Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Οι Βυζαντινοί Δήμοι

             
 
 
 
          Από πολύ νωρίς στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης οι πολιτικές πεποιθήσεις του συγκεντρωμένου λαού στον Ιππόδρομο εκφράζονταν μέσα από τα αθλητικά σωματεία που σχετίζονταν με τις αρματοδρομίες.Τα σωματεία αυτά στην Κωνσταντινούπολη ονομάζονταν δήμοι και τα ισχυρότερα από αυτά ήταν οι Βένετοι («γαλάζιοι») και οι Πράσινοι, οι άλλες δύο παρατάξεις, που συχνά συνέπρατταν με τις προηγούμενες και τελικά φαίνεται ότι απορροφήθηκαν από αυτές, ήταν οι Ρούσιοι («κόκκινοι») και οι Λευκοί.
            Στις πηγές για τους δήμους και τα μέλη τους χρησιμοποιούνται οι όροι: δῆμοι, δημόται, δῆμος, μέρος. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία οι δήμοι αναφέρονται ως φατρίες του Ιπποδρόμου, αναφορά που υποβαθμίζει τη θέση τους στη ζωή της Κωνσταντινούπολης και των άλλων μεγάλων πόλεων της Αυτοκρατορίας και, ταυτόχρονα, αποτελεί υπεραπλούστευση. Η Κωνσταντινούπολη τους είχε κληρονομήσει απ' την αρχαία Ρώμη, όπου τον καιρό της δόξας της, μονομάχοι πάλευαν στο Κολοσσαίο και αρματηλάτες αγωνίζονταν φορώντας λευκές, πράσινες, κόκκινες και γαλάζιες στολές. Λέγεται πως τα χρώματα αντιπροσώπευαν τις εποχές: Λευκό για το χιόνι του Χειμώνα. Πράσινο για τη χλόη της Άνοιξης. Κόκκινο για τη ζέστη του καλοκαιριού και γαλάζιο ή βένετο για την καταχνιά του Φθινοπώρου. Κατά τον καιρό που βασίλευε ο Νέρωνας, οι Πράσινοι απορρόφησαν τους Κόκκινους και οι Βένετοι τους Λευκούς. Οι Πράσινοι αντιπροσώπευαν τα λαϊκά στρώματα ενώ οι Βένετοι την αριστοκρατική τάξη. Κάθε φατρία διατηρούσε ένα είδος λέσχης, είχε δικούς της στάβλους και αρματοδρόμους, δικό της τσίρκο με άγρια ζώα που ψυχαγωγούσαν το κοινό κατά τη διάρκεια των αγώνων. Οι επικεφαλείς των δήμων, οι δήμαρχοι πιθανώς να ορίζονταν απ ' τον αυτοκράτορα.
            Παρότι οι δήμοι αρχικά ήταν όντως σωματεία οπαδών, που έλαβαν τις ονομασίες τους από τα χρώματα του εξοπλισμού των ηνιόχων στις αρματοδρομίες, στην Κωνσταντινούπολη πολύ γρήγορα αναδείχτηκαν σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα, καθώς και ο χώρος δραστηριότητάς τους, ο Ιππόδρομος, είχε κεντρική θέση στη δημόσια ζωή της πρωτεύουσας. Παρόμοια εξέλιξη είχαν οι δήμοι και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ανατολής, όπου ο ρωμαϊκός αυτός αθλητικός θεσμός απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα υπό την επιρροή των φιλελεύθερων παραδόσεων των αρχαίων πόλεων.
            Αρχίζοντας από τα μέσα του 5ου αιώνα, οι σχέσεις μεταξύ των δήμων επηρεάζουν πολύ την πολιτική ζωή της Αυτοκρατορίας, και μάλιστα όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις, όπως είναι η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, η Απάμεια και η Αντιόχεια στη Συρία. Η αυτοκρατορική κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να υπολογίζει τους δήμους ως σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες και συχνά στηριζόταν στον ένα ή στον άλλο δήμο. Συνήθως μία παράταξη, οι Βένετοι ή οι Πράσινοι, έχαιρε της υποστήριξης της ανώτατης εξουσίας, ενώ η άλλη βρισκόταν, κατά κάποιον τρόπο, σε δυσμένεια. Ωστόσο, μερικές φορές οι παρατάξεις ενώνονταν σε κοινή εξέγερση κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας, αντιστεκόμενες στον απολυταρχισμό της και στις τάσεις σκληρού συγκεντρωτισμού. Στις διασωθείσες πηγές γίνεται αναφορά σε πολυάριθμες και πολύ συχνές ταραχές στον Ιππόδρομο κατά τον 5ο και τον 6ο αιώνα: τα έτη 491, 493, 498, 501, 507, 511, 512, 514, 515, 518, 520, 523, 532, 547, 549, 550, 553, 556, 559, 560, 561, 562, 563, 565. Μερικές χρονιές, όπως το 507, το 561 και το 562, συγκρούσεις και ταραχές σημειώθηκαν δύο φορές, ενώ υπήρξαν και περίοδοι κρίσης οι οποίες δεν μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια. Έχει υπολογιστεί ότι εκδηλώθηκαν πάνω από τριάντα συγκρούσεις σε περίοδο 74 ετών.
        Η πιο γνωστή λαϊκή εξέγερση υπήρξε η Στάση του Νίκα (532), που λίγο έλειψε να ανατρέψει τον Ιουστινιανό Α΄ (527-565). Η οικονομική εξαθλίωση, η καταπίεση και οι αδικίες μισητών αξιωματούχων εις βάρος του λαού προετοίμαζαν από καιρό το έδαφος της εξέγερσης, που επικράτησε για λίγες μέρες στην πρωτεύουσα κυρίως λόγω της ένωσης και της συμφιλίωσης των δήμων. Τελικά, ύστερα από διάφορες μηχανορραφίες της κυβέρνησης που σκοπό είχαν να διασπάσουν το λαό, οι στρατηγοί του Ιουστινιανού Βελισάριος, Ναρσής και Μούνδος εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στον Ιππόδρομο, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένος ο λαός για να στέψει αυτοκράτορα τον αριστοκράτη Υπάτιο, και έσφαξαν περίπου 35.000 ανθρώπους.

Οι  πολιτικο - θρησκευτικές τους πεποιθήσεις
            
         Παλαιότερα θεωρούνταν λανθασμένα ότι οι Βένετοι ήταν εκπρόσωποι των αριστοκρατικών ενώ οι Πράσινοι των λαϊκών στρωμάτων της βυζαντινής κοινωνίας. Φαίνεται όμως ότι η σύνθεση των δήμων ήταν πιο περίπλοκη και συνδύαζε περισσότερες τάσεις, πολιτικοκοινωνικές και θρησκευτικές. Το μεγαλύτερο μέρος και των δύο παρατάξεων αποτελούνταν από τα ευρύτερα στρώματα του αστικού πληθυσμού, όμως μέσα από τις παρατάξεις εξέφραζαν τα συμφέροντά τους άλλα, πολύ ισχυρά τμήματα της βυζαντινής κοινωνίας. Έτσι, οι ιθύνοντες των Βένετων εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα της παλιάς ελληνορωμαϊκής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και από θρησκευτικής άποψης υποστήριζαν την ορθοδοξία. Οι ιθύνοντες των Πράσινων, από την άλλη, εξέφραζαν τα συμφέροντα των αστών αξιωματούχων που αναδείχθηκαν στο παλάτι και στην κρατική διοίκηση, καθώς και τις επιδιώξεις των πλούσιων εμπόρων. Είχαν δεσμούς με την Ανατολή και έκλιναν προς το μονοφυσιτισμό και άλλες ανατολικές αιρέσεις. Ο μονοφυσιτισμός, αν και κηρύχθηκε αίρεση στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451, είχε ωστόσο ισχυρή βάση και πολλούς οπαδούς, ιδίως στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας 
                  Συνήθως σύμφωνα με τη θρησκεία στην οποία πίστευε ο αυτοκράτορας, ο αντίστοιχος δήμος είχε περισσότερα προνόμια και απολάμβανε την εύνοιά του. Ωστόσο, δεν ήταν πάντα αυτονόητο μονοφυσίτης αυτοκράτορας να υποστηρίζει τους Πράσινους, ούτε αντιστρόφως οι Πράσινοι να είναι πάντα υπέρ του μονοφυσίτη αυτοκράτορα. Για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α', ο οποίος είχε μονοφυσιτικές αντιλήψεις, παρουσιάζεται στα νεότερα ιστορικά έργα να υποστηρίζει τους Πράσινους, πράγμα που μάλλον δεν είναι σωστό, αφού σύμφωνα με μαρτυρίες χρονογράφων της εποχής, ο αυτοκράτορας ενδιαφερόταν για τη γαλήνη μέσα στο κράτος του και ήταν αμείλικτος σε κάθε απόπειρα ταραχής και διασάλευσης της τάξης απ ' όποιον κι αν προέρχονταν.
 
 Άλλα καθήκοντα που αναλάμβαναν οι δήμοι
 
             Επικεφαλής των παρατάξεων των Πράσινων και των Βένετων ήταν οι λεγόμενοι δήμαρχοι, τους οποίους τοποθετούσε η αυτοκρατορική κυβέρνηση. Εν καιρώ ειρήνης οι δήμοι συμμετείχαν σε δημόσια έργα, για παράδειγμα στην κατασκευή των τειχών της πόλης, ενώ σε έκτακτες περιστάσεις, όταν η Κωνσταντινούπολη απειλούνταν από κάποιον κίνδυνο, λειτουργούσαν ως πολιτοφυλακή. Θεωρείται ότι η μερίδα του πληθυσμού της πόλης που ήταν οργανωμένη στην πολιτοφυλακή αποτελούσε τον πυρήνα των δήμων. Γύρω από τον πυρήνα αυτόν συγκεντρώνονταν και στις δύο παρατάξεις τα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο αριθμός των ενεργών μελών των δήμων δεν ήταν μεγάλος. Έτσι, για παράδειγμα, σύμφωνα με το Θεοφύλακτο Σιμοκάττη, που βασιζόταν σε επίσημα στοιχεία, το 602 στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 1.500 Πράσινοι και 900 Βένετοι. Σύμφωνα με μεταγενέστερη πηγή, που πιθανότατα διογκώνει τους αριθμούς, οι δύο δήμοι την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄ (408-450) αριθμούσαν συνολικά 8.000 άτομα, που δεν ήταν ωστόσο παρά μόνο μικρό μέρος των κατοίκων της πρωτεύουσας. Τασσόμενος υπέρ των Βένετων ή υπέρ των Πράσινων, ο λαός συχνά έκανε πολιτική επιλογή. Ωστόσο οι δήμοι δεν μπορούν να θεωρηθούν πολιτικές παρατάξεις με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. 
 
 Το ενδιαφέρον του λαού για τους δήμους
 
            Ο πληθυσμός είχε υιοθετήσει τα χρώματα και αντιμάχονταν άγρια η μια με την άλλη μέσα και έξω απ ' τους αγώνες και τα θεάματα. Η εχθρότητα αυτή ήταν τόσο μεγάλη και έφτανε μέχρι τα πιο απόμακρα σημεία της αυτοκρατορίας. Χώριζε φίλους, ακόμα και οικογένειες, καταπατούσε τους νόμους, τρομοκρατούσε τους θρόνους κι ανακατευόταν στις άγριες θεολογικές διαμάχες της εποχής. Το μεγάλο ενδιαφέρον των λαϊκών στρωμάτων αποδεικνύουν αυτοσχέδια χαράγματα είτε σε μεμονωμένα αντικείμενα είτε σε μνημεία πολλών πόλεων της Ανατολής. Αυτά τα χαράγματα βρέθηκαν σε κίονες στοών, τοίχους αρχαίων θεάτρων, πύλες τείχων κ.α., στην Έφεσο, τα Δίδυμα, την Μίλητο, την Πριήνη, τα Ιερουσόλυμα, την Ηλιούπολη της Συρίας και σε πολλές ακόμη περιοχές.
 
Μερικά απ ' αυτά τα χαράγματα ήταν τα παρακάτω:

- Χριστιανών βασιλέων και Πρασίνων πολλά τα έτη
-Ορθοδόξων Πρασίνων + Χριστιανών βασιλέων
-Νικά η τύχη των Βενέτων
-Νικά η τύχη Ευτοκίου + Βενέτων + του γράψαντος
Πρόσφατα βρέθηκε για πρώτη φορά στην ηπειρωτική Ελλάδα μετά από ανασκαφή, πλίνθος με το χάραγμα:
-Νικά η τύχη Πρασίνων των ορθοδόξων
          Εκπληκτική μαρτυρία για το ενδιαφέρον των γυναικών προς τους δήμους αποτελεί χάραγμα πολυτελούς χτένας από ελεφαντοστό πάνω στην οποία είχε προστεθεί το εξής χάραγμα:
- Νικά η τύχη + Ελλαδίας και Βενέτων + αμήν
Η συγκεκριμένη χτένα βρέθηκε στην αιγυπτιακή πόλη Αντινόη και τώρα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.
 
 Λεξιλόγιο - φράσεις που χρησιμοποιούσαν για επικοινωνία με τον αυτοκράτορα
 
         Στον Ιππόδρομο, μετά τον θάνατο του Ζήνωνος (491), οι δήμοι περιμένοντας την εκλογή του νέου αυτοκράτορα εξέφραζαν αιτήματα και επιθυμίες:
<< πολλά τα έτη της αυγούστης  ορθόδοξον βασιλέα τη οικουμένη της φιλοχρίστου βασιλίδος πολλά τα έτη. Κύριε ελέησον βασιλεύ ουράνιε, δός ημίν επίγειον αφιλάργυρον βασιλέα τη οικουμένη...>>
          Οι δήμοι χαιρέτησαν τον Αναστάσιο Α' στον Ιππόδρομο με τα ακόλουθα συνθήματα:
<< άφθονα τη οικουμένη ως εζησας ούτως βασίλευσον  αγνούς άρχοντας τη οικουμένη... τους δηλάτορας (= τους καταδότες) έξω βάλε... το εξέρκιτον (= στράτευμα) συ έγειρον, τους δούλους σου ελέησον...>>
               Το παρακάτω απόσπασμα, αποτελεί διαξιφισμό μεταξύ των Πράσινων και του Ιουστινιανού πριν τη Στάση του Νίκα:
<<έτη πολλά , Ιουστινιανέ, αύγουστε, συ νικάς , αδικούμαι, μόνε αγαθέ, ου βαστάζω, οίδεν ο Θεός φοβούμαι ονομάσαι μη πλέον ευτυχήση και μέλλω κινδυνεύειν>>... << Ο πλεονεκτών με, τρισαύγουστε, εις τα τζαγγαρεία ευρίσκεται>>
             Με τα παραπάνω αποσπάσματα παρατηρούμε τη δομή των ομιλιών μεταξύ δήμων και αυτοκράτορα. Αρχικά οι δήμοι προσέφευγαν σε ευχές (έτη πολλά, συ νικάς) και τιμητικούς τίτλους (αύγουστε) ένω στη συνέχεια ανέφεραν τα αιτήματά τους και όλα όσα τους αποσχολούσαν.
               Μερικές απ ' τις λέξεις και τις φράσεις που χρησιμοποιούσαν ήταν οι παρακάτω: έτη πολλά, αύγουστε. τρισαύγουστε, συ νικάς κ.α.
            Ιστορικοί έμειναν οι χλευασμοί και τα σκωπτικά τραγούδια των Δήμων, όπως σώζονται από το Θεοφάνη. Για τον αυτοκράτορα Φωκά δε δίστασαν να του πουν καταπρόσωπο << πάλιν τον καύκον έπιες, πάλιν τον νουν απόλεσας;>>, ενώ για τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο που είχε έξι γιους και τρεις κόρες, περιπαίζοντας τον για την οικογενειακή του ζωή, την υπεροψία και τους περιορισμούς της ελευθερίας, του αφιέρωσαν το παρακάτω αιχμηρό τραγούδι, κατά την έξοδό του στο προάστιο των Βλαχερνών (601)
<< Βρήκε τη μικρή δαμαλίτσα (αγελάδα) τρυφερή και απαλή και, όπως το νεαρό κοκοράκι, αυτήν πεπήδηκεν και έκανε παιδιά ως τα ξυλοκούκουδα, και κανείς δεν τολμά να πει κουβέντα, αλλά όλους τους φίμωσε.
Άγιε, Άγιέ μου, φοβερέ και δυνατέ, δωσ΄ του μια στο κεφάλι για να μην ξιπάζεται κι εγώ θα σου αφιερώσω το μεγάλο βόδι>>.
                
            
 Οι δήμοι μετά τον 7ο αιώνα
 
            Σε μεταγενέστερες περιόδους οι Πράσινοι και οι Βένετοι, μαζί με τη Σύγκλητο, διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο όταν χήρευε ο θρόνος και ο προηγούμενος αυτοκράτορας δεν είχε ορίσει με οποιονδήποτε τρόπο τον διάδοχό του. Η αλήθεια είναι ότι αυτό δε συνέβαινε τόσο συχνά. Οι δήμοι είχαν επίσης σημαντικό ρόλο και στην ταραγμένη εποχή από το 695 έως το 717, ένα διάστημα δηλαδή είκοσι δύο ετών κατά το οποίο σημειώθηκαν επτά αλλαγές στο βυζαντινό θρόνο. Έτσι, για παράδειγμα, η παράταξη των Βένετων μετά την ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄ (685-695, 705-711) το 695, αναγόρευσε αυτοκράτορα το Λεόντιο (695-698), μέχρι τότε στρατηγό του νέου θέματος της Ελλάδας. Από την άλλη πλευρά, οι Πράσινοι ενίσχυσαν πολύ τον Τιβέριο Γ΄ Αψίμαρο (698-705) να ανεβεί στον αυτοκρατορικό θρόνο.

              Παλαιότερα λανθασμένα θεωρούνταν ότι οι δραστηριότητες των δήμων διακόπηκαν την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641). Ένα χωρίο στο χρονικογράφο Θεοφάνη σχετικά με μια κρίσιμη στιγμή το 811 –όταν στις συγκρούσεις με τους Βουλγάρους ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ σκοτώθηκε και ο βαριά τραυματισμένος γιος του Σταυράκιος, ο οποίος ήταν βέβαιο ότι δε θα επιζούσε, έπρεπε να επιλέξει τον διάδοχο– επιβεβαιώνει το ρόλο των δήμων μέχρι τις αρχές του 9ου αιώνα. Όμως, οι δήμοι όλο και περισσότερο προσλαμβάνουν «διακοσμητικό» χαρακτήρα, συμμετέχοντας απλώς στις μεγαλοπρεπείς τελετές του παλατιού, κάτι που μπορούμε να διαπιστώσουμε μέχρι και το 12ο αιώνα.
 
Ιστορία των Ελλήνων -- Δομή
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού
Βυζαντινή Ιστορία Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου
Θεοδώρα - Απ' τον βούρκο στον θρόνο Πωλ Γουέλμαν
Βελισάριος - Το σπαθί του Ιουστινιανού Ρόμπερτ Γκρεϊβς



Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός

 
 
 
 
 
 
 
Βιογραφία
           Διαπρεπέστατος θεολόγος και ποιητής του 8ου αιώνα μ.Χ. και Πατέρας  της Εκκλησίας. Γεννήθηκε στη Δαμασκό στα τέλη του 7ου αιώνα μ.Χ. και έτυχε επιμελημένης αγωγής από τον πατέρα του Σέργιο, που ήταν υπουργός οικονομικών του άραβα χαλίφη Αβδούλ Μελίκ του Α’. Δάσκαλός του ήταν κάποιος πολυμαθής και ευσεβέστατος μοναχός, που ονομαζόταν Κοσμάς και ήταν από τη Σικελία. Ο Σικελός μοναχός πράγματι, εκπαίδευσε τον Ιωάννη και τον θετό του αδελφό Κοσμά τον Μελωδό  άριστα σ' όλους τους κλάδους της γνώσης.
                Όταν πέθανε ο Σέργιος, ο γιός του Ιωάννης διορίστηκε, χωρίς να το θέλει, πρωτοσύμβουλος του χαλίφη Βελιδά (705 - 715 μ.Χ.). Αργότερα, όταν ο χαλίφης Ομάρ ο Β' εξήγειρε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Ιωάννης μαζί με τον θετό του αδελφό Κοσμά (τον έπειτα επίσκοπο Μαϊουμά), έφυγαν από τη Δαμασκό και πήγαν στην Ιερουσαλήμ. Εκεί ο Ιωάννης έγινε μοναχός στην περίφημη Μονή του αγίου Σάββα, όπου έμεινε σ' όλη του τη ζωή, μελετώντας και συγγράφοντας.
             Στο διωγμό κατά των αγίων εικόνων, επί Λέοντος του Ισαύρου (726 μ.Χ.), πήρε ενεργό μέρος και συνέγραψε τους τρεις γνωστούς λόγους υπέρ των αγίων εικόνων, πράγμα που θορύβησε τον Λέοντα. Αναφέρεται ότι ο Λέων διέταξε να μιμηθούν την γραφή του Δαμασκηνού και να στείλουν στο Χαλίφη πλαστή επιστολή του, με την οποία να φαίνεται ότι αυτός προσέφερε τη Δαμασκό στους Βυζαντινούς. Ο Χαλίφης πείστηκε και του έκοψε το δεξί χέρι το οποίο όμως γιατρεύτηκε ως εκ θαύματος. Τότε έγραψε τον Α΄ Ειρμό του Κανόνος του Α' ήχου «Σου η τροπαιούχος δεξιά, θεοπρεπώς εν ισχύϊ δεδόξασται».

            Ο Ιωάννης κατανάλωσε όλη του τη ζωή για τη δόξα της Εκκλησίας και άφησε σε μας θησαυρούς ανυπολόγιστης αξίας. Έζησε με οσιότητα πάνω από εκατό χρόνια και κοιμήθηκε ειρηνικά το 749 μ.Χ. Τάφηκε στη Μονή του Αγίου Σάββα. Χάρη στην ευγλωττία του ονομάσθηκε και «Χρυσορρόας», ενώ για το πλούσιο μουσικό του έργο ονομάστηκε «Μαΐστωρ της μουσικής».
Συγγραφικό έργο
            Ο Ιωάννης μας παρέδωσε πλουσιότατο έργο σε όλους τους τομείς της Θεολογίας. Αφιερωμένος στη συχνή μελέτη της Πατερικής Παράδοσης και της ελληνικής φιλοσοφίας κατέγραψε άνετα τον πλούτο της εμπειρίας του. Οι κριτικοί σήμερα αρνούνται την πρωτοτυπία , αλλά αυτό δεν αφορά σε όλα τα έργα του.
              Τα έργα διακρίνονται σε δογματικά, αντιρρητικά, απολογητικά, ηθικά, ομιλίες, ερμηνευτικά, αγιολογικά και υμνογραφικά.
 
I) Δογματικά

             α) το σπουδαιότερο δογματικό σύγγραμμα είναι η τριλογία «Πηγή γνώσεως». Διαιρείται σε τρία μέρη, όπου αναπτύσσονται οι φιλοσοφικές προϋποθέσεις, οι παρεκκλίσεις των αιρέσεων και τα δόγματα της Εκκλησίας. Το πρώτο μέρος ονομάζεται «Φιλοσοφικά Κεφάλαια» και αποτελεί φιλοσοφική εισαγωγή στη χριστιανική θεολογία. Στο μέρος «Περί τῶν αἱρέσεων» εξετάζονται σύντομα εκατό αιρέσεις σε εκατό κεφάλαια. Το τρίτο μέρος είναι η «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», το οποίο διαιρείται σε εκατό κεφάλαια και αποτελεί σύστημα δογματικής θεολογίας της Ορθοδοξίας. Γράφοντας το έργο αυτό ο Ιωάννης, όπλισε τους υπερασπιστές της τιμής των εικόνων με ένα ισχυρό όπλο στον αγώνα με τους αντιπάλους τους• όπλο που τους έλειπε κατά την έναρξη της Εικονομαχίας. Εδώ θέλει να προσφέρει εκκλησιαστικό και όχι προσωπικό δογματικό σύστημα. Από τους Πατέρες κυριαρχεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ακολουθούν οι Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Διονύσιος Αρεοπαγίτης κ.ά.
              β) «Λίβελλος περί ὀρθοῦ φρονήματος». Ανακεφαλαιώνει τα θεμελιώδη δόγματα της Ορθοδοξίας με βάση το Σύμβολο της Πίστεως.
              γ) «Εἰσαγωγή δογμάτων στοιχειώδης». Εξετάζει τους βασικούς όρους και τις κύριες διακρίσεις της χριστιανικής δογματικής.
               δ) «Περί τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων» (αμφιβαλλόμενο).
 
 
II) Ἀντιρρητικά.
          Σώζονται δύο πραγματείες εναντίον των Νεστοριανών, τρεις εναντίον των Μονοφυσιτών και εναντίον του Μονοθελητισμού. Οι περίφημες τρεις πραγματείες «Περί εἰκόνων» απετέλεσαν την πιο πολύτιμη πηγή των εικονοφίλων για την υπεράσπιση των ι. εικόνων. Γράφθηκαν σταδιακά στην πρώτη φάση της Εικονομαχίας και, συγκεκριμένα, από το 726 μ.Χ. ως το 731 μ.Χ. Εξετάζουν με μετριοπάθεια το πρόβλημα, δίδοντας το ορθό νόημα στη χρήση των εικόνων. Στο έργο αυτό παρουσιάζεται κατά τρόπο και η πολιτική του Λέοντα Γ’ για το θέμα.
 
III) Ἀπολογητικά.
         α) «Διάλογος κατά Μανιχαίων», ο οποίος είναι ερωταποκρίσεις ενός ορθοδόξου με οπαδό της παλιάς αίρεσης των Μανιχαίων.
β) Στο «Διάλεξις χριστιανοῦ καί σαρακηνοῦ» γίνεται λόγος για την αιτία του καλού και του κακού.
 
IV) Ἠθικά.
             α) «Ἱερά παράλληλα». Είναι μια ογκώδης ανθολογία Βιβλικών και Πατερικών χωρίων, η οποία αναφέρεται στο θρησκευτικό και ηθικό βίο.
          β) «Περί τῶν ἁγίων νηστειῶν πρός Κομητᾶν». Εξετάζει το θέμα της διάρκειας της νηστείας της Τεσσαρακοστής.
 
V) Ὁμιλίες.
          Μία «Εἰς τό Γενέσιον » και τρεις «Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου». Ακόμη «Εἰς τήν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου», «Εἰς τήν ξηρανθεῖσαν συκῆν» και «Εἰς τό Μέγα Σάββατον». Τέλος, οι ψευδεπίγαφες ομιλίες είναι πολυάριθμες.
            
VI) Ἑρμηνευτικά. Η ενασχόληση του Δαμασκηνού με την ερμηνεία των Γραφών υπήρξε περιορισμένη. Έχουμε μόνο την ερμηνεία «Εἰς τάς ἐπιστολάς τοῦ Παύλου», που αποτελεί επιτομή της εκτενούς ομιλητικής ερμηνείας του Ιωάννου Χρυσοστόμου.
 
VII) Ἁγιολογικά.
α) «Ἐγκώμιον εἰς Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον».
β) «Ἐγκώμιον εἰς τήν ἁγίαν Βαρβάραν».
γ) «Μαρτύριον τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης».
δ) Ο «Βίος Βαρλαάμ καί Ἰωάσαφ» είναι το σπουδαιότερο αγιογραφικό κείμενο του Ιωάννη, διότι γνώρισε μεγάλη διάδοση ως διήγημα.
 
VIII) Ὑμνογραφικά.
            Ο Δαμασκηνός είναι επίσης ένας από τους σπουδαιότερους μελωδούς της Εκκλησίας. Το ποιητικό του έργο θεωρείται από τα σημαντικότερα στην ορθόδοξη υμνογραφική παράδοση. Είναι ένας από τους εισηγητές του ποιητικού είδους των Κανόνων. Σώζονται 90 Κανόνες του, από τους οποίους οι 14 έχουν συμπεριληφθεί στα λειτουργικά βιβλία. Περίφημος είναι ο «Κανών εἰς τό ἅγιον Πάσχα» και το υμνογραφικό τμήμα των Κυριακών στο βιβλίο της Παρακλητικής• γνωστό ως Ὀχτώηχος της Κυριακής. Οι ύμνοι του επηρέασαν τους μεταγενέστερους ποιητές και απετέλεσαν τον πυρήνα των ακολουθιών της εβδομάδος.


Tα όργανα της βυζαντινή κοσμικής μουσικής

        
 
 
 
            Η βυζαντινή περίοδος που σηματοδοτείται από την απουσία της πόλης κράτους οδήγησε την μουσική δραστηριότητα να αναπτυχθεί στα περιβάλλοντα της συγκεντρωτικής εξουσίας.[1] Το κράτος ασκούσε απόλυτο υλικό και πνευματικό έλεγχο σε όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής.[2]

             Η μουσική δημιουργία της εποχής εκφράστηκε  μέσα από το δίπολο που ήθελε την λαϊκή μουσική να ακολουθεί ανεξάρτητη πορεία και την λόγια να ακολουθεί την θρησκευτική λατρεία.[3] Η εκκλησία έθεσε την μουσική στην υπηρεσία των αναγκών της, καλύπτοντας το μωσαϊκό πολλών λαών με κοινή ενιαία λειτουργική μουσική, [4]υιοθετώντας το a capella άσμα, το οποίο ήταν είδος ανυποληψίας στην κλασική περίοδο. [5]
 
           Με τον όρο βυζαντινή μουσική εννοούμε την επίσημη έκφραση της Αυτοκρατορίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη που δημιουργήθηκε για λειτουργικούς-δογματικούς λόγους και στηρίχθηκε στην ψαλτική τέχνη και υμνογραφία.  Χαρακτηριστικά της εκτός τη μονοφωνική εκτέλεση, είναι  η πλούσια εκφραστικότητα, το άριστο δέσιμο με τον λόγο, την χειρονομία και κυρίως ο αποκλεισμός των οργάνων. [6] Συχνά συγχέεται με την μουσική δραστηριότητα της βυζαντινής περιόδου γνωστή ως μουσική του Βυζαντίου που καλύπτει όλα τα είδη μουσικών που εμφανίστηκαν στα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[7] Στο πέρασμα των χρόνων η σύγχυση και ταύτιση αυτή είχε ως θετική επίπτωση την διάσωση της λόγιας εκκλησιαστικής μουσικής αλλά την ταυτόχρονη διατήρησή της στα αυστηρά πλαίσια της Εκκλησίας.[8]

            Αναντίρρητα, η έρευνα για την κοσμική λαϊκή μουσική που μεταδίδονταν με την παράδοση δυσκολεύεται από την θρησκευτική φύση του βυζαντινού πολιτισμού.[9] Από τις λιγοστές πηγές αντιλαμβανόμαστε ότι πολλά από τα όργανα της αρχαίας εποχής πέρασαν στην βυζαντινή έως και την σύγχρονη εποχή αρκετά παραλλαγμένα.[10] Έχουμε λοιπόν :

Α) Τα τοξωτά έγχορδα στα οποία ανήκουν

1. η αχλαδόσχημη λύρα με δοξάρι,

2. τα όργανα της οικογένειας της άρπας και του ψαλτηρίου( σαντούρι, κανονάκι, άρπα) και

3. της οικογένειας του λαούτου (πανδούρα, θαμπούρα, ταμπούριν).

Β) Τα Αερόφωνα στα οποία περιλαμβάνονται οι αυλοί (σουραύλια πλαγίαυλοι), εκκλησιαστικό όργανο, τούμπα, σάλπιγγα, βούκινο, σύριγγα Πανός και

Γ) Τα κρουστά ή μεμβρανόφωνα.
 

          Τα όργανα στο Βυζάντιο ήταν κυρίως φορητά. Θα τα παραθέσουμε ανάλογα με την χρήση τους που ήταν η λαϊκή διασκέδαση, ο ιδιωτικός βίος (γάμοι, ονομαστικές εορτές και πανηγύρεις) το στράτευμα και οι τελετές του Παλατιού.

          Ειδικότερα, τα όργανα λαϊκών διασκεδάσεων τα συναντούμε μέσα από τα άσεμνα θυμελικά παίγνια, διασκεδάσεις με αφορμή γιορτές πανηγύρεις με σκοπό τον χορό, τραγούδι και το θέαμα στα οποία κατέφευγαν κυρίως οι λαϊκές μάζες του Βυζαντίου που ζούσαν στην φτώχεια.[11] Σε αυτές λάμβαναν μέρος ακροβάτες, χορευτές, ηθοποιοί και ο λαός και διαδραματίζονταν από το παλάτι έως και τις γειτονιές των φτωχικών συνοικιών, με την συνοδεία αυλού και κιθάρας.[12]  Με τον όρο κιθάρα προσδιορίζεται μια πλειάδα οργάνων που παραπέμπουν στην αρχαία κιθάρα, την πανδούρα, η οποία  μοιάζει με το σημερινό μπουζούκι και τα συναντάμε με ονομασίες όπως λαβούτον, πανδούριν, θαμπούριν, ταμπούριν κ.ά.
 

           Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χορδόφωνα με δοξάρι -επίδραση των Αράβων- τα οποία ονομάζονται λύρα – σαν την Κρητική αχλαδόσχημη- αλλά ουσιαστικά πρόκειται για τελείως διαφορετικό όργανο από το αρχαίο. Στα πολύχορδα περιλαμβάνονται όργανα διαφόρων σχημάτων και λειτουργιών με αντιπροσωπευτικά τις άρπες και δύο είδη ψαλτηρίων : το κρουστό σαντούρι και το κανονάκι. Στα αερόφωνα πρωταγωνιστεί ο αυλός με ονόματα όπως δόναξ και κάλαμος και στα υστεροβυζαντινά χρόνια ως σουραύλια και πλαγίαυλοι ή και δίαυλοι. Φυσικά συνεχίζουν να είναι όργανα επιλογής των ποιμένων, κυρίως δε η σύριγγα του Πανός. Επίσης χρησιμοποιούνταν στις διασκεδάσεις και τους χορούς και ο μουσικός που τους έπαιζε ονομάζονταν σουρουλιστής ή χοραύλης.[13] Τέλος στα κρουστά ανήκουν τύμπανα, κρόταλα, κύμβαλα, σείστρα, πληθία και οι ανακαράδες.

            Στην στρατιωτικοποιημένη αυτοκρατορία του Βυζαντίου ήταν επιβεβλημένη η χρήση οργάνων αν και συχνά συγχέεται με τη ρωμαϊκή περίοδο. Κυριαρχούν το βούκινο ή βουκάνη που κατασκευάζονταν από κέρατο ζώου και αργότερα από μέταλλο.[14] Χρησιμοποιούνταν ως σύνθημα επίθεσης στο πεδίο μάχης, πορείες ασκήσεις,[15]ή σε συνθήματα έναρξης εργασιών μέσα στο στρατόπεδο.[16]Ακολουθεί η σάλπιγγα ή με την παλιά ονομασία tubaμ σωλήνας που παρήγαγε οξύ ήχο. Σήμαινε την λήξη ή οπισθοχώρηση αλλά χρησιμοποιήθηκε και στις αυλικές ανάγκες για επευφημίες ώσπου έγινε απαραίτητη στις επίσημες τελετές.[17]

         Υπάρχει μια σύγχυση για το αν η λέξη όργανον που απαντάται συχνά  αναφέρεται στο αρμόνιο ή χαρακτηρίζει γενικά τα μουσικά όργανα.[18] Μάλλον αναφέρεται στο βυζαντινό πολύαυλον, εξέλιξη της αρχαίας υδραύλεως που ο παλιός του μηχανισμός αντικαταστάθηκε με σύστημα φυσερών. Το όργανο συνδέθηκε με το τυπικό των τελετών στο Παλάτι και διατηρούσε σημασία αυτοκρατορικού συμβόλου.[19]Το χρησιμοποιούσε η Αυλή για να δείξει την ισχύ της κατά την υποδοχή πρεσβειών.[20]

          Δεν πρέπει να παραλείψουμε τις καμπάνες και τα σήμαντρα  που χρησιμοποιούνταν στις εκκλησίες και στις Μονές. Εισάγονται στην λατρεία τον 7ο αιώνα αρχικά με  υλικό κατασκευής το ξύλο και αργότερα το μέταλλο. Συνδεδεμένες με το τυπικό της Εκκλησίας σηματοδοτούν τον εσπερινό, τις λιτανείες, τις γιορτές, τον θάνατο, την χαρά ακόμα και τον κίνδυνο.[21]
  
 
Πηγή    << Πεμτουσία>>
 
[1] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Β, σ.178.

[2] Πλωρίτης Μ., 1999, σ.30.

[3] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Α, σ.313-314

[4] Νef K., 1960, σ.60.

[5] Άσμα χωρίς συνοδεία οργάνου Reinach T., 1999, σ.151.

[6] Κινήσεις του κορυφαίου με το χέρι Πλακογιαννάκης Ε.Κ.,2006, σ.211-213.

[7] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Β, σ.178-179.

[8] Λέκκας Δ., 2003, τόμος Α, σ.226-227.

[9] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 275-276.

[10] Καρακάσης Στ., 1970, σ.23.

[11] Καθημερινή 1998, Μαλιάρας Ν., σ.8.

[12] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 276.
 [13] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.269.

[14] Καθημερινή, 1998, Μαλιάρας Ν., σ.9.

[15] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.290.

[16] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ. 279.

[17] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.291.

[18] Wellesz E, 2010, σ.719.

[19] Πολλές φορές ήταν φτιαγμένο από χρυσό.

[20] Μαλιάρας Ν., 2003, τόμος Β, σ.279-280.

[21] Πλακογιαννάκης Κ.Ε., 2006, σ.298-302.   Βιβλιογραφία.

●Νef  Κ, Ιστορία της Μουσικής, μεταφρ Φ.Ανωγειανάκης, εκδ Απόλλων, Αθήνα 1960.

●Μιχαηλίδης Σ., Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα, 1982.

●Λέκκας Δ, Παπαοικονόμου- Κηπουργού ., κ.ά., Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, τ. Α΄, τ. Β΄ , ΕΑΠ, Πάτρα 2003.

●West.M.L., Αρχαία Ελληνική Μουσική, μεταφρ Στ Κομνηνός, εκδ.Παπαδήμα Αθήνα 1999.

●Βυλερμόζ Ε, Ιστορία της μουσικής, μεταφρ. Λεωτσάκος Γ, εκδ Υποδομή, Αθήνα 1980

●Εφημερίδα Καθημερινή, ένθετο 7 ημέρες, 18-1-1998. Τα μουσικά όργανα των Αρχαίων Ελλήνων, επιμ. Αφιερώματος Σέλλα Όλγα.

●Νeubecker A.J., Η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1986.

 ●Wellesz E., Η βυζαντινή μουσική και λειτουργία στο Η Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (β΄)Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, μτφ Ντουντού Σαούλ εκδ Μέλισσα , σ.718-722. στο Παράλληλα Κείμενα για την Θεματική Ενότητα ΕΛΠ 40, Πάτρα 2010.

●Τυροβολά Β., Τα μουσικά όργανα του Βυζαντινού χορού και η στάση των εκκλησιαστικών ανδρών απέναντί τους, Συνοδευτικά Κείμενα για την ΕΛΠ40, Πάτρα 2010.

●Καρακάσης Στ, Ελληνικά Μουσικά όργανα, εκδ Δίρφος, Αθήνα 1970.

●Reinach Theodore, Η Ελληνική Μουσική, μεταφρ Καραστάθη Αναστασία – Μαρία, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1999.

● Πλακογιαννάκης Κίμωνος  Εμμανουήλ, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος και πολιτισμός των Βυζαντινών, Θεσσαλονίκη 2006.

●Ηλιάδης Κ., Μελετήματα Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, τόμος α, Αθήνα 2002.



Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

O ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ --- γ΄μέρος

   

 
 
 
         Ιπποδρομίες, ασχέτως αν ήσαν «μαχητικές» ή όχι, εγίνοντο στην Κωνσταντινούπολι και τίς άλλες πόλεις τού κράτους κατά διάφορα χρονικά διαστήματα και έπ’ ευκαιρία διαφόρων γεγονότων. Κατ’ αρχήν βεβαίως υπήρχαν οι προγραμματισμένοι για ορισμένες ημέρες αγώνες, το «ιππικόν τού καταλόγου». Ετελούντο κατά τις μεγάλες θρησκευτικές εορτές «εν ταις φαιδραίς τής των Χριστιανών πίστεως ημέραις» και κυρίως τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια, το Πάσχα, των Αγίων Αποστόλων και τις άλλες σημαντικές ημέρες τής Χριστιανοσύνης. Πλην των θρησκευτικών όμως εορτών ό Ιππόδρομος λειτουργούσε και έπ’ ευκαιρία χαρμοσύνων διά την αυτοκρατορίαν γεγονότων. Τα γεγονότα αυτά, τα οποία καθορίζονται από την Έκθεσι Κωνσταντίνου τού Πορφυρογεννήτου, ήσαν το νατάλιον τού βασιλέως, ή ημέρα δηλαδή των γενεθλίων του, ή 11η  Μαΐου, επέτειος των γενεθλίων τής Κωνσταντινουπόλεως, ή τέλεσις βασιλικών ή πριγκιπικών γάμων, ή γέννησις ή η βάπτισις τέκνων τού βασιλέως κ.λπ.
               Ιπποδρόμιο επίσης εγίνετο και κατά την υποδοχή ξένων επισήμων, την τέλεσι θριάμβου και, πολλές φορές, όταν οι ειδήσεις από το μέτωπο δεν ήσαν ευχάριστες, για να περισπάται ή προσοχή τού λαού. Ιδιαιτέρως επίσημες ήσαν οι ιπποδρομίες τής Διακαινησίμου Εβδομάδας και τής 11ης  Μαΐου. Οι πρώτες ελέγοντο «χρυσούν Ιπποδρόμιον» εκ τού γεγονότος, ότι στους νικητάς ηνιόχους εδίδοντο ως έπαθλον χρυσά νομίσματα. Οι δεύτερες ονομάζοντο «λαχανικόν ιπποδρόμιον», γιατί μετά την λήξι τού αγώνος εμοιράζοντο στον λαό εντός τού σταδίου λάχανα, ψάρια και άφθονα γλυκίσματα. Υπήρχε και «μακελλαρικό ιπποδρόμιο», κατά το οποίο εμοιράζοντο κρέατα.
               Ανεξαρτήτως τού αν οι αγώνες ήσαν προγραμματισμένοι ή όχι, την εντολή τής διεξαγωγής των έπρεπε να δώση ό βασιλεύς, ό οποίος ηρωτάτο «ει κελεύει αχθήναι το ιππικόν». Μετά την έγκρισι άρχιζαν οι σχετικές προετοιμασίες. Και κατ’ αρχήν την παραμονή τής ιπποδρομίας εκρεμάτο στην κυρία είσοδο τού Ιπποδρόμου το λεγόμενο βήλον, πού, κατά μία άποψι, ήτο ή επίσημη βυζαντινή σημαία. Ή ανάρτησις τού βήλου εσήμαινε, ότι την επομένη θα διεξήγετο ιπποδρομία. Εν συνεχεία υπό την επίβλεψι τού επάρχου, πού ήταν σημειωτέον ό ανώτατος αστυνομικός άρχων τής Κωνσταντινουπόλεως και υπεύθυνος για την τάξι κατά την διάρκεια των αγώνων, εκαθαρίζετο ό στίβος και εστρώνετο με ρινίσματα κέδρου. Την ημέρα τής ιπποδρομίας και αφού προηγουμένως είχαν κληρωθή οι ίπποι και οι ηνίοχοι, οι οποίοι θα ελάμβαναν μέρος στον αγώνα και όλα ήσαν έτοιμα, ειδοποιείτο ό πραιπόσιτος, αυλικός αξιωματούχος, ότι έπρεπε να αρχίσουν οι αγώνες. Τούτο ανέφερε ό πραιπόσιτος στον βασιλέα. Ο τελευταίος αφού περνούσε από διάφορα ευκτήρια και άναβε κεριά, ανέβαινε από την μυστική σκάλα, τον «κοχλιό», στον κοιτώνα τού «Καθίσματος», δωμάτιο ευρισκόμενο πλησίον τής βασιλικής εξέδρας. Εκεί, εισήρχοντο οι λεγόμενοι βεστίτορες και τού φορούσαν την επίσημη βασιλική στολή. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ό λαός ανέμενε με αγωνιά τον αυτοκράτορα, ποσκαλώντας τον με τις φράσεις: «ανάτειλον ή ένθεος βασιλεία», «ανάτειλον ή εκλογή τής Τριάδος» κ.ά. Μετά τίς επιφωνήσεις των θεατών ό βασιλεύς ενεφανίζετο στο «σέντζο» και κρατών το άκρο τής χλαμύδος «εσφράγιζε» τρεις φορές τον λαό. Πρώτα τούς απέναντί του ευρισκομένους, έπειτα τούς Βενέτους, πού ευρίσκοντο δεξιά και εν συνεχεία τούς Πρασίνους, πού εκάθηντο αριστερά. Εν τω μεταξύ τα πλήθη, αναφωνούσαν με στεντορεία φωνή, κατά την Έκθεσιν Κωνσταντίνου τού Πορφυρογεννήτου, «Άγιος, άγιος, άγιος. Πολλά, πολλά, πολλά, πολλά έτη εις πολλά», Συγχρόνως οι φίλαθλοι παρατηρούσαν τον βασιλέα, για να διαπιστώσουν ποιας παρατάξεως, των Βενέτων ή των Πρασίνων, φέρει τα εμβλήματα, πράγμα πού εσήμαινε, ότι την παράταξι εκείνη υπεστήριζε. Στην συνέχεια ό λεγόμενος μαππάριος, ευρισκόμενος στο μέσον τού Ιπποδρόμου έδιδε το σύνθημα, οπότε άνοιγαν οι πόρτες και οι ηνίοχοι κατελάμβαναν τις θέσεις τους επί τής χαραγμένης επί τού εδάφους λευκής γραμμής. Ή εμφάνισις των αρμάτων προκαλούσε παραλήρημα ενθουσιασμού και μυριόστομος ακολουθούσε ή ευχή τού όχλου: «άρτι και άρτι, Κύριε, βοήθησον».
               Μετά την εκκίνησι οι τέσσερις ηνίοχοι, προσπαθούσαν, όπως είναι φυσικό, να έλθουν πρώτοι. Κατά την διάρκεια τής διαδρομής το ένα άρμα προσπαθούσε να ανατρέψη το άλλο. Μεγάλη επιτυχία εθεωρείτο για τον αναβάτη να καταστρέψη το άρμα τού αντιπάλου του. Κατά την συμπλοκή των αρμάτων οι ηνίοχοι αλληλοεκτυπώντο με τον αγριώτερο τρόπο. Ο πρώτος προσπαθούσε να εμποδίση τούς όπισθεν ερχομένους να τον προσπεράσουν. Εκείνοι πάλι ηγωνίζοντο να τον πλησιάσουν και να τού βγάλουν την περικεφαλαία, το κασσίδιον, όπως την έλεγαν οι Βυζαντινοί. Η αποκασσίδωσις αποτελούσε, κατά τον κανονισμό τού Ιπποδρόμου, ήττα. Το αυτό ίσχυε και εάν το κασσίδιον έπεφτε μόνο του κατά την διάρκεια τής διαδρομής. Ιδιαιτέρως εδοκιμάζετο ή ικανότης των αρματοδρόμων, όταν περνούσαν τον λεγόμενο καμπτόν. Εκεί έπρεπε με επιδεξιότητα να μαστιγώνεται ό δεξιός ίππος, ό οποίος θα διέτρεχε μεγαλύτερο κύκλο και να συγκρατήται ό αριστερός, ώστε το άρμα να μή ανατραπή. Νικητής ανεκηρύσσετο ό ηνίοχος, ό οποίος διέτρεχε επτά σπάτια, επτά δηλαδή πλήρης κύκλους και ετερμάτιζε πρώτος.
               Αυτονόητο είναι, ότι συχνά ήσαν τα θανατηφόρα ατυχήματα με θύματα κυρίως αρματοδρόμους, αλλά ενίοτε και απρόσεκτους θεατάς. Πολλά επίσης άρματα κατεστρέφοντο ιδίως στον καμπτόν λόγω ανατροπής των. Μετά την πρώτη ακολουθούσαν τρεις ακόμη ιπποδρομίες, τρία «βαΐα», όπως ελέγοντο, επειδή στους νικητάς πλην των άλλων εδίδοντο ως έπαθλον και Βάϊα, δηλαδή κλάδοι φοίνικος. Εις τα τέσσαρα βαΐα πού διεξήγοντο μέχρι τής μεσημβρίας ελάμβαναν μέρος δεκαέξη άρματα. Μετά την λήξι τού τελευταίου βαΐου, ό βασιλεύς ανεχώρει προς το πλησίον τού «καθίσματος» υπνοδωμάτιον, όπου, αφού έβγαζε την επίσημη στολή συνέτρωγε με τούς άρχοντες στο τρίκλινο. Εν συνεχεία αποχωρούσε προκειμένου να αναπαυθή ώστε να παρακολουθήση και το απογευματινό ιπποδρόμιο, πού σε τίποτε δεν διέφερε τού πρωινού. Εν τω μεταξύ οι θεαταί, και έφ’ όσον βεβαίως υπήρχε και απογευματινό βαΐο, παρέμενον στις θέσεις τους. Από τον Ιππόδρομο αναχωρούσαν αργά το βράδυ «υπό λαμπάσι και λύχνοις», κατά την έκφρασι τού Χρυσοστόμου.
                Προηγουμένως, μετά την λήξι των αγώνων και την ανακήρυξι των νικητών, ό λαός επευφημούσε διά των φράσεων: «καλώς ήλθες, Ουράνιε» εάν ό νικητής ήταν Βένετος, «καλώς ήλθες Ολύμπιε μετά νίκης», εάν ό νικητής ήταν Πράσινος. Έπειτα οι νικηταί και οι οπαδοί τους εστέκοντο προ τού βασιλέως και τού απηύθυναν την εξής ευχή: «Πολλά, πολλά, πολλά, πολλά έτη εις πολλά:
Πολλοί υμίν οι χρόνοι ή ένθεος βασιλεία, πολλοί υμίν οι χρόνοι ό δείνα και ό δείνα Αυγούσται των Ρωμαίων, πολλοί υμίν οι χρόνοι, δεσπόται συν ταις αυγούσταις και τοις πορφυρογεννήτοις». Εν συνεχεία παρακαλούσαν τον αυτοκράτορα πρώτον μεν να στεφανώση τούς νικητάς και δεύτερον να επιτρέψη να εορτάσουν με χορούς την νίκη. «Στεφανώσατε τούς δούλους υμών, ει κελεύετε» και «αίτησιν μιαν έχομεν οι δούλοι υμών απέλθωμεν χορεύσαι». Μετά τίς επευφημίες και τίς ευχές προς τον βασιλέα, ό ακτουάριος, έδινε κάτω από το βασιλικό «κάθισμα» τα βραβεία στους νικητάς. Κατά την διάρκεια τής απονομής των επάθλων οι κράχτες των νικητών απηύθυναν και πάλι ευχές προς τον αυτοκράτορα, παρακαλούντες τον Θεό να σώζη «το ορθόδοξον κράτος, τούς δεσπότας και τας αυγούστας των Ρωμαίων». Μετά την απονομή των βραβείων, πού ήσαν εκτός από στεφάνι φοίνικος, νομίσματα, φορέματα και πολλάκις και αργυρούς στέφανους, κατ’ εντολήν τού βασιλέως επετρέπετο στους νικητάς «χορεύσαι εκτάκτως», οπότε εκείνοι χορεύοντες, τραγουδούντες συρίζοντες και με κάθε τρόπο εκδηλώνοντες την χαρά των, έφθαναν στην Μέση, την κεντρική λεωφόρο τής Κωνσταντινουπόλεως. Όταν τελείωνε το ξεφάντωμα χαράς, όλοι μαζί πήγαιναν στην εκκλησία να ευχαριστήσουν τον Θεό για την νίκη τους.
           Και τώρα οι ηνίοχοι. Συνήθως ήσαν δούλοι, ή πρόσωπα τής κατωτάτης κοινωνικής τάξεως, χωρίς να αποκλείωνται και Ευγενείς πολίται και βασιλείς ακόμη, όπως ό Μιχαήλ Γ’, περί τού οποίου προαναφέραμε, ότι ήταν δεινός αρματηλάτης. Γενικώς το επίσημο κράτος τούς ηνιόχους θεωρούσε «Πρόσωπα άσεμνα», απαγόρευε την τοποθέτησι εικόνων των σε χώρους άλλους πλην τού Ιπποδρόμου και εθεωρούσε ύβρι το να ονομασθή Κάποιος ηνίοχος. Το αντίθετο συνέβαινε με τούς φανατικούς φίλους των ιπποδρομιών, για τούς οποίους οι αρματοδρόμοι, όπως ακριβώς και οι σημερινοί ποδοσφαιρισταί, αποτελούσαν αληθινά ινδάλματα.
              Οι περισσότεροι από τούς ηνιόχους, άνθρωποι, όπως είπαμε, τής κατωτάτης τάξεως, ήσαν κατ’ εξοχήν προληπτικοί. Πολλοί κατέφευγαν σε μάγους, προκειμένου να εξασφαλίσουν νίκη κατά των αντιπάλων των. Ο Γρηγόριος ό θεολόγος βεβαιώνει, ότι οι ηνίοχοι «καλούσι δαιμόνων πονηρίαν», ενώ ό Χρυσόστομος αναφέρεται εις «έργα από μαγγανείας γινόμενα». Από αγιολογικό κείμενο γίνεται γνωστό, ότι κάποιος ηνίοχος, ονόματι Ιταλικός, υποψιασθείς, ότι είχε πέσει θύμα μαγείας, κατέφυγε στον Όσιο Ιλαρίωνα, για να τού λύση τα μάγια. Ο Όσιος, αφού εγέμισε ένα ποτήρι με νερό εκάλεσε τον Ιταλικό να κοιτάξη. Έκπληκτος εκείνος είδε τούς ίππους και τα άρματα καταδεδεμένα. Σε άλλη περίπτωση, την οποία ό Κουκουλές αναφέρει στους «Μεσαιωνικούς και Νεοελληνικούς καταδέσμους» στην σφενδόνη τού Ιπποδρόμου τής Κωνσταντινουπόλεως ανεκαλύφθη αγγείο με μαγικούς καταδέσμους. Κακόν οιωνό εθεωρούσαν οι ηνίοχοι και το να συναντήσουν κληρικό προ τού αγώνος. Τόση ήταν ή πίστις τους στην δύναμι τής μαγείας, ώστε κατέφευγαν σε μάγους, παρά την αυστηρότητα τής νομοθεσίας ή οποία προέβλεπε και την εσχάτη ακόμη των ποινών.
       
ΣΑΡ. Π. ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ  Ύπαστυνόμος Α’


Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τευχ. 67, Ιανουάριος 1974.