηγές. Η συγγένεια των τοιχογραφιών του Πρωτάτου με τις τοιχογραφίες του παρεκκλησίου του Αγίου Ευθυμίου στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου, οι οποίες χρονολογούνται στα 1303, ενισχύουν την απόδοση τους σε καλλιτεχνικό εργαστήριο της Θεσσαλονίκης.
                  Το μαρμάρινο τέμπλο του ναού χρονολογείται στο 10ο αι. και διατηρεί τον τύπο των παλαιών χαμηλών βυζαντινών τέμπλων. Μέσα στο ιερό βήμα φυλάσσεται η θαυματουργή βυζαντινή εικόνα της Παναγίας, το «Άξιόν Εστι», που αποτελεί την κοινή εφέστια εικόνα ολόκληρου του Αγίου Όρους.
                  Στο ναό διαμορφώνονται δύο νάρθηκες, ένας στα δυτικά και ένας στα βόρεια, όπου υπάρχει ένα κενοτάφιο, το οποίο θυμίζει τη σφαγή των μοναχών από τους Καταλανούς πειρατές στις αρχές του 14ου αι. Τέλος, στα ανατολικά του ναού υψώνεται το κωδωνοστάσιο, που χτίστηκε στα μέσα του 16ου αι. από τον Πρώτο Σεραφείμ και επισκευάστηκε αργότερα. (*)
                  Εκτός από το ναό του Πρωτάτου, στις Καρυές βρίσκονται το κελλί του Ραβδούχου με τοιχογραφίες του 12ου αιώνα, καθώς επίσης και το μεταβυζαντινό κελλί του Διονυσίου εκ Φουρνά. Γνωστή είναι επίσης και η Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, όπου βρίσκεται ο μεγαλοπρεπής ναός του, ο μεγαλύτερος των Βαλκανίων κατά το 19ο αιώνα.
                 Στις Καρυές εδρεύει η Ιερά Κοινότητα, η πλούσια βιβλιοθήκη της οποίας συμπεριλαμβάνει 117 χειρόγραφους κώδικες, από τους οποίους οι 47 είναι περγαμηνοί, και μεγάλο αριθμό εντύπων βιβλίων. Στο αρχειοφυλάκιο του Πρωτάτου φυλάσσεται το πρώτο Τυπικό του Αγίου Όρους, ο λεγόμενος «Τράγος» (972), με το οποίο εισάγεται επίσημα το κοινοβιακό σύστημα στο Άγιο Όρος και το οποίο διασώζει την ιδίοχειρη υπογραφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή .
 
Πηγές -- Σελίδα του υπουργείου πολιτισμού, εγκυκλοπαίδεια << Μαλλιάρης Παιδεία >>


H Ανώτατη Εκπαίδευση στο Βυζάντιο του Λεωνίδα Ν. Λυμπέρη

 
 
 
 
                                                       Η Ανώτερη Εκπαίδευση          

              Την ανώτερη εκπαίδευση την παρείχαν ρήτορες ή σοφιστές αλλά μόνο στις μεγάλες πόλεις. Ο ρήτορας ή σοφιστής κατείχε μια καθιερωμένη έδρα και διοριζόταν από την τοπική βουλή, απ’ όπου και αμειβόταν, ή εργαζόταν ιδιωτικά και ζούσε από τα δίδακτρα. Οι περισσότεροι σπουδαστές προέρχονταν από ευκατάστατες οικογένειες, αφού οι νέοι που επεδίωκαν να σπουδάσουν έπρεπε να ταξιδέψουν πολύ και να δαπανήσουν πολλά χρήματα γι’ αυτόν το σκοπό (Mango C., 1988).
            Ο κύκλος σπουδών στην ανώτερη εκπαίδευση διαρκούσε περίπου πέντε χρόνια. Κύρια αντικείμενα της ανώτερης εκπαίδευσης αποτελούσαν η Ρητορική καθώς και η Φιλοσοφία που περιλάμβανε αυτό που σήμερα ονομάζουμε θετικές επιστήμες.
               Πολλές πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πριν ακόμη ιδρυθεί το πρώτο Πανεπιστήμιο στην Κωνσταντινούπολη, ήταν φημισμένες για τις ανώτερες σχολές τους, όπως η Αθήνα για την Ακαδημία της, που υπήρξε σπουδαία Φιλοσοφική σχολή, η Αλεξάνδρεια για το Μουσείο της, όπου διδάσκονταν η Φιλοσοφία, τα Μαθηματικά και η Ιατρική, η Πέργαμος για την Ιατρική της κ.λ.π. Αξιόλογα πνευματικά κέντρα υπήρχαν επίσης στη Συρία, όπως η Βηρυτός με την περίφημη Νομική σχολή, που ο μέγας ρήτορας Λιβάνιος την ονόμαζε «Μητέρα των Νόμων», η Αντιόχεια και η Έδεσσα με τις Θεολογικές σχολές και η Γάζα της Παλαιστίνης με τη φημισμένη σχολή Ρητόρων και Ποιητών, που συνέβαλαν ιδιαίτερα στην πρόοδο της σκέψης και της φιλολογίας της εποχής εκείνης.
              Η Πατριαρχική Σχολή και το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, το Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας και η ίδρυση τρίτου Πανεπιστημίου στην Κωνσταντινούπολη φανερώνουν ακόμη την πνευματική άνθηση του Βυζαντίου.
           Το «Πανδιδακτήριο» της Κωνσταντινούπολης ήταν το πρώτο κρατικό Πανεπιστήμιο. Το ίδρυσε το έτος 425, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄ ο Μικρός. Στο Πανδιδακτήριο διδάσκονταν η φιλολογία, η ρητορική και το ρωμαϊκό δίκαιο, η γραμματική και η φιλοσοφία, όχι όμως και η Θεολογία, η οποία διδασκόταν στην Πατριαρχική Σχολή.
             Το Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας ήταν το πνευματικό ίδρυμα που πήρε το όνομά του από τα ανάκτορα της Μαγναύρας, όπου εγκαταστάθηκε. Σπουδαίες πνευματικές μορφές της εποχής συνδέθηκαν με το ίδρυμα αυτό, όπως ο Λέων ο μαθηματικός και φιλόσοφος, που διετέλεσε διευθυντής του, ο Πατριάρχης Φώτιος που -πιθανότατα- δίδαξε εκεί και ο Κωνσταντίνος Κύριλλος -απόστολος των Σλάβων.
                                                      
                                                             Η πνευματική ζωή
 
             Η πνευματική ζωή του Βυζαντίου έφτασε στο απόγειό της από τον 9ο μέχρι τον 12ο αιώνα. Μερικοί από τους πολυμαθέστατους και δραστήριους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής εκείνης ήταν: Ο Πατριάρχης Φώτιος, ο οποίος συγκέντρωσε τα 279 ελληνικά χειρόγραφα της Βιβλιοθήκης του. Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος πρωτεργάτες στον εκχριστιανισμό και στον πολιτισμικό εκβυζαντινισμό των Σλάβων (Γλύκατζη-Αλβελέρ Ε.,2009). Ο θείος και υπουργός τού Μιχαήλ Γ’, ο καίσαρ Βάρδας, ο οποίος ίδρυσε ένα νέο κρατικό πανεπιστήμιο στη Μαγναύρα. Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος, επί του οποίου η αυλή ήταν σχεδόν μια ακαδημία, όπου όλοι μελετούσαν ιστορία. Ο λόγιος αυτός βασιλέας, συνεχίζοντας με ζήλο την πολιτιστική παράδοση αναδιοργάνωσε το Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας, ανακαίνισε το Πανδιδακτήριο και προσέφερε υλική και ηθική ενίσχυση σε διδάσκοντες και σπουδαστές. Ο Μιχαήλ Ψελλός, ο οποίος πέρα από τη μελέτη του Πλάτωνα, πρωτοτύπησε στη μελέτη της ανθρώπινης φύσης και τους κανόνες της επικοινωνίας (Angold M., 1997). Ο Αρέθας «ο Πατρεύς» (γεννήθηκε μετά τα μέσα του 9ου αιώνα) διέσωσε πολλά έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.
              Ένας από τους πιο μεγάλους δασκάλους και ο γνωστότερος ίσως μαθηματικός του Βυζαντίου ήταν ο Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός. Οι επιδόσεις του στην Άλγεβρα θεωρούνται ακόμη και σήμερα πρωτοποριακές. Υπό τη διεύθυνσή του λειτούργησε το Πανδιδακτήριο, εγκατεστημένο στο ανάκτορο της Μαγναύρας και ο ίδιος δίδαξε σ’ αυτό την τετρακτύ. Στον Λέοντα οφείλεται, ανάμεσα στ’ άλλα, μία από τις σημαντικότερες επινοήσεις της βυζαντινής εποχής, ο οπτικός τηλέγραφος. Ο Λέων κατασκεύασε δύο τέλεια συγχρονισμένα ρολόγια. Τοποθέτησε το ένα στο φρούριο του Λούλου, κοντά στην Ταρσό, και το άλλο στο ηλιακόν του Φάρου, στην Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσα στα δύο ρολόγια υπήρχε μια σειρά από επτά φρυκτωρίες, δηλαδή πύργους όπου άναβαν φωτιές. Όλο το σύστημα αποτελούσε έναν οπτικό τηλέγραφο, που μπορούσε να μεταδώσει δώδεκα διαφορετικά μηνύματα, τα οποία αντιστοιχούσαν σε κάθε ώρα του ρολογιού. Για παράδειγμα, ώρα δώδεκα = αραβική επίθεση, ώρα μία = πυρκαγιά κλπ. Έτσι, αν γινόταν αραβική επίθεση στα σύνορα της Κιλικίας, η πρώτη φρυκτωρία άναβε στις δώδεκα ακριβώς και, χάρη στον τέλειο συγχρονισμό που είχε επινοήσει ο Λέων, το μήνυμα έφτανε σε μία ώρα στο παλάτι.
                              
 
                                                    Συμπεράσματα
              
                 Η Βυζαντινή αυτοκρατορία στάθηκε για μια ολόκληρη χιλιετία το σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Στα μεγάλα πνευματικά κέντρα της (Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Αθήνα, Θεσσαλονίκη…), οι μαθητές και οι σπουδαστές μελετούσαν, κοντά σε ονομαστούς δασκάλους, την ελληνική γραμματεία, αντιγράφοντας και σχολιάζοντας έργα που έτσι διασώθηκαν και παραδόθηκαν έως εμάς. Τα έργα της αρχαίας Ελλάδας, η παράδοση των αρχαίων Ελλήνων, διασώθηκαν και έφτασαν ως τη νεώτερη Ευρώπη, την Ευρώπη της Αναγέννησης, βασικά μέσω του Βυζαντίου. Αυτό οφείλεται κατά πολύ στη γλωσσική συνέχεια, αλλά και στην αδιάλειπτη δράση των αντιγραφέων, βιβλιοθηκάριων, φιλολόγων και συγγραφέων του Βυζαντίου. Χωρίς αυτούς δεν θα μας είχαν απομείνει παρά ίχνη ελάχιστα μιας απέραντης κληρονομιάς. Βέβαια υπήρξαν κι άλλοι όπως μωαμεθανοί λόγιοι, Σύριοι, Ιρανοί, Αρμένιοι, Γεωργιανοί, οι οποίοι μετέφρασαν αρχαία ελληνικά κείμενα κι έκαναν έτσι να φτάσουν ως τη Δύση κάποια σημαντικά κείμενα, που μόνο απ’ τις μεταφράσεις τους είναι γνωστά.
            Πέρα από το μεγάλο επίτευγμά τους να διασώσουν την κλασική κληρονομιά, οι Βυζαντινοί προσέφεραν στον πολιτισμό μας, στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, μεγάλο αριθμό έργων, τα πιο πολλά θρησκευτικά, που εξακολουθούν ν’ αναγνωρίζονται σαν ακρογωνιαίοι λίθοι της ευρωπαϊκής σκέψης.
 
                    Αναδημοσίευση απο τα <<ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ>> τεύχος 107-108


Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

H βυζαντινή πριγκίπισσα της Γερμανίας Θεοφανώ

        


                Η ιστορία των σχέσεων και της αλληλεπίδρασης των δύο λαών ξεκινά από πολύ παλιά. Μαρτυρίες έχουμε ήδη από τα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (330-1453), όπου η προσπάθεια προσέγγισης μεταξύ Ανατολής και Δύσης κορυφώθηκε με το γάμο του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα ΙΙ. και της Ελληνίδας πριγκίπισσας Θεοφανώς από την Κωνσταντινούπολη στις 14. Απριλίου 972, στο Ναό του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη.
             O Ιωάννης Τσιμισκής για πολιτικούς – στρατιωτικούς λόγους, για να πολεμήσει απερίσπαστος τους Άραβες, έκλεισε ειρήνη με τον Όθωνα της Γερμανίας, στέλνοντάς του ως νύφη, για το γιο του, την ανιψιά του Θεοφανώ. Από την άλλη, οι Γερμανοι και ο Όθων επιδίωκαν το διπλωματικό αυτό γάμο για να ενισχύσουν την αυτοκρατοριή τους ισχύ.
               Η Θεοφανώ ενδυνάμωσε και προώθησε τις πολιτικές και πολιτισμικές σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών και άσκησε μεγάλη επιρροή στην τέχνη, στη νομοθεσία αλλά και στην πολιτική της τότε γερμανικής οθωνικής αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας της πολλοί Έλληνες, άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων αλλά και έμποροι, εγκαταστάθηκαν στην Κολωνία και μετέδωσαν στοιχεία του βυζαντινού πολιτισμού. Η δυτική πλευρά στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα στην Κολωνία κτίστηκε κατόπιν δική της εντολής. Εκεί βρίσκεται σύμφωνα με τη θέλησή της ο τάφος της από ελληνικό άσπρο μάρμαρο. Η ίδια έφερε στη Γερμανία τη λατρεία του Αγ. Νικολάου.
              Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον προώθησε η Θεοφανώ τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και έφερε ως δάσκαλο των Ελληνικών τον ποιητή Μιχαήλ Μασάφρα από τον Τάραντα της σημερινής Σικελίας.Από το γάμο Θεοφανούς – Όθωνος Β’ εγεννήθη ο Όθων Γ’, ο οποίος λόγω θανάτου του πατέρα του ανήλθε στο θρόνο σε ηλικία 3 ετών μόλις, με Αντιβασίλισσα τη μητέρα του, που ουσιαστικά κυβέρνησε τη Γερμανία (972 – 983), την οποία στο μέτρο του δυνατού εκπολίτισε, όπως παραδέχεται ο Γερμανός ιστορικός Φ. Σλόσσερ.
             



Βυζαντινό ψηφιδωτό στο Ισραήλ

           
 
 
 
 
             Ενα εξαιρετικό ψηφιδωτό από τη βυζαντινή εποχή ανακαλύφθηκε στο Κιμπούτζ Μπετ Κάμα στο νότιο Ισραήλ, όπως ανακοίνωσε η Ισραηλινή Αρχή Αρχαιοτήτων (ΙΑΑ). Οι αρχαιολόγοι υπολογίζουν ότι πρόκειται για πάτωμα δημόσιου κτιρίου ηλικίας περίπου 1.500 ετών.
             Το μωσαϊκό ανακαλύφθηκε όταν το Ισραήλ σχεδίαζε την επέκταση της εθνικής οδού. Μια έρευνα της προτεινόμενης διαδρομής αποκάλυψε τα ερείπια ενός βυζαντινού χωριού, στα ευρήματα του οποίου συγκαταλέγεται και το ψηφιδωτό δάπεδο.
           Το ψηφιδωτό ανήκει στο δάπεδο ενός κτιρίου του οποίου το εμβαδό υπολογίζεται 12 x 7 μέτρα, ενώ λαμβάνοντας υπόψιν το μέγεθος τα διακοσμητικά στοιχεία, η ανασκαφική ομάδα του ΙΑΑ πιστεύει ότι επρόκειτο για δημόσιο κτίριο.
           Το μωσαϊκό αποτελείται από τρεις κύκλους εγγεγραμμένους σε τετράγωνα και γεμάτους με γεωμετρικά σχήματα. Τα άκρα από αυτά τα σχήματα διακοσμημένα με περιστέρια, πέρδικες, εσπεριδοειδή και αμφορείς κρασιού.
 
            «Η ανακάλυψη αυτού του ψηφιδωτού είναι εξαιρετική. Το μέγεθος και η κατάσταση στην οποία βρέθηκε το καθιστούν μοναδικό» δήλωσε η Νταβίντα Εϊζενμπεργκ Ντέγκεν αρχαιολόγος του ΙΑΑ.
 
          Τα βυζαντινά ψηφιδωτά ανέκαθεν ξεχώριζαν για τη λεπτομέρεια και την ομορφιά τους. Μερικά από τα πιο διάσημα βυζαντινά ψηφιδωτά βρίσκονται στη Ραβέννα της Ιταλίας, η οποία ήταν η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής και στη συνέχεια Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για 350 χρόνια.
 
             Η περιοχή του σύγχρονου Ισραήλ, όπου το ψηφιδωτό βρέθηκε ήταν υπό βυζαντινή διοίκηση από τα μέσα του 4ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 7ου αι. «Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, η Παλαιστίνη βίωσε τη μεγαλύτερη ευημερία και την πιο εκτεταμένη αστικοποίηση μέχρι τον εικοστό αιώνα» δήλωσε ο Κλάιτον Μάιλς Λέχμαν, Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Ντακότα.
 
                            Πηγή: The Archaeology News Network



Βυζάντιο και Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ)

        
Αυτό το νέο νόμισμα που έκοψε ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός (στο θρόνο από το 1081 έως το 1118 μ.Χ.), έσωσε την βυζαντινή αυτοκρατορία από την οικονομική καταστροφή
 

Πίτερ Φράνκοπαν: «Στο Βυζάντιο ο Βαν Ρομπάι ήταν ένας ευνούχος»

Ο σπουδαίος ιστορικός της Οξφόρδης το συγκρίνει με την ΕΕ
 
 
           Σύγκριση της βυζαντινής αυτοκρατορίας με την  E.E. αποπειράται ο καθηγητής Ιστορίας και διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Οξφόρδης Πίτερ Φράνκοπαν, σε άρθρο του στην εφημερίδα Guardian.
           Ο Βρετανός πανεπιστημιακός υποστηρίζει ότι η ΕΕ θα μπορούσε να πάρει σημαντικά μαθήματα από μία από τις ελάχιστες πολυεθνικές κρατικές δομές που άντεξαν περισσότερο από μία χιλιετία (από το 330 έως το 1453μ.Χ.).
          «Η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν μια πολύγλωσση, πολυεθνική κοινοπολιτεία που εκτεινόταν σε διαφορετικά κλίματα και ποικίλες τοπικές οικονομίες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά διέθετε και κοινό νόμισμα, η αξία του οποίου δεν κυμαινόταν ανά τους αιώνες.  Σε αντίθεση με την ΕΕ, το Βυζάντιο δεν κατατρυχόταν από ανεπάρκεια και ανακολουθία σε ό,τι αφορά τη συλλογή φόρων και δεν υπήρχε πιο ελκυστική περιοχή για να τοποθετήσει κανείς τα κέρδη του υπονομεύοντας έτσι τη δομή της αυτοκρατορίας. Η βυζαντινή διακυβέρνηση ήταν λιτή, απλή και αποτελεσματική», γράφει ο βρετανός ιστορικός.

           Και τονίζει: «Δεν αμφισβητείτο το γεγονός ότι διαφορετικά τμήματα της αυτοκρατορίας μπορούσαν να έχουν διαφορετικούς κανονισμούς ή φορολογικά συστήματα. Για να λειτουργήσει το κράτος με κοινό νόμισμα έπρεπε να υπάρχει δημοσιονομική, οικονομική και πολιτική ένωση, οι φόροι έπρεπε να καταβάλλονται από την περιφέρεια προς το κέντρο και ήταν απολύτως κατανοητό ότι τα έσοδα έπρεπε να εκτρέπονται από τις πλούσιες περιοχές σε εκείνες που είχαν λιγότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές, ακόμη κι αν αυτό δεν χαροποιούσε τους πάντες».

           Ο βρετανός ιστορικός υποστηρίζει ότι οι σημερινοί ιθύνοντες των Βρυξελλών θα μπορούσαν να διδαχτούν από τον τρόπο με τον οποίο το Βυζάντιο αντιμετώπισε μια χρόνια ύφεση, «η οποία επήλθε από τον ίδιο θανατηφόρο συνδυασμό που γονάτισε τις σημερινές δυτικές οικονομίες. Τη δεκαετία του 1070 μ.Χ., τα κυβερνητικά έσοδα κατέρρευσαν, ενώ τα έξοδα συνέχιζαν να αυξάνονται για υπηρεσίες κρίσιμης σημασίας όπως ο στρατός. Όλα αυτά επιδεινώθηκαν από μια χρόνια κρίση ρευστότητας. Κανένα έλεος δεν επιφυλάχθηκε για τους υπαίτιους της κρίσης.
          Ο Χέρμαν Βαν Ρομπάι της εποχής, ένας ευνούχος ονόματι Νικηφορίδης λιντσαρίστηκε από πολίτες εξαγριωμένους με την αύξηση των τιμών και την πτώση της ποιότητας ζωής. Άλλοι απομακρύνθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από τα πόστα τους».
Οι πολιτικές που είχαν υιοθετηθεί αποδείχτηκαν καταστροφικές, καθώς δεν έλυσαν κανένα πρόβλημα. Σε αυτές συμπεριλαμβανόταν η υποβάθμιση του νομίσματος κόβοντας νομίσματα και μειώνοντας το ποσοστό πολύτιμου μετάλλου. Καθώς η κατάσταση χειροτέρευε, ήταν όλα για ξεκαθάρισμα της παλαιάς φρουράς. Εισήχθη νέο αίμα και μαζί με αυτό και ριζοσπαστικές ιδέες. Η λύση ήταν τριμερής.
          Πρώτον, το νόμισμα βγήκε από την κυκλοφορία και αντικαταστάθηκε από νέες υποδιαιρέσεις που αποτελούσαν δίκαιη αντανάκλαση της πραγματικής αξίας.
           Δεύτερον, το φορολογικό σύστημα μεταρρυθμίστηκε, με την αρχή του ποιος είχε τι στην κατοχή να αποτελεί ως κριτήριο για αύξηση των κρατικών εσόδων.
         Τέλος, ήρθησαν οι εμπορικοί φραγμοί για να ενθαρρυνθούν όσοι διέθεταν ξένο κεφάλαιο να επενδύσουν φθηνότερα και ευκολότερα από ό,τι στο παρελθόν - όχι αποκτώντας ακίνητα, αλλά ειδικά για το εμπόριο. Τέτοια ήταν τα προβλήματα της αυτοκρατορίας που οι εμπορικοί δασμοί έπεσαν στο σημείο που οι ξένοι επενδυτές μπορούσαν να έχουν μεγαλύτερο κέρδος από τους ντόπιους, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ώστε να τονωθεί η οικονομία.

          Το σχέδιο πέτυχε. «Και μάλιστα δεν ήταν τόσο επώδυνο όσο πολλοί φοβούνταν και ανένηψε έναν ασθενή που υπέφερε από οικονομική ανακοπή. Ο ηγέτης που ανοικοδόμησε εξαρχής το Βυζάντιο ήταν ο Αλέξιος Κομνηνός (στο θρόνο από το 1081 έως το 1118 μ.Χ.), όμως πλήρωσε το τίμημα για τις μεταρρυθμίσεις του. μισητός όσος ζούσε για τις σκληρές αποφάσεις που πήρε, οι ιστορικοί τον αγνοούσαν επί αιώνες. Σήμερα πρέπει να ψάξουμε για κάποιον που να μπορεί να σηκώσει ένα αντίστοιχο βαρύ φορτίο», καταλήγει ο Φράνκοπαν.
 
                                                   Αναδημοσίευση απο το <<Βήμα>>



Βυζαντινή Αθήνα— Μονή Καισαριανής

 
           

 
 
 
 
              Η Μονή Καισαριανής είναι μεσαιωνική εκκλησία στην Αττική. Bρίσκεται σε υψόμετρο 350μ περίπου, στο αισθητικό δάσος Υμηττού. Είναι σχετικά κοντά στην κατοικημένη περιοχή (περίπου 2-3 χλμ) και η πρόσβαση από την Καισαριανή μπορεί να γίνει ακόμη και με τα πόδια.
              Λίγο πιο πάνω από το σημείο αυτό η τοποθεσία στην αρχαιότητα ήταν αφιερωμένη στην Αφροδίτη και ονομαζόταν «Κυλλού Πήρα», σήμερα κοινώς «Καλλοπούλα». Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ιδρύθηκε Χριστιανικός ναός κοντά στην πηγή, του οποίου τα δομικά υλικά αργότερα χρησιμοποιήθηκαν στα μεταγενέστερα γύρω κτήρια. Ο σημερινός ναός κτίστηκε τον 11ο αιώνα, και είναι αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου. Στις πηγές αναφέρεται ακόμα ως Κυριανή ή Σάνκτα Συργιανή.  Γύρω από το ναό αυτό αναπτύχθηκε η περιοχή, η οποία σήμερα ονομάζεται Καισαριανή.
               Για πρώτη φορά η Καισαριανή αναφέρεται σε επιστολή του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου στις αρχές του 13ου αιώνα. Οι πιο γνωστές εκδοχές  για το όνομα << Καισαριανή>είναι οι εξής:  από κάποιον ηγούμενο Καισάριο, που λέγεται ότι είναι ο ιδρυτής της μονής, από την εικόνα της Θεοτόκου, που μεταφέρθηκε από την Καισάρεια, από κάποιον Καίσαρα που ανακαίνισε την εκκλησία κατά τη Βυζαντινή περίοδο, από τη Συριανή, την κόρη του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού, καθώς λέγεται ότι στην περιοχή υπήρχε ναός που τελούνταν μυστήρια, όπως τα Ελευσίνια, τα οποία ονομάζονταν Σαισάρια.
              Υπάρχει, τέλος, και η εκδοχή της παραφοράς του ονόματος, ο λαός που έκανε τον περίπατό του εκεί (σεργιανούσε) ονόμασε και την περιοχή σεργιάνι (περίπατος) και η ονομασία αυτή μεταβλήθηκε σε Σεργιανή, Συριανή και Καισαριανή. Το γεγονός, πάντως, είναι ότι στις αρχές του 13ου αι. στα γραπτά κείμενα η περιοχή αναφέρεται Συριανή αλλά και Καισαριανή. Με την ίδια ονομασία βρίσκουμε την περιοχή και σ' ένα μεταγενέστερο λαϊκό δίστιχο: "Στη Συριανή σεργιάνι και στην Πεντέλη μέλι και στο Δαφνί κρύο νερό που πίνουν οι αγγέλοι".

               Ο κύριος ναός, αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου,  πρέπει να οικοδομήθηκε στα τέλη του 11ου αι. μ.Χ. ή στις αρχές του 12ου, είναι τύπου εγγεγραμμένου τετρακιόνιου σύνθετου σταυροειδούς με τρούλο. Ο νάρθηκας του ναού προστέθηκε, προφανώς την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως και το παρεκκλήσιο του Αγ. Αντωνίου, στη νότια πλευρά του ναού. Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ναού, οι οποίες χρονολογούνται περίπου το 1700 και έχουν ως πρότυπο την κρητική ζωγραφική και τη ζωγραφική του Άγιου Όρους.
             Το μοναστηριακό συγκρότημα περιβάλλεται από υψηλό περίβολο, με δύο πύλες, ανατολικά και δυτικά. Έξω από την ανατολική πύλη υπάρχει η πηγή του Κριού ή Κοτς Μπασί, ονομασία που οφείλεται στην αρχαϊκή υδρορρόη, που αποδίδει κεφάλι κριού.
             Από τη βυζαντινή περίοδο διατηρούνται το καθολικό, δηλαδή ο κυρίως ναός, και ο λουτρώνας που ανάγονται στα τέλη του 11ου-αρχές 12ου αι.
              Η παλαιότερη σωζόμενη τοιχογραφία με μορφή Θεοτόκου Δεομένης, 14ου αι., βρίσκεται εξωτερικά του καθολικού και είναι ορατή από το εσωτερικό του παρεκκλησίου.
            Ο λουτρώνας της μονής, νότια του καθολικού, είναι τρουλλαίος, κτισμένος με πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Στους μεταβυζαντινούς χρόνους ενσωματώθηκε σε ένα κτιριακό σύμπλεγμα διαφόρων κατασκευαστικών φάσεων και τμήμα του λειτούργησε ως ελαιοτριβείο. Δυτικά του καθολικού βρίσκεται το μεταβυζαντινό συγκρότημα της τράπεζας, ενώ στη θέση του, ακολουθώντας τον ίδιο άξονα, έχουν βρεθεί και ίχνη παλαιότερης τράπεζας.
            Τα μεταβυζαντινά κελλιά, χώροι διαμονής των μοναχών, αναπτύσσονται στη νότια πλευρά του περιβόλου. Διαμορφώνεται μία κύρια, διώροφη σήμερα, πτέρυγα που διαχωρίζεται από τριώροφο κτίσμα, γνωστό ως Πύργος των Μπενιζέλων.
 
           Το μοναστήρι Καισαριανής είχε πλουσιότατη βιβλιοθήκη και απετέλεσε σημαντικό κέντρο φιλοσοφίας, όπου διδάξαν σημαίνοντες φιλόσοφοι και λόγιοι της εποχής (Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός κ.ά ). H Mονή σταμάτησε τη λειτουργία της (όπως και σχεδόν όλα τα μοναστήρια του Yμηττού) το 1833 με απόφαση της αντιβασιλείας του Oθωνα.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Οι δάσκαλοι, η γραφική ύλη και τα σχολεία στο Βυζάντιο

                                               
Κώδικας
 
 
                                           Γραφική Ύλη και Συγγράμματα
 
                 Τα παιδιά έγραφαν με στύλον ή γραφείον, που είχε μυτερή ακίδα στο ένα άκρο, ώστε τα γράμματα να χαράσσονται εύκολα και πεπλατυσμένη στο άλλο για να σβήνουν. Έγραφαν πάνω σε ξύλινες πινακίδες, τα σχεδάρια, που τις κουβαλούσαν στο μάρσιπο, δηλαδή στην τσάντα τους. Τα μεγαλύτερα παιδιά άρχιζαν να γράφουν πάνω σε μικρά κομμάτια παπύρου με πένα. Ο πάπυρος όμως ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητο υλικό και γι’ αυτό μετά τον 6ο αιώνα, αντικαταστάθηκε σταδιακά από την περγαμηνή, που κατασκευαζόταν από δέρματα μικρών ζώων, ήταν πιο ανθεκτική και η επιφάνειά της ήταν λεία και γυαλιστερή.
               Έγραφαν με ένα ειδικά ξυσμένο καλάμι τον κάλαμον, που το βουτούσαν σε μελάνι, μαύρο συνήθως. Το χαρτί, αν και ήταν από παλιά γνωστό, άρχισε να χρησιμοποιείται, εισαγόμενο από την Κίνα, τον 11ο αιώνα. Από τον 13ο αιώνα μπόρεσαν οι Βυζαντινοί να παράγουν οι ίδιοι όσο χαρτί χρειάζονταν.
            Τα χειρόγραφα τυλίγονταν σε κυλίνδρους μέχρι που εφευρέθηκε το βιβλίον. Τα πρώτα βιβλία λέγονταν κώδικες κι αποτελούνταν από μερικά διπλωμένα φύλλα. Όταν ο αριθμός των διπλωμένων φύλλων ήταν 3 ή 6, τότε λέγονταν τετράδια. Με τη συρραφή πολλών τετραδίων γίνονταν τα βιβλία. Για εξώφυλλα χρησιμοποιούσαν συνήθως πλάκες ξύλινες. Όταν όμως ένα βιβλίο προοριζόταν για λειτουργική χρήση σε μια εκκλησία ή ήταν παραγγελία κάποιου πλουσίου, τότε το εξωτερικό κάλυμμα το έκαναν από κάποιο πολύτιμο υλικό, π.χ. ελεφαντοστό, χρυσάφι ή ασήμι.
            Τα βιβλία ήταν πολύ ακριβά, τα θεωρούσαν μάλιστα είδος πολυτελείας. Ένας τόμος μεσαίου μεγέθους κόστιζε όσο το μισό του ετήσιου εισοδήματος ενός πολύ καλά αμειβόμενου δημοσίου υπαλλήλου. Έτσι οι περισσότεροι δεν αποκτούσαν σε ολόκληρη τη ζωή τους πάνω από είκοσι βιβλία. Γι΄ αυτό συνήθιζαν να δανείζονται τακτικά ο ένας από τον άλλον. Υπήρχαν όμως και μερικοί που είχαν καταφέρει με πολλές θυσίες, να συγκροτήσουν μεγάλες προσωπικές βιβλιοθήκες, όπως ο μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας, η Θεοδώρα Καντακουζηνή καθώς και ο πατριάρχης Φώτιος.
                                                      Τα Βυζαντινά Σχολεία
              Τα σχολεία για τα μεγαλύτερα παιδιά στεγάζονταν σε κτίρια στο κέντρο της πόλης. Ήταν συνήθως μικρά, συχνά χωρίς παράθυρα. Στις αίθουσες υπήρχε «ο διδασκαλικός θρόνος», δηλαδή η έδρα λίγο πιο ψηλά. Δεν υπήρχαν θρανία. Λίγοι τυχεροί κάθονταν σε ξύλινες ψηλές καρέκλες, τις αναβάθρες ή σε σκίμποδες, δηλαδή σκαμνάκια. Οι υπόλοιποι βολεύονταν στο πάτωμα ή χρησιμοποιούσαν κατεργασμένα δέρματα ζώων, τις διφθέρες ή προβιές. Στην αίθουσα υπήρχε το αναλόγιο, πάνω στο οποίο οποθετούσαν τα βιβλία για να τα παίρνουν οι μαθητές και να διαβάζουν. Στους τοίχους διάβαζε κανείς επιγραφές με τους τίτλους όπως: «Θεόν φοβού», «Γονείς τίμα».
               Δεν υπήρχε βέβαια Ωρολόγιο Πρόγραμμα ούτε συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη των μαθημάτων. Αυτό που καθόριζε την αρχή της σχολικής χρονιάς ήταν η δυνατότητα των γονιών να πληρώσουν τα απαραίτητα δίδακτρα, καθώς τα σχολεία ήταν ιδιωτικά και το κόστος τους δυσβάστακτο για τις περισσότερες οικογένειες.
             Αρκετά σχολεία ιδρύθηκαν με αυτοκρατορική πρωτοβουλία. Οι μαθητές ήταν κυρίως ορφανά παιδιά, προερχόμενα μάλιστα από πολλές διαφορετικές εθνότητες της αυτοκρατορίας. Ακόμη κάθε Επισκοπή συντηρούσε δικά της εκκλησιαστικά σχολεία. Επίσης πολλά μοναστήρια, ακολουθώντας τα διδάγματα του Αγίου Βασιλείου, όχι μόνο ίδρυσαν βιβλιοθήκες και εργαστήρια αντιγραφής, αλλά και συντηρούσαν λόγιους μοναχούς που μελετούσαν τα κείμενα των μοναστηριακών βιβλιοθηκών και δίδασκαν τους άλλους μοναχούς.
                 Τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο με τα καθημερινά τους ρούχα. Έτρωγαν εκεί στο διάλειμμα και το μεσημέρι. Το φαγητό τους ήταν ψωμί, τυρί και υχνά παστό ψάρι. Οι μαθητές από τις επαρχίες, που είχαν έρθει στην πρωτεύουσα για να σπουδάσουν, έμεναν στο σχολείο, ενώ οι υπόλοιποι επέστρεφαν το απόγευμα στα σπίτια τους.
                                                                   
                                                          Οι δάσκαλοι
                Τα σχολεία διηύθυναν οι μαΐστορες που δίδασκαν μόνο στις μεγαλύτερες τάξεις. Μια ομάδα προχωρημένων μαθητών αναλάμβανε τη διδασκαλία των μικρότερων τάξεων, πάντα υπό την καθοδήγηση του μαΐστορα. Δάσκαλοι και μαθητές μελετούσαν τα κείμενα, τα αντέγραφαν και τα σχολίαζαν. Οι Βυζαντινοί εκτιμούσαν ιδιαίτερα την αρχαία πνευματική τους κληρονομιά, γι’ αυτό και τη διέσωσαν. Μεταξύ των διδασκόντων υπήρχε αυστηρή ιεραρχία: Πρώτος ήταν ο διδάσκαλος και ακολουθούσε ο παιδευτής. Για να ανέβει κάποιος στην ιεραρχία, έπρεπε να ψηφίσουν όλοι, δάσκαλοι και μαθητές, ενώ το διορισμό υπέγραφε ο ίδιος ο αυτοκράτορας.
            Σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα, «Το εκπαιδευτήριο το διευθύνει ένας δάσκαλος. Γύρω του στέκονται τα παιδιά, απασχολημένα σοβαρά άλλα με ερωτήσεις γραμματικές και άλλα με τη συγγραφή των λεγόμενων σχεδών. Εκεί μπορείς να δεις και Λατίνο να εκπαιδεύεται και Σκύθη να μαθαίνει ελληνικά και Ρωμαίο να μελετά τα συγγράμματα των Ελλήνων και τον αγράμματο Έλληνα να μαθαίνει τα σωστά ελληνικά».
              Ο καλός δάσκαλος φρόντιζε και για τη σταδιοδρομία των μαθητών του μετά την αποφοίτησή τους, κάτι που αποτελούσε την καλύτερη διαφήμιση για ένα σχολείο. Πολλοί νεαροί απόφοιτοι έβρισκαν δουλειά ως υπάλληλοι του κράτους, χάρη στις θερμές συστατικές επιστολές των δασκάλων προς κάποιον αξιωματούχο.
             Παρά το σημαντικό εκπαιδευτικό έργο που προσέφεραν, οι δάσκαλοι δεν έπαιρναν την ανάλογη αμοιβή. Συχνά υποχρεώνονταν να γράφουν επιστολές ζητώντας τα οφειλόμενα ή κατέφευγαν στα δικαστήρια. Το πενιχρό εισόδημα των δασκάλων κάποιες φορές αναλάμβανε να συμπληρώσει το Πατριαρχείο με βοήθημα σε είδος, συνήθως αλεύρι, που ονομαζόταν ευλογία ή αρτίδιον.
             Η παρακολούθηση των μαθημάτων ήταν υποχρεωτική, αλλά φαίνεταιπως και τότε μερικοί μαθητές έκαναν σκασιαρχείο. Μια συνηθισμένη τιμωρία ήταν να μείνουν νηστικοί στο διάλειμμα. Πολύ συχνά έτρωγαν ξύλο. "Ο μη δαρείς ου παιδεύεται" έλεγαν τότε, δηλαδή "Όποιος δε δαρθεί δε μαθαίνει γράμματα". Κάποτε έπαιρναν και αποβολή από το σχολείο και όλα αυτά με την απόλυτη έγκριση των γονιών τους (Baynes N. & Moos H., 1988). Όμως η σχέση δασκάλου – μαθητή ήταν, πάνω απ’ όλα, σχέση αγάπης και σεβασμού.

           Λεωνίδα Ν. Λυμπέρης,    Αναδημοσίευση απο τα <<ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ>> τεύχος 107-108

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

H εγκύκλιος Παιδεία (μέση εκπαίδευση στο Βυζάντιο) του Λεωνίδα Ν. Λυμπέρη

                                                    
χειρόγραφο της Ιλιάδας των αρχών του 6ου αιώνα με σκηνή μάχης Αχαιών και Τρώων. Ως αναγνωστικά χρησιμοποιούσαν τα Ομηρικά έπη και  κυρίως την Ιλιάδα


                                                     Η Εγκύκλιος Εκπαίδευση

            Ο δεύτερος κύκλος, η εγκύκλιος παιδεία αντιστοιχούσε με το σημερινό γυμνάσιο και λύκειο. Παρείχετο κυρίως από ιδιωτικούς δασκάλους, οι οποίοι διατηρούσαν και σχολεία. Διαρκούσε τουλάχιστον τέσσερα χρόνια και χωριζόταν σε δύο κύκλους. Στον πρώτο, περιλαμβάνονταν η γραμματική, η ρητορική και η φιλοσοφία – η τριτύς των μαθημάτων - ενώ στον δεύτερο η αριθμητική, η μουσική, η γεωμετρία και η αστρονομία: η τετρακτύς. Η εκπαιδευτική αυτή αντίληψη ανάγεται στην κλασική Ελλάδα, καθώς και τα επτά αυτά μαθήματα απαριθμούνται ως τα ενδιαφέροντα του σοφιστή Ιππία (τέλη 5ου π.Χ. αιώνα). Αλλά και ο Πλάτων στην Πολιτεία (βιβλίο VI 521), απαριθμεί τις τέσσερις επιστήμες της τετρακτύος. Δηλαδή, γράφει «η φρούρηση της Πόλεως γίνεται από εκείνους που έχουν εκπαιδευτεί πολύ καλά δια της μουσικής, αριθμητικής,
γεωμετρίας και αστρονομίας» (Μιχαήλ Α., 1999).
              Οι σπουδές γύρω από τη Γραμματική βασίζονταν σε παλαιότερα συγγράμματα των Ελλήνων προγόνων ή σε μεταγενέστερες επεξεργασίες αυτών. Την πρώτη θέση κατείχε το εγχειρίδιο «Τέχνη Γραμματική», του γραμματικού Διονυσίου του Θρακός. Έζησε το 2ο αιώνα π.Χ. και το βιβλίο στηριζόταν στις έρευνες των Στωικών στον τομέα της γραμματικής. Το βιβλίο αυτό μάλιστα τον 5ο αιώνα μ.Χ. μεταφράστηκε στα αρμενικά και διασκευάστηκε στη συριακή γλώσσα. Κράτησε τη σημασία και τη θέση του ως σχολικό βιβλίο μέχρι το 18ο αιώνα (Μιχαήλ Α., 1999).
              Η Ρητορική, για την οποία οι Βυζαντινοί είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση, ήταν ένα μάθημα που δίδασκε τη σωστή δομή του λόγου και την καλή και επιδέξια χρήση της γλώσσας. Ήταν απαραίτητη γνώση τόσο για τους κληρικούς, που θα κήρυτταν το θείο λόγο από τον άμβωνα, όσο και για τους πολιτικούς-διπλωμάτες, που θα έπρεπε να πείθουν στις διαπραγματεύσεις τους και τους δικηγόρους, για να είναι πειστικοί στα δικαστήρια.
               Η Φιλοσοφία ήταν το επιστέγασμα της εγκύκλιας μόρφωσης. Σ’ αυτή διδάσκονταν η Λογική, η Ηθική, η Δογματική και η Μεταφυσική. Στη Φιλοσοφία ανήκαν τα Μαθηματικά ή αλλιώς η «Μαθηματική επιστήμη» και η τετρακτύς: η Αριθμητική, η Μουσική, η Γεωμετρία και η Αστρονομία. Η διδασκαλία των Μαθηματικών βασιζόταν στην Αριθμητική του Πυθαγόρα και του Διόφαντου, καθώς και στη Γεωμετρία του Ευκλείδη.
             Επίσης αγαπούσαν ιδιαίτερα την Αστρονομία. Για τη διδασκαλία της χρησιμοποιούσαν τα Φαινόμενα, ένα ποίημα του Aράτου, το οποίο αναφερόταν στους αστερισμούς και στην πρόβλεψη του καιρού. «Άλλες πληροφορίες θα σου δώσει το φεγγάρι σαν έχει σχήμα μισοφέγγαρου και άλλες όταν είναι ολόγιομο. Αν το φεγγάρι είναι λεπτό και διαυγές την τρίτη μέρα του μήνα, τότε θα έχουμε καλό καιρό. Αν όμως είναι λεπτό και κατακόκκινο, τότε θα έχουμε αέρα» (Μαρκόπουλος Θ., 1999).
             Ως αναγνωστικά χρησιμοποιούσαν τα Ομηρικά έπη (Βάλτερ Ζ., 1988), κυρίως την Ιλιάδα (και σήμερα χρησιμοποιείται στο Γυμνάσιο). Η παιδεία τους, κατά το Μέγα Βασίλειο, όφειλε να στηρίζεται στον Όμηρο,τον «διδάσκαλο των αρετών (Ράνσιμαν Σ.,2000)). Και τους άλλους ποιητές τούς διάβαζαν και τούς μάθαιναν, κανένας όμως δεν είχε την ανώτατη αυτή θέση που διατήρησε ως το τέλος ο Όμηρος. Μάθαιναν ακόμη ολόκληρη τη Βίβλο. Τα παιδιά αποστήθιζαν αποσπάσματα ή έγραφαν κείμενα που τους υπαγόρευε ο Γραμματικός, δηλαδή ο δάσκαλος του δευτεροβάθμιου σχολείου, ο οποίος ήταν πιο καταρτισμένος και πιο καλοπληρωμένος (Mango C., 1988).
              Στο πρόγραμμα υπήρχαν μόνιμα οι ίδιες εννέα τραγωδίες, οι αποκαλούμενες και βυζαντινές τραγωδίες, επειδή διδάσκονταν στα βυζαντινά σχολεία: οι Πέρσες, ο Προμηθέας Δεσμώτης και οι Επτά επί Θήβας του Αισχύλου, ο Αίας, η Ηλέκτρα και ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή, η Εκάβη, ο Ορέστης και οι Φοίνισσες του Ευριπίδη. Στην ύλη περιλαμβάνονταν επίσης τρεις κωμωδίες του Αριστοφάνη (Πλούτος, Νεφέλες και Βάτραχοι) καθώς και αποσπάσματα άλλων αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.
              Παράλληλα με τα μαθήματα αυτά έδιναν στο παιδί και θρησκευτική μόρφωση. Τα θρησκευτικά όμως τα δίδασκαν χωριστά και οι δάσκαλοι ήταν κληρικοί.
                                  

                                              Η μόρφωση των γυναικών στο Βυζάντιο

                 Τα σχολεία στο Βυζάντιο δεν ήταν μεικτά, απαγορευόταν να φοιτούν μαζί αγόρια και κορίτσια. Κατά κανόνα τα κορίτσια δεν είχαν την ίδια εκπαίδευση με τα αγόρια, αφού σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς δεν υπήρχαν σχολεία γυναικών. Συνήθως όμως τα κορίτσια, όπως άλλωστε και τα αγόρια των πλουσίων οικογενειών, διδάσκονταν στο σπίτι, από ιδιωτικούς δασκάλους. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πάνε σε Πανεπιστήμιο.
                  Παρ’ όλες αυτές τις δυσκολίες, συναντούμε πολλές φωτισμένες γυναίκες με ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια όπως: Η Υπατία (370-415 μ.Χ.) στην Αλεξάνδρεια, φαινόμενο μοναδικό πανεπιστήμονος γυναίκας, η Πουλχερία, η αδερφή του Θεοδοσίου Β΄, και η σύζυγόςτου Αθηναΐδα-Ευδοκία, κόρη του Αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου (Ε΄ αιώνος), η οποία είχε σπουδάσει όλες τις επιστήμες, έγραφε ποιήματα και έβγαζε λόγους, συνετέλεσε δε και στη σύνταξη των νόμων του, η ποιήτρια Κασσιανή (Θ΄ αιώνα), σπουδαία υμνωδός τηq Ορθόδοξης Εκκλησίας, που η απάντησή της της κόστισε ένα θρόνο, η μεγάλη ιστορικός Άννα η Κομνηνή, συγγραφέας του ιστορικού έργου «Αλεξιάς», όπου περιγράφει την αρχή της βυζαντινής παρακμής και τη γένεση του νεότερου ελληνισμού, ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει τις βαθύτατες σχέσεις του ύστερου Βυζαντίου με την αρχαία ελληνική παράδοση. Ήταν ερασιτέχνης γιατρός που γνώριζε τόσα πολλά για την ιατρική, όσα κι ένας επαγγελματίας γιατρός. Υπήρχαν βέβαια και άλλες γυναίκες με επιστημονική κατάρτιση που εργάζονταν καταξιωμένες δίπλα στους άνδρες συναδέλφους τους.

                    Αναδημοσίευση απο τα <<ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ>> τεύχος 107-108


Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Η εκπαίδευση στα Βυζαντινά χρόνια του Λεωνίδα Ν. Λυμπέρη

 
 
 
 
Η εκπαίδευση στα Βυζαντινά χρόνια. Ο συνδετικός κρίκος του αρχαίου με το νεότερο Ελληνισμό
                                                        Λεωνίδας Ν. Λυμπέρης
1. Εισαγωγή
           Η εργασία μας αυτή έχει ως αντικείμενο την εκπαίδευση στα χρόνια του Βυζαντίου. Η παιδεία και η αγωγή, ο τρόπος δηλαδή διαπαιδαγώγησης των νέων, σχηματοποιούνται πάντα στο πλαίσιο της εκάστοτε πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, αποτελώντας την αντανάκλαση των ιδανικών και των προβληματισμών της.
            Θεωρούμε σημαντικό να μελετήσουμε το βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο λειτούργησε επί έντεκα αιώνες περίπου, κληρονομώντας, όπως είναι φυσικό, την ελληνιστική παράδοση. Το
Βυζάντιο αποτελεί σημαντικό ιστορικό σταθμό στην πορεία του ελληνικού έθνους, καθώς προβάλλεται ως ο συνδετικός κρίκος του αρχαίου με το νεότερο Ελληνισμό, ο οποίος και διατηρεί απαρασάλευτη την ιστορική του συνέχεια. Ακόμη, το Βυζάντιο ελκύει το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημόνων διεθνώς, διότι αποτέλεσε το πιο μακροχρόνιο κέντρο διεθνούς ισχύος κι επιρροής στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού (Παπασωτηρίου, 2000).
            Στο πρώτο μέρος θα αναφερθούμε στην αξία που είχε η μόρφωση στη βυζαντινή κοινωνία και στη φιλοσοφία και στις στοχοθεσίες που επεδίωκαν, μέσα από την εκπαίδευση, το κράτος και η εκκλησία. Στη συνέχεια θα παρακολουθήσουμε τους κύκλους σπουδών στο βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα, παρουσιάζοντας την προπαιδεία (στοιχειώδη εκπαίδευση) και την εγκύκλιο παιδεία (μέση εκπαίδευση). Θα εξετάσουμε ακόμη πώς αντιμετώπιζαν τη μόρφωση των κοριτσιών στο Βυζάντιο και θα παραθέσουμε ονόματα γυναικών που διακρίθηκαν για την ευρύτατη πνευματική τους καλλιέργεια. Θα αναφερθούμε στη συνέχεια στη γραφική ύλη και στα συγγράμματα που χρησιμοποιούσαν.Θα περιγράψουμε τα Βυζαντινά Σχολεία και τον τρόπο λειτουργίας τους.Ακολούθως θα παρουσιάσουμε το πρότυπο του καλού δασκάλου και τις παιδαγωγικές του πρακτικές. Θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια τον τρίτο κύκλο σπουδών στην ανώτερη εκπαίδευση με τις σχολές και τα πανεπιστήμια που λειτουργούσαν. Θα παρουσιάσουμε την πνευματική ζωή του Βυζαντίου και μερικούς από τους πολυμαθείς και δραστήριους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής εκείνης. Κλείνουμε με κάποια συμπεράσματα τόσο για τη συμβολή των Βυζαντινών μέσα από την εκπαίδευση στη διάσωση της κλασικής κληρονομιάς, όσο και στην προσφορά μεγάλου αριθμού έργων των Βυζαντινών στον πολιτισμό μας, στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό.
 
2. Η αξία της μόρφωσης στα Βυζαντινά χρόνια
         Στο Βυζάντιο η καλή μόρφωση ήταν μεγάλη αξία για κάθε πολίτη. Η αγωγή θεωρούνταν ως «τέχνη τεχνών και επιστήμη των επιστημών», η δε εκπαίδευση «των παρ’ ημίν αγαθόν το πρώτον». Εγκωμίαζαν αυτούς πού το πνεύμα τους ήταν καλλιεργημένο και είχαν πολλές γνώσεις. Τους αμαθείς συνεχώς τους κορόιδευαν. Γι’ αυτό το λόγο οι γονείς παροτρύνονταν να εκπαιδεύουν τα παιδιά τους, δεν είναι όμως και λίγες οι περιπτώσεις παιδιών που εκφράζουν παράπονα κατά των γονιών τους, επειδή δεν τα εκπαίδευσαν. Το ρήμα «εκπαιδεύω» στα βυζαντινά χρόνια λεγόταν ανάγω και η εκπαίδευση αναγωγή. Αυτός που δε διέθετε εκπαίδευση ονομαζόταν ανάγωγος και ο αγράμματος λεγόταν αναλφάβητος (Κουκουλές Φ., 1948). Την απαιδευσία, την έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας, τη θεωρούσαν ατύχημα και συμφορά. Μέσα από την εκπαίδευση το κράτος φρόντιζε να μορφώσει τους λειτουργούς του και η εκκλησία αντίστοιχα τους κληρικούς της (Angold M., 1997). Αυτό που διαφαίνεται επίσης είναι ότι ένα ποσοστό ανθρώπων που δεν εντάσσονται ούτε στη μία ούτε στην άλλη κατηγορία επεδίωκαν τη μόρφωση αφιλοκερδώς, χωρίς δηλαδή να αποβλέπουν στο οικονομικό κέρδος. Διαφαίνεται βέβαια και ο βαθμός της μόρφωσης ή της αμάθειας των μαζών, αυτών που δεν εμφανίζονται ποτέ στο προσκήνιο της ιστορίας.
          Στο Βυζάντιο, η φοίτηση στο σχολείο ήταν προαιρετική. Φοιτούσαν δηλαδή στο σχολείο μόνο όσοι ήθελαν και μπορούσαν. Υπήρχαν μόνοιδιωτικά σχολεία και γι΄ αυτό η εκπαίδευση ήταν προνόμιο των λίγων. Στα πολυπληθέστερα στρώματα του λαού οι περισσότεροι ήταν αναλφάβητοι. Υπήρχαν και αρκετοί που ήξεραν ανάγνωση και γραφή. Οι πραγματικά μορφωμένοι όμως ήταν λίγοι και ακόμη λιγότεροι αυτοί που κέρδιζαν όσα χρειάζονταν για να ζήσουν χάρη στην παιδεία και στις
γνώσεις που είχαν αποκτήσει από τα σχολεία (δάσκαλοι, νοτάριοι, γιατροί, κληρικοί, αξιωματούχοι του παλατιού και εισπράκτορες των φόρων).
3. Κύκλοι σπουδών
          Το βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα, τόσο στη δομή όσο και στην οργάνωσή του, κληρονόμησε και συνέχισε την ελληνιστική παράδοση σχεδόν χωρίς διαφοροποιήσεις. Καθ' όλη τη μακρά διάρκεια του Βυζαντίου παρέμεινε περίπου το ίδιο, αναδεικνύοντας βέβαια η εκπαίδευση και τα τοπικά της χαρακτηριστικά. Αποτελείτο από τρεις κύκλους σπουδών:
           Την προπαιδεία ή ιερά γράμματα (στοιχειώδη εκπαίδευση), την οποία αναλάμβανε κυρίως η Εκκλησία διδάσκοντας από μικρή ηλικία στα παιδιά τα ιερά γράμματα κι έχοντας ως βάση τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, έχοντας όμως σημαντικό ρόλο και στις άλλες βαθμίδες
της εκπαίδευσης.
           Την εγκύκλιο παιδεία (μέση εκπαίδευση), για την οποία ενδιαφερόταν περισσότερο η Πολιτεία, αφού από εκεί θα έβγαιναν καταρτισμένα στελέχη για να υπηρετήσουν τις ανάγκες της διοίκησης του κράτους.
           Την ανώτερη εκπαίδευση, για την οποία μεριμνούσαν και την ενίσχυαν οικονομικά η Εκκλησία και η Πολιτεία. Ο αυτοκράτορας είχε άμεσο έλεγχο των λειτουργιών του πανεπιστημίου τόσο όσον αφορά την υλικοτεχνική υποδομή όσο και τα θέματα προσωπικού και φοιτητών.
 
4. Η Στοιχειώδης Εκπαίδευση
          Η προπαιδεία αντιστοιχούσε στο σημερινό δημοτικό και διαρκούσε τρία ως τέσσερα χρόνια. Τα παιδιά συνήθως πήγαιναν στο σχολείο ανάμεσα στα έξι και τα οχτώ χρόνια . Παρακολουθούσαν το πρόγραμμα διδασκαλίας από το πρωί μέχρι το απόγευμα. Το Ψαλτήρι αποτελούσε βασικό βιβλίο διδασκαλίας. Διδάσκονταν Ανάγνωση, Γραφή, Γραμματική ή «το ελληνίζειν την γλώσσαν» και Αριθμητική από το Γραμματιστή, δηλαδή το δάσκαλο των πρώτων γραμμάτων, ο οποίος δε διέθετε αρκετά τυπικά προσόντα. Μαζί του τα παιδιά μάθαιναν να διαβάζουν συλλαβές και σιγά – σιγά κείμενα που θα έπρεπε να τα γράφουν ασφαλτί, δηλαδή χωρίς λάθη. Παροιμιώδης ήταν η αυστηρότητα του δασκάλου και οι ατέλειωτες επαναλήψεις και αποστηθίσεις (Mango C., 1988).
          Ο δάσκαλος έπρεπε να είναι διδακτικός, να έχει δηλαδή τη διδακτική ικανότητα ή το χάρισμα. Ακόμη να προχωρεί τη διδασκαλία από τα ευκολότερα στα δυσκολότερα, από τα γνωστά στα άγνωστα, προσθέτοντας τις νέες γνώσεις με μικρά βήματα και όχι συσσωρευμένα, ώστε να μπορούν οι μαθητές να κατανοούν και να απομνημονεύουν, αφού προηγουμένως βεβαιωθεί ότι γνωρίζουν τα
παλαιότερα γνωστικά αντικείμενα. Η διδασκαλία έπρεπε να προκαλεί ευχαρίστηση στους μαθητές. Χαρακτηριστικό του καλού δασκάλου ήταν, όταν οι μαθητές δεν κατανοούσαν κάτι, να επανέρχεται σ’ αυτό για να τοερμηνεύσει και να συμβουλεύσει τους απρόσεχτους μαθητές. Έτσι το ερμηνεύω έφτασε να σημαίνει σε μεταγενέστερους αιώνες συμβουλεύω (Κουκουλές Φ., 1948).
            Από τα χρόνια της αρχαιότητας έως και τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες επικρατούσε η μεγαλογράμματη γραφή: κεφαλαία γράμματα, χαραγμένα ή γραμμένα ξεχωριστά το ένα από το άλλο, χωρίς τόνους, πνεύματα και σημεία στίξης. Στα τέλη όμως του 8ου αιώνα εμφανίζεται η μικρογράμματη γραφή, η οποία χρειάζεται λιγότερο χώρο, κι έτσι τα βιβλία έγιναν μικρότερα και πιο ευκολοδιάβαστα. Εξέλιξη της μικρογράμματης γραφής αποτελεί η γραφή που χρησιμοποιούμε σήμερα. Στην αριθμητική, δηλαδή το «ψηφίζειν», μετρούσαν με τα δάχτυλά τους ή χρησιμοποιούσαν μικρές πέτρες, για να κάνουν τις τέσσερις πράξεις: επισώρευσιν (πρόσθεση), αφαίρεσιν, πολλαπλασιασμόν και επιμερισμόν (διαίρεση).
            Τα σχολικά προγράμματα και οι σχολικές μέθοδοι έμειναν αμετάβλητα σε ολόκληρη τη βυζαντινή περίοδο. Ως αίθουσες διδασκαλίας χρησίμευαν δωμάτια που βρίσκονταν κοντά σε ναούς, όπως επίσης και οικήματα κοντά σε μοναστήρια. Η μέριμνα γι’ αυτά τα σχολεία, τα οποία λειτουργούσαν και σε μικρά χωριά, επαφίετο στις κατά τόπους εκκλησιαστικές αρχές και στις κοινότητες.

Αναδημοσίευση απο τα        <<ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ>> τεύχος 107-108



Η αντίσταση των Βυζαντινών στον καθολικισμό


 




                << ημείς μεν έφασαν άλλου γεγονότες γένους και άλλον αρχιερέα έχοντες…>>
                       Ανήκουμε σε άλλο γένος και άλλον αρχιερέα έχουμε.
 
               Η συνειδητοποίηση της διαφορετικότητας των Βυζαντινών σε σχέση με τους Δυτικούς  θα κορυφωθεί μέσα από τα τραγικά γεγονότα της Δ΄ Σταυροφορίας. Η  εδραιωμένη πια αυτή αντίληψη αλλά και η άρνησή τους να δεχτούν τον εκπρόσωπο του Πάπα φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα από το έργο του Γεώργιου Ακροπολίτη <<Χρονική Συγγραφή 1204-1261>>


                  Ενόσω τούτος εδώ ο Ερής ( Ερρίκος) βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη, στάλθηκε από τον πάπα αρχιερέας για τη βασίλισσα των πόλεων-που στη γλώσσα τους τον λένε λεγάτο- ονόματι Πελάγιος, έχοντας όλα τα προνόμια του Πάπα: φορούσε δηλαδή κοκκινόχρωμα πέδιλα, τα ρούχα του επίσης είχαν το ίδιο χρώμα, ακόμα και το πανωφόρι του αλόγου του και τα χαλινάρια είχαν βαφτεί με το ίδιο χρώμα. Καθώς όμως διέθετε άγριο χαρακτήρα και συμπεριφερόταν αλαζονικά, προκάλεσε πολλές συμφορές στους κατοίκους  της Πόλης. Και παρουσίαζε ως κάτι λογικό την ενοχοποίησή τους: ανάγκαζε δηλαδή όλους τους Ρωμαίους να δηλώσουν υποταγή στα κελεύσματα της παλιάς Ρώμης. Γι αυτό το λόγο μοναχοί κλείνονταν στη φυλακή, ιερείς φυλακίζονταν και κάθε ορθόδοξος ναός κλεινόταν. Και σ΄ αυτήν την περίπτωση οι βυζαντινοί ιερείς είχαν να επιλέξουν το ένα από τα δύο: ή να αναγνωρίσουν τα πρωτεία της αρχιεροσύνης του πάπα και να τον μνημονεύουν στο τελετουργικό τυπικό ή σ΄ αυτούς που δε συμμορφώνονταν να σ΄ αυτά να επιβάλλεται ως ποινή η θανάτωσή τους. Aυτή η πρακτική οδήγησε σε απόγνωση τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και περισσότερο από όλους τους προύχοντες. Αυτοί λοιπόν παρουσιάστηκαν στον βασιλιά Ερή και του είπαν:

               <<Eνώ εμείς ανήκουμε σε άλλο έθνος και έχουμε άλλον αρχιερέα, έχουμε υποταγεί στη δύναμή σου, ώστε να εξουσιάζεις το σώμα μας, σε καμιά όμως π ερίπτωση το πνεύμα και την ψυχή μας. Έχουμε λοιπόν την πεποίθηση ότι είναι υποχρέωσή μας να σε υπερασπιζόμαστε στον πόλεμο αλλά κι ότι μας είναι αδύνατο να αποκηρύξουμε τη λατρεία και τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις. Ή λοιπόν απάλλαξέ μας από τις συμφορές που μας βρήκαν ή άφησέ μας ως ελεύθερους πολίτες να καταφύγουμε στους ομοεθνείς μας>>.
 
              Έτσι μίλησαν κι εκείνος, επειδή δεν ήθελε να χάσει τόσους πολλούς κι ενάρετους ανθρώπους, έστω κι αν ο λεγάτος που αναφέρθηκε δεν το ήθελε, και τους ναούς άνοιξε, όσοι μοναχοί και ιερείς είχαν φυλακιστεί τους άφησε ελεύθερους και την τρικυμία που τότε είχε χτυπήσει την Κωνσταντινούπολη γαλήνεψε. Σε πολλούς πάντως από τους ιερείς μας που είχαν καταφύγει στο βασιλιά μας το Θεόδωρο ( εννοεί το Θ. Λάσκαρη, αυτοκράτορα της Νίκαιας), σ΄ αυτούς, με εντολή του, παραχωρούνταν μοναστήρια για καταλύματά τους. και ιερείς με βαθμό του πρεσβύτερου κατέφυγαν στη Νίκαια κι άλλοι από αυτούς συμπεριλήφθησαν στους κύκλους του Πατριαρχείου, ενώ άλλοι υπηρετώντας όπως το επιθυμούσαν θεϊκούς ναούς, έζησαν ελεύθερα. Κι αυτές τις ενέργειες έκανε τότε ο βασιλιάς Ερής.


Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Η βυζαντινή αγιογραφία

 
 
 
                  Η βυζαντινή ορθόδοξη αγιογραφία δεν είναι απλά μια «τέχνη», είναι ιερή τέχνη.
                Δεν είναι «ζωγραφική», είναι θεολογία.Δεν είναι «καλλιτεχνική έκφραση», είναι προσδοκία σωτηρίας. Δεν είναι «στολίδι», είναι συνάντηση με το θείο.
                Δεν είναι «φωτογραφία», είναι «εις Χριστόν παιδαγωγία».
                Δεν είναι «αντικείμενο», είναι ιερό σκεύος. Δεν είναι «υλική αξία», είναι υπέρβαση.
                Δεν είναι «συλλεκτικό είδος», είναι παρηγοριά, παραμυθία και ανάπαυση των Ορθοδόξων Χριστιανών κοντά στον Τριαδικό Θεό.
 
                                      Χαρακτηριστικά της Βυζαντινής Αγιογραφίας
]
              Ο Βυζαντινός αγιογράφος, έτσι όπως διαμορφώθηκε από τη μακραίωνη αναζήτηση του ορθού τρόπου απεικόνισης του υπερβατικού, αγιογραφεί έχοντας πλήρη συναίσθηση του διακονήματος του μέσα στην Εκκλησία.
              Η Εικόνα αποτελεί λατρευτικό μέσο.Αντικείμενο όχι λατρείας, αλλά σεβασμού.
Η τιμή μεταβαίνει στο εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι, φυσικά, στο ξύλο. Κατά τον εικονισμό ενός ιερού προσώπου αναπαρίσταται η υπόσταση του και όχι η φύση του, που είναι μοναδική. Με περισσότερο λυρισμό θα λέγαμε ότι ο πιστός τιμά και σέβεται το Εικόνισμα, όπως η μάνα φιλά και χαϊδεύει τη φωτογραφία του ξενιτεμένου της παιδιού -σα να μπορούσε να το σφίξει στην αγκαλιά της- και την κρύβει στον κόρφο της με τη γλυκιά προσμονή του ανταμώματος.
            Σκοπός του είναι να παρουσιάσει τα σεβάσματα και τις ευαγγελικές ρήσεις της Ορθοδοξίας απλά, κατανοητά, σεβαστικά. Χαλιναγωγεί τη φαντασία του όταν ζωγραφίζει, γιατί αυτή εγκυμονεί πλάνες και αιρέσεις. Διδάσκει ορθά τους αγράμματους και παροτρύνει τους μορφωμένους σε προσευχή, κατάνυξη και λατρεία λογική. Επιχειρεί να μαλακώσει, να γλυκάνει, να χαλαρώσει την ψυχή από τη νεύρωση της καθημερινής βιοπάλης και να την οδηγήσει στην αυθόρμητη αναζήτηση του θείου. Αναπαριστά τις μορφές των Αγίων με τρόπο απλό και εύστοχο. Αποφεύγει να κραυγάσει με λαμπρά και φανταχτερά χρώματα, με ανατομικά άρτιο σχέδιο και περίγραμμα, ρεαλιστικές φωτοσκιάσεις και όμορφα πλασίματα.
            Επιχειρεί να γεφυρώσει τον κόσμο του με αυτόν του πνευματικού. Βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στους δύο και καλεί τον πιστό να μεταμορφώσει τη ζωή του από θνητή, υλική και πεπερασμένη σε αθάνατη και αληθινή.
            Ο χαρακτήρας της Ορθόδοξης αγιογραφίας είναι σεμνός, κατανυκτικός, με πνευματικό και όχι σωματικό κάλλος. Τα άγια πρόσωπα εικονίζονται «εν αφθαρσία», με πνευματική και σωματική ρωμαλεότητα, με ανδρείο και γενναίο φρόνημα, με ευθύτητα. Η εικόνα είναι η σκάλα που μας ανεβάζει στον Ουρανό, αλλά και κατεβάζει τον Ουρανό στη γη. Είναι ένα σημείο συναντήσεως κτιστού και άκτιστου, παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, του «νυν» και «αεί».
                                            
 
                                   Ιδιότητες της Βυζαντινής Αγιογραφίας
Η Βυζαντινή αγιογραφία:

1. Καταργεί το κοσμικό φως. Σε καμία Ορθόδοξη εικόνα δεν αποδίδεται σκιά. Όλα είναι φωτεινά και ευδιάκριτα, επειδή φωτίζονται από τον Ανέσπερο Ήλιο της Δικαιοσύvnς, τον Χριστό.
2. Καταργεί τον κοσμικό χώρο και χρόνο. Η εικόνα διατηρεί τα ιστορικά στοιχεία και πλαίσια αυτού που απεικονίζει, αλλά δεν δεσμεύεται από αυτό. Ο Τριαδικός Θεός είναι άχρονος και αχώρητος. Ο χώρος και ο χρόνος είναι ανθρώπινα μεγέθη. Έτσι, η ορθόδοξη αγιογραφία δεν διστάζει να αποδεσμευτεί από τη φυσιοκρατική αντίληψη της κοσμικής τέχνης.
3. Καταργεί την προοπτική. Δεν τηρείται η φυσική τάξη των πραγμάτων. Αυτή η αντίστροφη προοπτική δηλώνει το μυστικό βάθος της εικόνας, που είναι το σωτηριώδες έργο του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού.
                                     Σχολές της Βυζαντινής Αγιογραφίας
            Η βυζαντινή αγιογραφία περιλαμβάνει τη φορητή εικόνα, την τοιχογραφία, το ψηφιδωτό και τη μικρογραφία που κοσμεί χειρόγραφους κώδικες και βιβλία. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες χρησιμοποιήθηκαν κυρίως κηρόχυτες και εγκαυστικές φορητές εικόνες και ψηφιδωτά.
Τα ψηφιδωτά, μέχρι την Εικονομαχία, κυριαρχούσαν στην ιστόρηση των ιερών ναών, επειδή οι μικροσκοπικές ψηφίδες της χρωματισμένης υαλόμαζας, με την ανακύκλιση και αντανάκλαση του φωτός, αναδείκνυαν τα χρώματα λαμπερά και ζωηρά, δημιουργώντας μίαν υπερβατική ατμόσφαιρα.
Σταδιακά, όμως, αυξάνεται η χρήση της φορητής εικόνας και της τοιχογραφίας, είτε με τη μορφή της υδατογραφίας είτε με τη μορφή της ξηρογραφίας.
             Σπουδαία έργα παρουσιάστηκαν την εποχή της Μακεδονικής Δυναστείας (867-1056 μ.Χ.), των Κομνηνών (1081 – 1185 μ.Χ.) και των Αγγέλων (1185 – 1204 μ.Χ.). Μετά την Φραγκοκρατία (1204-1061 μ.Χ.), κατά τη δυναστεία των Παλαιολόγων, η Βυζαντινή τέχνη έφτασε στο απόγειό της με τις τοιχογραφίες του Εμμανουήλ Πανσέληνου. Αργότερα, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολής (1453 μΧ.) διέπρεψε ο Θεοφάνης ο Κρής. Από αυτόν και έπειτα (περίπου), οι υπόλοιποι αγιογράφοι επηρεάστηκαν από τη ζωγραφική της Δύσης, όπως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, για να περάσουμε σε μια περίοδο στασιμότητας μέχρι τον Φώτη Κόντογλου (†1965), που ανασκάλισε τις παλιές στάχτες της Βυζαντινής παράδοσης και ξαναέφερε την πατροπαράδοτη ιερή τέχνη στην επιφάνεια.
           Την εποχή αυτή διαμορφώνονται δύο Σχολές – τεχνοτροπίες: η Μακεδονική, που κυριαρχεί μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα και η Κρητική, που ανθεί κατά τον 16° αιώνα.
           Η Μακεδονική τεχνοτροπία χαρακτηρίζεται από έντονα χρώματα με πλατιά σαρκώματα και φωτίσματα. Τα σώματα διαγράφονται κάτω από τα ενδύματα. Η πτυχολογία είναι πλούσια και διακοσμείται με θεαματική λεπτομέρεια, ενώ παρατηρούνται ένταση, κίνηση, ελευθερία, πλούσια χρώματα και έντονη έκφραση της ψυχολογικής καταστάσεως των εικονιζομένων προσώπων. Κύριος εκφραστής αυτής της τεχνοτροπίας υπήρξε ο Μανουήλ Πανσέληνος, που ανεδείχθη στο πρώτο ήμισυ του 14ου αιώνα.
            Τέλη του 14ου αιώνα, καλλιεργείται η Κρητική τεχνοτροπία. Κύρια χαρακτηριστικά είναι οι σκοτεινότεροι προπλασμοί, κυρίως στα πρόσωπα, όπου χρησιμοποιείται το καφέ και όχι το πράσινο χρώμα της μακεδονικής σχολής. Η τέχνη είναι απλή, λιτή, με μυστικό ασκητικό χαρακτήρα. Το φως είναι πλέον λιγοστό και μοιάζει να πηγάζει από κάποιο βάθος, στοιχείο που υποβάλλει στον θεατή αποφατισμό και βαθιά κατάνυξη. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της τεχνοτροπίας είναι ο Θεοφάνης ο Κρής.
 
Αναδημοσίευση από: artion magazine [www.artionrate.gr], Περιοδικό για ρτη ζωή, τη γνώση, την πνευματικότητα, Τεύχος 3ο, Νοέμβριος 2011, Καλαμαριά.
 

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Η αγορά της Πόλης

            
 
 
            Για πολλούς αιώνες όλοι οι «δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη», ωστόσο, κάποτε ήγγικεν η ώρα της Κωνσταντινούπολης. Δεν υπάρχει σ’ όλο τον κόσμο άλλη πολιτεία, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, που να είναι χτισμένη σε δύο ηπείρους, ενώ ο ιδανικός τρόπος για να προσεγγίσει κανείς την Πόλη βέβαια  ήταν από τη θάλασσα, όπως συνηθιζόταν από την αρχή της ιστορίας της, ως αποικία του Βύζα και αργότερα ως η  Κωνσταντίνου Πόλις, η μεγαλύτερη πόλη του μεσαίωνα.
              Τα πλοία άφηναν πίσω τους το Αιγαίο, περνούσαν μέσα από τα Δαρδανέλλια, τον ελληνικό Ελλήσποντο, τη Θάλασσα του Μαρμαρά και στη συνέχεια την αρχαία Προποντίδα, για να διασχίσουν το Βόσπορο, αυτό το καταπληκτικής ομορφιάς υδάτινο στενό που χωρίζει Ευρώπη και Ασία, για να διαπλεύσουν το στόμιο του Κεράτιου Κόλπου και να δέσουν στο κάτω άκρο του Βοσπόρου ή βορειότερα, στο λιμάνι του Γαλατά, το οποίο αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τους μεσαιωνικούς χρόνους. Το Βόσπορο τον χαρακτήρισαν ως «το στενό που ξεπερνά όλα τα στενά, γιατί μ’ ένα κλειδί ανοίγει και κλείνει δύο κόσμους, δύο θάλασσες».
            Ευλογημένος τόπος, ιδανικός ψαρότοπος, γι’ αυτό και ήταν μία από τις κύριες πηγές εισοδήματος για τους Βυζαντινούς. Άλλες σημαντικές πηγές εισοδήματος ήταν οι δασμοί και τα λιμενικά τέλη, που πλήρωναν όσα πλοία περνούσαν από το στενό, μιας και το Βυζάντιο έλεγχε το Βόσπορο από την αρχή της ιστορίας του κι αυτός ήταν ο βασικός λόγος της ανάπτυξής του.
             Στις αγορές της πόλης, που έσφυζαν απο κίνηση και ζωή, μπορούσες να βρεις προϊόντα από όλα τα μήκη και πλάτη του γνωστού τότε κόσμου. Μια εξαιρετική περιγραφή τη; αγοράς της Πόλης μας δίνει ο Guy Rachet  στο βιβλίο του <<Θεοδώρα, η αυτοκράτειρα της Ανατολής>>.
          
 
 
         << Kάτω από τους εμβόλους του φόρου του Αρκαδίου απλώνονταν τα εμπορεύματα που είχαν φτάσει κατευθείαν από το γειτονικό λιμένα του Ελευθερίου: μπαχαρικά από την Ταπροβάλνη και τη Χρυσή Χερσόνησο, λιβάνι, σμύρνα και άλλες ρητίνες και βάλσαμο από την Αραβία και από τη χώρα των Αξουμιτών (Αιθίοπες), δέρματα από τη χώρα των Βλεμμύων (βόρεια Αφρική), πορφύρα από την Τύρο και τη Σιδώνα, γυαλικά και έπιπλα από την Αλεξάνδρεια, αργυρά σκεύη από τη Βετική ( Ισπανία), λύχνοι από την Καρχηδόνα και την Ιταλία, αλαβάστρινα αγγεία από την Αίγυπτο, μαλλί από τη Σινώπη, κερί από τον Πόντο, βαμβακερά υφάσματα, ατσάλι και ελεφαντόδοντο από τις Ινδίες, που εξάγονταν από το λιμάνι της Βαρίγαζας και διέσχιζαν την Ερυθρά θάλασσα, όπου οι μουσώνες ρύθμιζαν τη ναυσιπλοΐα.
            Μπροστά από τις εισόδους των καταστημάτων ήταν πάγκοι φορτωμένοι με αυτούς τους θησαυρούς. Οι λιγότεροι ευνοημένοι έμποροι εξέθεταν τα εμπορεύματά τους σε παράγκες φτιαγμένες πρόχειρα από υφάσματα που είχαν τεντώσει ανάμεσα στους κίονες των στοών ή ακόμα και στο λιθόστρωτο της πλατείας, δίπλα σε μισοξαπλωμένους ή καθισμένους κατάχαμα ζητιάνους που επιδείκνυαν τα κουρέλια τους, τις γεμάτες μύγες πληγές τους, τα ακρωτηριασμένα μέλη τους, όλες τις δυστυχίες του κορμιού τους με τις οποίες αξίωναν τον οίκτο των περαστικών. Μέσα σε  αυτόν τον θορυβώδη όχλο σπρώχνονταν ναυτικοί από τη Μάλτα και την Σικελία με δέρμα ηλιοκαμένο και αυτιά στολισμένα με χάλκινους κρίκους, Άραβες και Σύριοι οδηγοί καραβανιών με φαρδιούς ραβδωτούς χιτώνες, Αιθίοπες τυλιγμένοι σε πλατιά υφάσματα με ζωηρά χρώματα, Γότθοι, Έρουλοι, Βάνδαλοι και άλλοι βάρβαροι ντυμένοι με δέρματα που βρωμοκοπούσαν, Ούννοι τυλιγμένοι σε πανωφόρια από δέρματα ποντικιών, με μάγουλα αυλακωμένα από βαθιές ουλές. Οι φωνές του πλήθους, τα διαλαλήματα των εμπόρων, οι βλαστήμιες, τα επιφωνήματα, τα γέλια, τα σφυρίγματα, τα γαβγίσματα των αδέσποτων σκυλιών αναμειγνύονταν, συγχέονταν δημιουργούσαν ένα ηχηρό, κακόφωνο θόλο πάνω από αυτό το πολύχρωμο πλήθος>>.
                                   
                       GUY RACHET Θεοδώρα, η αυτοκράτειρα της Ανατολής

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Βυζαντινή Θεσσαλονίκη - Επταπύργιο

           
 
 
 
               Το αυτοτελές φρούριο του Επταπυργίου, υπήρξε διαχρονικά η ακρόπολη της  βυζαντινής Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα, αποτελούσε τον ύστατο προμαχώνα άμυνας, επειδή ολόκληρη η ακρόπολη φιλοξενούσε τόσο το Επταπύργιο, όσο και ένα αυτοτελές σύστημα πύργων, πυλών και τειχών που διέθετε και έναν οικιστικό ιστό. Γι΄αυτό και στις πηγές, οι κάτοικοι της Ακρόπολης λέγονται «κουλαϊτες», σε αντίθεση με τους πολίτες της κάτω πόλης, τους «Βουργεσίους». Το Επταπύργιο συντηρήθηκε από τους πρώτους Οθωμανούς, μετά την άλωση της πόλης το 1430 αλλά απόκτησε μια φοβερή φήμη όταν άρχισε να χρησιμοποιείται ως φυλακή. Πρόκειται για τις διαβόητες φυλακές του Γεντί Κουλέ, όπου έγιναν τόπος εγκλεισμού, μαρτυρίου και μεγάλης λαϊκής παράδοσης, σε όλη την διάρκεια του 20ου αιώνα. Σήμερα, ο τόπος έχει αναστηλωθεί και συντηρηθεί.

              Το Φρούριο του Επταπυργίου, γνωστό και με την οθωμανική ονομασία Γεντί Κουλέ, βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο των τειχών της Θεσσαλονίκης, εντός της Ακρόπολης. Αποτελείται από δύο ενότητες: το Βυζαντινό φρούριο, το οποίο συνθέτουν δέκα πύργοι με τα μεταξύ τους μεσοπύργια διαστήματα και τον περίδρομο, καθώς και τα νεότερα κτίσματα των φυλακών, που έχουν κτιστεί εντός κι εκτός του φρουρίου.
 
              Το κάστρα και τα τείχη στη Θεσσαλονίκη είναι δημιουργήματα προγενέστερων εποχών καθώς ήταν απαραίτητα για την οχύρωση της πόλης και η δημιουργία τους υπολογίζεται κατά την ίδρυση της. Τα κάστρα πήραν την οριστική τους μορφή κατά την εποχή του Μεγάλου Θεοδοσίου, στο τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα.
               Στη σημερινή μορφή είναι, μάλλον, έργο της Παλαιολόγειας εποχής (14ος αι.).
 
 
                Το Επταπύργιο όπως και η υπόλοιπη Θεσσαλονίκη έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1430. Η μοναδική προσθήκη των Τούρκων στο κάστρο είναι ο πύργος της κεντρικής εισόδου.

               Στη δεκαετία του 1890, το φρούριο μετατράπηκε σε φυλακή. Σε αυτή τη μετατροπή κατεδαφίστηκαν τα υπάρχοντα κτήρια στο εσωτερικό, από τα οποία κανένα ίχνος δεν σώζεται σήμερα. Οι αλλαγές στις οχυρώσεις δεν ήταν σημαντικές, αν και ο πρωταρχικός τους ρόλος αντιστράφηκε: από την προστασία των κατοίκων από την εξωτερική απειλή, τώρα υπηρετούσε για την απομόνωση κρατουμένων από τον έξω κόσμο.

               Νέα κτίρια χτίστηκαν κατά μήκος των δύο πλευρών των τειχών, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργικότητα του νέου σοφρωνιστικού κέντρου. Η εσωτερική αυλή ήταν χωρισμένη από φράχτες σε πέντε ξεχωριστές μονάδες και στο κέντρο τους στεγάστηκε το κεντρικό παρατηρητήριο. Η φυλακή διέθετε εκκλησάκι και άλλα παραρτήματα, ενώ το παράρτημα που βρισκόταν βόρειο-ανατολικό πύργο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα εξωτερικά κτίρια, στη νότια πλευρά του κάστρου, στεγαζόταν η διοίκηση, η φυλακή των γυναικών, και προς τα δυτικά, τα κελιά απομόνωσης.
 
 
                                       Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία
               Στο ψηλότερο τμήμα της Θεσσαλονίκης από τα αρχαία χρόνια, κατά την οχύρωση της πόλης, δημιουργήθηκε η Ακρόπολη, δεύτερη βαθμίδα οχυρού χώρου, στον οποίο θα κατέφευγε ο πληθυσμός σε περίπτωση κατάληψης της πόλης από επιδρομείς. Εκεί τα κάστρα είναι ψηλά, οι πύργοι πυκνοί και, όπου το έδαφος το επέτρεπε, υπήρχε και προτείχισμα.

             Οι πύργοι της βόρειας πλευράς αποτελούν τμήματα του παλαιοχριστιανικού τείχους της Ακρόπολης, ενώ αυτοί της νότιας προστέθηκαν πιθανότατα κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, σχηματίζοντας τον κλειστό πυρήνα του φρουρίου.
              Από τους εφτά πύργους του φρουρίου ο μεσαίος της εισόδου είναι έργο των Τούρκων, του 1431. Χτίστηκε αμέσως μετά την άλωση της πόλης (1430) από κάποιον Τσαούς μπέη. Αυτή η τελευταία προσθήκη είναι ο πύργος του Γεντί Κουλέ, ο οποίος έδωσε το όνομά του σε όλο το φρουριακό συγκρότημα.


Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Νέα Μονή Χίου

 
 
               Το μοναστηριακό συγκρότημα της Νέας Μονής, το επιφανέστερο μνημείο των Bυζαντινών χρόνων στη Χίο, ιδρύθηκε στα μέσα του 11ου αι. με αυτοκρατορική χορηγία. Η Ζωή και η Θεοδώρα, κόρες του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Η΄ και ανιψιές του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, καθώς και ο αυτοκράτωρ Κων/νος Θ΄ ο Μονομάχος, τρίτος σύζυγος της Ζωής, στάθηκαν οι χορηγοί για την κατασκευή του μνημείου.
               Η ίδρυση της μονής συνδέεται με μοναστική παράδοση, σύμφωνα με την οποία στη θέση όπου κτίσθηκε το Καθολικό είχε βρεθεί από τρεις Χιώτες ασκητές θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, κρεμασμένη σε κλάδο μυρσίνης. Οι ασκητές, Νικήτας, Ιωάννης και Ιωσήφ, προφήτευσαν ότι ο εξόριστος τότε στη Λέσβο Κων/νος Μονομάχος θα ανέβαινε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης και σε αντάλλαγμα της προφητείας τους απέσπασαν από τον μελλοντικό αυτοκράτορα την υπόσχεση πλουσιοπάροχης δωρεάς για την ανέγερση ναού στη θέση της μυρσίνης. Μετά την ανάρρηση του Μονομάχου στο θρόνο, η υπόσχεσή του πραγματοποιήθηκε και τότε ανοικοδομήθηκε το Καθολικό και στη συνέχεια διακοσμήθηκε με ψηφιδωτά. Το 1049 έγιναν τα εγκαίνια του ναού και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν μετά το θάνατο του Μονομάχου το 1055, επί της βασιλείας της Θεοδώρας (1055-1056).
                  Ο Μονομάχος προίκισε το μοναστήρι με ειδικές προσόδους, κτήματα, με το δικαίωμα να έχει πλοίο και το ευνόησε με φορολογικές απαλλαγές και με την καθιέρωση του δικαιώματος να είναι αυτοδέσμευτο και αυτεξούσιο. Τα προνόμια αυτά επικυρώθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν από τους επόμενους αυτοκράτορες, με αποτέλεσμα η Νέα Μονή να είναι ένα από τα πιο ονομαστά και πλούσια μοναστήρια του Αιγαίου μέχρι τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, οπότε και άρχισε η παρακμή του.
               Κατά το διάστημα των 1000 σχεδόν χρόνων της ύπαρξής της, η μονή δοκιμάστηκε πολλές φορές από τις καταστροφές. Οι χειρότερες όλων συνέβησαν τον 19ο αιώνα, πρώτα το 1822 με την πυρπόληση και τη λεηλασία της μονής από τους Οθωμανούς και στη συνέχεια το 1881, όταν δυνατός σεισμός κατέστρεψε κτήρια του συγκροτήματος.  
               Στο μοναστηριακό συγκρότημα που τειχίζεται με υψηλό περίβολο και προστατεύεται από αμυντικό πύργο στη ΒΔ γωνία, ακολουθείται η τυπική διάταξη των κτηρίων στα μοναστήρια των βυζαντινών χρόνων: στο μέσο, ελεύθερο από όλες τις πλευρές στέκει το Καθολικό, η κύρια δηλαδή εκκλησία της μονής, ενώ σε μικρή απόσταση από αυτό βρίσκεται η Τράπεζα, ο χώρος κοινής εστίασης των μοναχών στο κοινοβιακό σύστημα. Ο υπόλοιπος χώρος καταλαμβάνεται από άλλα κοινόχρηστα κτήρια και κυρίως από πτέρυγες κελιών, που χρονολογούνται στον 17ο, 18ο κα 19ο αιώνα.
 
               Από το αρχικό συγκρότημα του 11ου αιώνα, διατηρούνται σήμερα το Καθολικό, η κινστέρνα (δεξαμενή), ο πύργος, τμήμα της Τράπεζας και ο ναός του Αγίου Λουκά στο κοιμητήριο της μονής, εκτός του τείχους.
                Tο Καθολικό, το σπουδαιότερο κτήριο κάθε μοναστηριού, είναι αφιερωμένο στην Παναγία και εορτάζει στις 23 Αυγούστου. Αποτελείται από τον κυρίως ναό, τον εσωνάρθηκα και τον εξωνάρθηκα, κτίσματα του 11ου αιώνα, το διμερές πρόσκτισμα προς Δ -που μέχρι πρόσφατα εθεωρείτο έργο της Τουρκοκρατίας ενώ είναι κι αυτό κατασκευή του 11ου αι.- και το νέο κωδωνοστάσιο του 1900, που αντικατέστησε παλαιότερο του 16ου αι. (του 1512). Ο κυρίως ναός ανήκει στον οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο, το λεγόμενο <<νησιώτικο>>. Η μορφή που εμφανίζει σήμερα διαφέρει κατά πολύ από την αρχική του 11ου αι., εξαιτίας της πυρπόλησης του 1822 και του καταστροφικού σεισμού του 1881 που προκάλεσε την κατάρρευση μέρους του κτηρίου, την επισκευή του υπό νέα μορφή και την κατασκευή νέου τρούλου. Στον κυρίως ναό και στον εσωνάρθηκα διατηρείται μικρό μέρος της ορθομαρμάρωσης που κάλυπτε τα κατακόρυφα μέρη των τοίχων και σχεδόν στο σύνολό του ο ψηφιδωτός διάκοσμος του 11ου αι., με εξαίρεση τον τρούλο και την ανατολική κόγχη.
               Η Τράπεζα είναι επίμηκες κτήριο που καλύπτεται από ελαφρά οξυκόρυφη καμάρα. Στα ανατολικά απολήγει σε ημικυκλική αψίδα με τρίλοβο παράθυρο. Η αψίδα αυτή είναι και το μόνο σχεδόν τμήμα του αρχικού κτηρίου του 11ου αι. που έχει σωθεί. Η σημερινή μορφή του υπόλοιπου κτηρίου οφείλεται σε πολλές κατά καιρούς επεμβάσεις και μετασκευές. Στο εσωτερικό διατηρείται το αυθεντικό τραπέζι του 11ου αι. μήκους 15,70 μ., η επιφάνεια του οποίου κοσμείται από μαρμαροθέτημα με κρούστες μαρμάρων, ομοίων με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν στα δάπεδα και στην ορθομαρμάρωση του Καθολικού.
 
              Η κινστέρνα, η δεξαμενή νερού, κατασκευάσθηκε με την ίδρυση της μονής στα ΒΔ του καθολικού. Είναι ημιυπόσκαφο κτήριο ορθογωνίου σχήματος. Στο εσωτερικό, οκτώ μαρμάρινοι κίονες, ανά τέσσερις σε δυο σειρές, στηρίζουν δεκαπέντε ημισφαιρικούς θολίσκους. Από τη μικρή θύρα που υπάρχει στην ανατολική όψη μπορεί μόνο να δει ο επισκέπτης το υποβλητικό εσωτερικό της κινστέρνας.
               Ο πύργος, ύστατο καταφύγιο των μοναχών σε περίπτωση επιδρομής και βιβλιοθήκη της μονής για κάποια χρονική περίοδο, σήμερα είναι ερειπωμένος. Αρχικά ήταν τριώροφο κτήριο ενώ σήμερα σώζει μόνο το ισόγειο και τον πρώτο όροφο.
              Οι πτέρυγες των κελιών, που μαρτυρούν για το πολυάνθρωπο της Νέας Μονής άλλοτε, διατηρούνται σήμερα σε κακή κατάσταση. Ερειπωμένη είναι αυτή της νότιας πλευράς, ενώ ανασκαφικές εργασίες που εκτελούνται από την Εφορεία αποκάλυψαν τα ερείπια και της ανατολικής πτέρυγας.
              Η Νέα Μονή, λόγω της εξαιρετικής της σημασίας από την άποψη της Ιστορίας της Τέχνης και της Αρχιτεκτονικής, ανήκει στα μνημεία που έχουν χαρακτηρισθεί ως Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς και προστατεύονται από την UNESCO.
                                                                                                          Όλγα Βάσση, αρχαιολόγος









            Τα ψηφιδωτά της Νέας Μονής Χίου αποτελούν ένα από τα τρία κορυφαία σύνολα ψηφιδωτών στον ελλαδικό χώρο κατά τον Μεσαίωνα. Τα άλλα δύο είναι τα ψηφιδωτά της Μονής του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία και της Μονής Δαφνίου στην Αττική (Δαφνί). Παρότι χρονικά τοποθετούνται ανάμεσά τους, στα μέσα του 11ου αι., τα ψηφιδωτά της Νέας Μονής ξεχωρίζουν ως δείγματα της τέχνης της Βασιλεύουσας, σε αντίθεση με τις άλλες περιπτώσεις, όπου έχουμε δείγματα των «επαρχιακών σχολών» της Αυτοκρατορίας. Οι καλλιτέχνες που δούλεψαν εδώ ήταν Κωνσταντινουπολίτες, που ήλθαν κατευθείαν από την Πόλη και μαζί τους μετέφεραν την τεχνοτροπία τους, παρόμοια με αυτή που διακοσμούσε τα αυτοκρατορικά ανάκτορα και έχει πια χαθεί.

            Τα ψηφιδωτά του τρούλου στον κυρίως ναό δεν σώζονται, θα πρέπει όμως να απεικόνιζαν, σύμφωνα με το εικονογραφικό πρόγραμμα του σταυροειδούς ναού με τρούλο, τον Παντοκράτορα περιβεβλημένο από τις αγγελικές δυνάμεις. Λίγο χαμηλότερα, στα σφαιρικά τρίγωνα κάτω από τον τρούλο, σώζονται παραστάσεις των Χερουβείμ και των Σεραφείμ καθώς και δύο από τους τέσσερεις Ευαγγελιστές, ο Ιωάννης (με φθορές) και ο Μάρκος. Πάνω από το Ιερό Βήμα, η Πλατυτέρα σώζεται ακέφαλη.

           Αμέσως χαμηλότερα, στις κόγχες του οκταγώνου, σώζονται σκηνές από το Δωδεκάορτο, το οποίο συνεχίζεται και στον νάρθηκα. Η καλύτερα σωζόμενη παράσταση είναι η Βάπτιση, η οποία, μαζί με τη Σταύρωση και την Ανάσταση αποτελεί το αριστουργηματικότερο ίσως τρίπτυχο. Υπάρχουν επίσης η Μεταμόρφωση και η Αποκαθήλωση.

            Στον τρουλίσκο του νάρθηκα υπήρχε η Παρθένος ως δεομένη μάνα, ψηφιδωτό που δεν σώζεται. Γύρω της τη «φρουρούν» ολόσωμα ψηφιδωτά των «στρατιωτικών αγίων» μέσα σε αψίδες (Ευγένιος, Αυξέντιος, Ευστράτιος, Σέργιος, Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, Βάκχος, Ορέστης, Μαρδάριος). Στις καμάρες του νάρθηκα υπήρχαν έξι χριστολογικές συνθέσεις: η Ανάσταση του Λαζάρου, ο Νιπτήρας (σε δύο μέρη με αναλυτικές επιγραφές), η Προδοσία του Ιούδα (επίσης με αναλυτικές ψηφιδωτές επιγραφές), η Ανάληψη και οι κατεστραμμένες σήμερα Βαϊοφόρος και Πεντηκοστή.

          Στα ψηφιδωτά της Νέας Μονής Χίου αντανακλώνται περισσότερα από ένα τεχνοτροπικά ρεύματα της βυζαντινής τέχνης του τέλους της δυναστείας των Μακεδόνων. Χαρακτηριστικές της κλασικιστικής τάσης που εμπνέεται από τα αισθητικά ιδεώδη της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας είναι μορφές με πλαστικότητα στην απόδοση του σώματος, διάκριση σταθερού και άνετου σκέλους στην όρθια στάση, ενδυμασία που αφήνει να διαφανούν οι σωματικοί όγκοι, πλούσια κόμη και μεγάλο εύρος στην ποικιλία των χρωμάτων και τη διαβάθμιση των χρωματικών τόνων. Τέτοιες μορφές, όπως ο προφήτης Ησαϊας στον νάρθηκα, παραπέμπουν σε αρχαία αγαλματικά πρότυπα φιλοσόφων. Χαρακτηριστικές της αντικλασικής, "δυναμικής" τάσης που θα κυριαρχήσει τον επόμενο αιώνα είναι μορφές αφαιρετικές και επίπεδες, με πλούτο γραμμικών στοιχείων, έντονες σκιάσεις και δυναμικές κινήσεις (π.χ. ο Ιωάννης από τη Σταύρωση ή ο Χριστός από την Ανάσταση). Την ίδια τάση εξαΰλωσης και πνευματικότητας υπηρετεί και η λιτότητα στην απόδοση του βάθους, το οποίο καλύπτει συχνά μια ομοιογενής χρυσή επιφάνεια μεταφέροντας τη δράση σε ένα απόκοσμο περιβάλλον πλημμυρισμένο από το θείο φως.

           Αξιοσημείωτη είναι τέλος η προσοχή που δόθηκε από τους δημιουργούς ώστε τα ψηφιδωτά του κυρίως ναού, τοποθετημένα ψηλότερα από τον θεατή, να δείχνουν τις σωστές αναλογίες όταν παρατηρούνται από τα κάτω. Όσες παραστάσεις καλύπτουν καμπύλες επιφάνειες έχουν ελαφρώς «συμπιεσμένο» το κεντρικό ή άλλο μέρος ώστε να φαίνονται με τις σωστές αναλογίες στον θεατή, καθώς και άλλες διορθώσεις, που θεωρητικά θα απαιτούσαν γνώσεις Προβολικής Γεωμετρίας.