Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Ένα βυζαντινό νοσοκομείο του 12ου αιώνα : Η μονή Παντοκράτορος στην Πόλη

 
 
 
 
 
Τσιόπας Ζήσης --Πτυχιούχος ιστορίας – αρχαιολογίας. Κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος βυζαντινής ιστορίας.

 

             Η ύπαρξη νοσοκομείων στη βυζαντινή αυτοκρατορία έχει μακρά παράδοση. Ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα ο Μέγας Βασίλειος δημιουργεί το πρώτο νοσοκομείο – «ξενών» όπως χαρακτηριστικά ονομάζονταν τα νοσοκομεία εκείνη την εποχή – στην πατρίδα του την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων νέα νοσοκομειακά ιδρύματα θα κάνουν την εμφάνιση τους τόσο στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη όσο και στις επαρχίες. Η πρωτοβουλία για την κατασκευή τους προέρχονταν είτε από τους αυτοκράτορα, είτε από την εκκλησία ή ακόμα και από ιδιώτες.

             Τα νοσοκομεία συνήθως ήταν συνδεδεμένα με εκκλησιαστικά ιδρύματα και λειτουργούσαν κυρίως μέσα στα πλαίσια των μοναστηριών. Ένα από τα πιο διάσημα νοσοκομεία («ξενών») της βυζαντινής πρωτεύουσας ήταν αυτό του Χριστού Παντοκράτορα το οποίο λειτουργούσε μέσα στα πλαίσια του ομώνυμου μοναστηριακού συγκροτήματος. Η μονή του Παντοκράτορος, η οποία περιλάμβανε τρεις εκκλησίες (Παντοκράτορα, Ελεούσας, Αρχαγγέλου Μιχαήλ) χτίστηκε με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118-1143) και της συζύγου του Ειρήνης, μεταξύ των ετών 1118-1136. Εκτός από το νοσοκομείο το μοναστήρι διέθετε ένα γηροκομείο καθώς και ένα λεπροκομείο, το οποίο όμως βρισκόταν σε διαφορετική τοποθεσία.
 

             Η λειτουργία και η δομή του νοσοκομείου καθορίζεται ιδιαίτερα επιμελώς μέσα στο τυπικό του μοναστηριού, το οποίο υπογράφει ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Η οργάνωση του θυμίζει σε πολλά σημεία σύγχρονα νοσοκομεία, γεγονός που αποδεικνύει την ιδιαίτερη φροντίδα που απέδιδαν στην υγεία και στην περίθαλψη οι βυζαντινοί μας πρόγονοι.
 
             Το νοσοκομείο διέθετε πέντε θαλάμους με χωρητικότητα πενήντα κλίνες• δέκα απ’ αυτές προορίζονταν για ασθενείς με πληγές και κατάγματα, οκτώ για όσους υπέφεραν από παθήσεις του ματιού, του στομαχιού ή από άλλες διάφορες επώδυνες ασθένειες. Για τις γυναίκες ασθενείς προβλέπονταν χωριστός αριθμός δώδεκα κλινών ενώ τα υπόλοιπα κρεβάτια θα ήταν για τους ελαφρά αρρώστους. Επιπλέον μέσα σε κάθε θάλαμο θα υπήρχε ακόμα ένα εφεδρικό κρεβάτι ενώ έξι ακόμα κρεβάτια θα βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα για να τοποθετηθούν ασθενείς, οι οποίοι ήταν αδύνατο να μετακινηθούν οπότε θα τα μετέφεραν δίπλα τους. Κάθε κλίνη διέθετε ψάθα, στρώμα και τρεις κουβέρτες τα λεγόμενα «ιοσνίκια» σκεπάσματα φτιαγμένα από μαλλί κατσικιού.

             Το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν υποχρεωμένο να προμηθεύει τους φτωχότερους ασθενείς ή τους πολύ βαριά αρρώστους με νέα ρούχα για όσο διάστημα κρατούσε η νοσηλεία τους. Τα προσωπικά ρούχα του κάθε ασθενούς καθαρίζονταν και του επιστρέφονταν μετά το τέλος της παραμονής του στο νοσοκομείο. Μόνο οι φτωχοί μπορούσαν να κρατήσουν τα ρούχα του νοσοκομείου και μετά το τέλος της νοσηλείας τους. Επίσης όλα τα είδη ιματισμού αλλά και τα στρώματα, τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια ανανεώνονταν κάθε χρόνο με νέα. Όσα απ’ αυτά τα παλαιά είδη μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν φυλάσσονταν ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονταν στους φτωχούς.


             Το ιατρικό προσωπικό : Οι γιατροί αλλά και οι βοηθοί τους ήταν κατανεμημένοι στους πέντε θαλάμους του νοσοκομείου. Σε κάθε αντρικό θάλαμο υπηρετούσαν δύο γιατροί, τρεις εξειδικευμένοι βοηθοί, δύο επικουρικοί (εφεδρικοί) βοηθοί και δύο νοσοκόμοι. Για το γυναικείο θάλαμο είχαν οριστεί τρεις γιατροί (δύο άντρες και μία γυναίκα), τέσσερις εξειδικευμένες γυναίκες βοηθοί, δύο επικουρικές και δύο νοσοκόμες. Επίσης υπήρχαν τέσσερις επιπλέον γιατροί (δύο παθολόγοι και δύο χειρουργοί), για τον τομέα των «εξωτερικών ιατρείων». Στο έργο τους συνεπικουρούνταν από τέσσερις εξειδικευμένους βοηθούς και ισάριθμους εφεδρικούς.
 
             Οι γιατροί των θαλάμων ονομάζονταν «πρωτομενίται». Ήταν χωρισμένοι σε δύο ομάδες, οι οποίες εναλλασσόταν κάθε μήνα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Απαγορεύονταν ρητά στους γιατρούς να αναλάβουν οποιαδήποτε υπηρεσία εκτός νοσοκομείου ακόμα και αν αυτή σχετίζονταν με τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Γενικά απαγορευόταν στους γιατρούς να ασκούν τα καθήκοντα τους σε πρόσθετες αποστολές εκτός του νοσοκομείου.


             Οι δύο γιατροί που υπηρετούσαν στους θαλάμους είχαν στη διάθεσή τους και δύο «πριμικήριους». Για ένα μήνα ένας από τους δύο «πριμικηριόυς» έπρεπε κάθε μέρα να επιτηρεί την κατάσταση των ασθενών, να ελέγχει αν η πορεία της θεραπείας τους βαίνει καλώς και να διορθώνει τυχόν λάθη και παραλείψεις που θα μπορούσαν να προκύψουν. Όφειλε επίσης να ελέγχει το ψωμί αλλά και οτιδήποτε άλλο δινόταν καθημερινά στους ασθενείς. Επιπλέον κάθε φορά που ερχόταν ένας βαρεία άρρωστος, ο γιατρός, ο οποίος τον αναλάμβανε αρχικά, έπρεπε να δώσει πλήρη αναφορά στον «πριμικήριο» για την κατάσταση του και κατόπιν με εντολή του τελευταίου ένας νέος γιατρός αναλάμβανε τη φροντίδα του ασθενούς.


             Εκτός από τους «πριμικηρίους» στους θαλάμους κοντά στους γιατρούς υπηρετούσαν ένας δάσκαλος της ιατρικής τέχνης. Ο δάσκαλος όφειλε να εκπαιδεύσει τους νεαρούς γιατρούς στις γνώσεις της ιατρικής επιστήμης λαμβάνοντας χορηγία σε χρήματα, φαγητό κτλ, για την εργασία του.

                                  Το διοικητικό και εργατικό προσωπικό


             Επικεφαλής του νοσοκομείου ήταν ο «νοσοκόμος» (κάτι ανάλογο με ένα διευθυντή ή πρόεδρο ενός σημερινού νοσοκομείου), ο οποίος μαζί με τον επιστάτη φρόντιζαν να προμηθεύονται σε επαρκείς ποσότητες όλα τα απαραίτητα είδη που χρειάζονταν το νοσοκομείο και να διανέμουν σε αφθονία όλα τα αναγκαία στους ασθενείς.

 
             Το νοσοκομείο διέθετε τέσσερις φαρμακοποιούς (ένας «αρχιφαρμακοποιός» και τρεις ειδικοί επί των φαρμάκων) καθώς και δύο βοηθούς τους, ένα θυρωρό, πέντε γυναίκες, οι οποίες εργάζονταν στα πλυντήρια, έναν άνδρα επισταμένο για τη συνεχή ύπαρξη ζεστού νερού, δύο μαγείρους, δύο φουρνάρηδες, ένα μυλωνά, ένα σταβλίτη, ό οποίος θα είχε την ευθύνη για τα άλογα των γιατρών και παράλληλα θα εργαζόταν και στο μύλο, ένα φρουρό για την πύλη, ένα προμηθευτή των αναγκαίων ειδών, τρεις ιερείς (ένας θα ήταν υπεύθυνος για τις εξομολογήσεις των ετοιμοθάνατων και ένας άλλος για τις κηδείες), δύο αναγνώστες εκκλησιαστικών κειμένων, τέσσερις νεκροθάφτες και έναν καθαριστή των αποχετεύσεων.

 

             Το τυπικό του μοναστηριού καθόριζε τις μερίδες φαγητού για κάθε ασθενή, τη χρηματική βοήθεια που καθένας τους θα έπαιρνε από το νοσοκομείο αλλά και την τροφοδοσία του προσωπικού (βοηθούς, νοσοκόμους, υπηρέτες). Επίσης από το τυπικό λαμβάνονταν φροντίδα τόσο για την ατομική καθαριότητα των ασθενών, η οποία αποτελούσε ευθύνη του προσωπικού όσο και για την ύπαρξη ειδών καθαριότητας (πετσέτες, λεκάνες) και μαγειρικών σκευών. Επιπλέον – σύμφωνα πάντα με το τυπικό – ο νοσοκόμος και ο επιστάτης θα εφοδιάζονταν με χρήματα, τρόφιμα και όλα τα απαραίτητα παντοειδή υλικά για να ανταποκριθούν στις άμεσες ανάγκες του νοσοκομείου. Όλα τα μέλη του προσωπικού πληρώνονταν κανονικά (τα ποσά για κάθε εργασιακό πόστο ορίζονταν μέσα στο τυπικό) για την εργασία τους μέσα στο νοσοκομείο.

 

             Η οργάνωση, η δομή και η λειτουργία του νοσοκομείου της μονής Παντοκράτορα μας αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας πρότυπης μονάδας περίθαλψης μέσα στη βυζαντινή πρωτεύουσα. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς αν το συγκεκριμένο νοσοκομείο ήταν στα πρότυπα των υπόλοιπων βυζαντινών νοσοκομείων. Από τις διατάξεις ωστόσο του τυπικού, οι οποίες καθορίζουν και την παραμικρή λεπτομέρεια για τη φροντίδα των ασθενών και τη δράση του προσωπικού (γιατρών, νοσοκόμων, βοηθών, υπηρετών κτλ) μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η Κωνσταντινούπολη διέθετε ίσως το κορυφαίο νοσοκομείο στην μεσαιωνική Ευρώπη του 12ου αιώνα.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου